Ένα πειραγμένο σαξόφωνο του Νίκου Δημηνάκη κι ένα μίνι ντοκιμαντέρ για τη Θεσσαλονίκη σε επιμέλεια του Σάλβα Μουνιόθ άνοιξαν το 19ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης. Σε μια αρκετά ολιγόλογη τελετή έναρξης ο Ορέστης Ανδρεαδάκης, καλλιτεχνικός διευθυντής του φεστιβάλ στην πρώτη του διοργάνωση, μίλησε για το στόχο των ντοκιμαντέρ να υπερβούν τα κινηματογραφικά τρικ και να σχολιάσουν με τόλμη και αλήθεια την πραγματικότητα που μας περιβάλλει. Το ντοκιμαντέρ που όπως ο ίδιος όμως έγραφε στη φετινή του εισαγωγή, δεν έχει -και καλό είναι να μην έχει- ακριβή ορισμό. «Πειραγμένο» είναι όλο το φεστιβάλ φέτος. Δεν μιλάω για τα 213 ντοκιμαντέρ, ανάμεσα στα οποία 64 ελληνικά, γιατί συχνά ουκ εν τω πολλώ το ευ. Αλλά για το όλο: Ένα ολοκαίνουριο διαγωνιστικό τμήμα του φεστιβάλ με δώδεκα πρώτες και δεύτερες ταινίες δημιουργών απ’ όλο τον κόσμο, μεταξύ αυτών και τρεις ελληνικές. Η ενότητα Food vs Food όχι μόνο με ταινίες αλλά και πολλές δράσεις στην πόλη. Συνεργασίες με χώρους και φορείς. Οι νέες ενότητες «Σινεμά» -ντοκιμαντέρ για τον κινηματογράφο – και Film forward που πειραματίζεται με τα όρια της φόρμας.

© motionteam.gr - Φωτογράφος: Φανή Τρυψάνη

© motionteam.gr – Φωτογράφος: Φανή Τρυψάνη

Ο Ορέστης Ανδρεαδάκης που με κάποιο μαγικό – ή μάλλον με τον εντελώς δικό του – τρόπο ήταν παντού, μου μίλησε σχετικά: «Όπως και στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου, δεν θέλουμε να τ’ αλλάξουμε όλα ή ξαφνικά να φέρουμε το καινούριο. Το ΦΚΘ ήδη πορεύεται τόσα χρόνια πολύ καλά και έχει αξιοζήλευτη θέση ανάμεσα στα ευρωπαϊκά μεσαία φεστιβάλ. Το Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ τα έχει καταφέρει ακόμα καλύτερα: Να είναι ένα από τα δέκα καλύτερα στον κόσμο μέσα σε 19 χρόνια. Απλά κάθε τόσο, όπως στα σπίτια και στις σχέσεις, θέλεις ν’ αλλάξεις, να κάνεις μια μικρή ανακαίνιση. Με αυτή τη διάθεση δημιουργήσαμε νέες ενότητες και θεσμοθετήσαμε ένα διαγωνιστικό τμήμα κυρίως για λόγους ανταγωνισμού με άλλα φεστιβάλ που παίζουν συχνά κι ένα βρώμικο παιχνίδι απέναντι στη Θεσσαλονίκη. Είναι μεγάλη και η βοήθεια του Δήμου Θεσσαλονίκης και της ΕΡΤ με τα χρηματικά βραβεία, ώστε να μπορούμε να στηρίζουμε σκηνοθέτες και ταινίες».

© motionteam.gr - Φωτογράφος: Φανή Τρυψάνη

© motionteam.gr – Φωτογράφος: Φανή Τρυψάνη

Φέτος η πόλη ήταν ένα πάρτι και μάλιστα σε αναπάντεχους χώρους της πόλης, όπως οι μπάντες στην αγορά Καπάνι. Η μικρή σκηνή στήθηκε δίπλα στα καφενεία και τους πάγκους της αγοράς όπου ένας από τους θαμώνες επέμενε στους μουσικούς να παίξουν κάτι ελληνικό. Και το κατάφερε και το πήρε το ελληνικό του. Κι αυτό πειραγμένο! Υπήρχαν επίσης πολλές δράσεις, συνεργασίες και εκθέσεις, όπως αυτή του εικαστικού και κριτικού τέχνης Τζον Μπέρτζερ ή το «Made in Europe – μιλώντας για το προσφυγικό χωρίς λόγια» σε συνεργασία με το περιοδικό δρόμου Σχεδία με τις γελοιογραφίες με πολλές – και πικρές αναγνώσεις – του Μιχάλη Κουντούρη. Το διαγωνισμό για το καλύτερο πιάτο των συνεργαζόμενων εστιατορίων της πόλης.

Οι εποχές στο Κενσί: Τέσσερα πορτρέτα του Τζον Μπέρτζερ, σε σκηνοθεσία των Τίλντα Σουίντον, Κρίστοφερ Ροθ, Κόλιν Μακ Κέιμπ και Μπάρτεκ Ντζιάντοζ

“Οι εποχές στο Κενσί: Τέσσερα πορτρέτα του Τζον Μπέρτζερ”, σε σκηνοθεσία των Τίλντα Σουίντον, Κρίστοφερ Ροθ, Κόλιν Μακ Κέιμπ & Μπάρτεκ Ντζιάντοζ

«Όλα αυτά θέλουμε να συνδέονται με την πόλη της Θεσσαλονίκης που ως γνωστόν είναι η πρωτεύουσα του καλού φαγητού, των γεύσεων και των πολλών κουζινών», σχολιάζει ο Ορέστης Ανδρεαδάκης. «Δεν είναι μόνο η κουζίνα της Βορείου Ελλάδος, αλλά και η κουζίνα των ποντίων, των εβραίων, της Μικράς Ασίας, της Κωνσταντινούπολης, της Αιγύπτου, των μουσουλμάνων. Όλα αυτά τα συνδέουμε με το Food vs Food και θέλουμε να παίξουμε ένα ρόλο για το πώς η Θεσσαλονίκη μπορεί να έχει τουρισμό και ενδιαφέρον γενικότερο ανεξαρτήτως του κινηματογράφου».

Μυρμήγκια σε μια γαρίδα του Μαουρίς Ντέκερς (Ολλανδία)

“Μυρμήγκια σε μια γαρίδα” του Μαουρίς Ντέκερς (Ολλανδία)

Είδα τους συνεργάτες του φεστιβάλ γελαστούς και νομίζω αισιόδοξους. Τους νέους εθελοντές με την απίστευτη διάθεση εξυπηρέτησης. Μια πόλη σε κάπως πιο ανθρώπινους ρυθμούς και με ελαφρώς πιο δυσδιάκριτες πληγές της κρίσης από την Αθήνα. Και φυσικά είδα ταινίες, πολλές ταινίες σε αίθουσες γεμάτες με κόσμο κάθε ηλικίας.

«Οι Rolling Stones ολέ ολέ ολέ!: Ταξιδεύοντας στη Λατινική Αμερική» του Πολ Ντάγκντεϊλ

“Οι Rolling Stones ολέ ολέ ολέ!: Ταξιδεύοντας στη Λατινική Αμερική” του Πολ Ντάγκντεϊλ

Η ταινία έναρξης «Οι Rolling Stones ολέ ολέ ολέ!: Ταξιδεύοντας στη Λατινική Αμερική» του Πολ Ντάγκντεϊλ ακολουθούσε το συγκρότημα στην περιοδεία τους στη Λατινική Αμερική και στη συναυλία τους για πρώτη φορά στην Κούβα, σε ένα ακροατήριο 1,2 εκατομμυρίων ανθρώπων. Οι γερόλυκοι πάνε στη χώρα σχεδόν ταυτόχρονα με τον Ομπάμα και αποθεώνονται από το κοινό. Στην εποχή δηλαδή που η χώρα φαίνεται να γυρίζει σελίδα και με το δεδομένο πως ό,τι απαγορεύεις, θεριεύει. Ένα καλογυρισμένο φιλμ που δείχνει και ορισμένες όψεις της τοπικής κουλτούρας, ωστόσο με έναν τρόπο αρκετά επιφανειακό και, αν κανείς κάνει μια βαθύτερη ανάγνωση, ελαφρώς υποτιμητικό για μια χώρα που έχει επιδείξει πολλά στη μουσικά και έχει, μαζί με τα μπλουζ, αποτελέσει πηγή τουλάχιστον έμπνευσης για το συγκρότημα.

"Απατεώνας" του Μπαρτ Λέιτον

“Απατεώνας” του Μπαρτ Λέιτον

Με καθήλωσε ο «Απατεώνας» του Μπαρτ Λέιτον, μια παραγωγή του 2011 (ανήκε βλέπετε σε μία από τις δέκα επιλογές του Δημήτρη Εϊπίδη, στον οποίον έδωσε «carte blanche» το φεστιβάλ και οι οποίες απ’ όσο άκουγα αποτελούσαν οδηγό στα τυφλά για πολύ κόσμο. Ένα ντοκιμαντέρ για την υπόθεση ενός εξαφανισμένου παιδιού στο Τέξας, εξαιρετικά γυρισμένο ως θρίλερ με ανατροπές έτσι ώστε να σε κρατάει σε αγωνία μέχρι τέλους.

"Άουστερλιτς" του Σεργκέι Λοζνίτσα

“Άουστερλιτς” του Σεργκέι Λοζνίτσα

Με έβαλε σε σκέψεις το «Άουστερλιτς» του Σεργκέι Λοζνίτσα που πραγματευόταν ένα πολύ ενδιαφέρον και όχι συζητημένο θέμα, αυτό της εμπορικής και τουριστικής εκμετάλλευσης στρατοπέδων συγκέντρωσης. Εκπληκτικά κάδρα και μάλιστα τραβηγμένα με τηλεφακό εν αγνοία προφανώς του κόσμου. Από την είσοδο των επισκεπτών το πρωί ως την έξοδο το απόγευμα, κόσμος με επώνυμες μπλούζες ή t-shirts με μότο όπως «Cool story bro» και «Jurassic park», κόσμος που έβγαζε selfies διαρκώς και παντού, από τους στύλους βασανισμού μέχρι τα κρεματόρια. Μια ελεγεία χωρίς λόγια αλλά με πολύ ισχυρό λόγο για την ανύποπτη γελοιότητά μας, ένας προβληματισμός για τον κανιβαλισμό και την ηθική της εικόνας, αλλά και του χειρισμού της μνήμης και της λήθης.

"Τα παιδιά της κυρίας Κιτ" των Πέτερ Λάταστερ & Πέτρα Λάταστερ-Τσις

“Τα παιδιά της κυρίας Κιτ” των Πέτερ Λάταστερ & Πέτρα Λάταστερ-Τσις

Ένα πολύ ωραίο μοντέλο για την ένταξη των προσφυγόπουλων στην εκπαίδευση μάς ήρθε από ένα χωριό της Ολλανδίας με την ταινία «Τα παιδιά της κυρίας Κιτ» των Πέτερ Λάταστερ και Πέτρα Λάταστερ-Τσις. Η δασκάλα Κιτ Ένγκελς διαχειρίζεται μαθησιακά και προσωπικά προβλήματα με υπομονή, τρυφερότητα, επιβράβευση αλλά και με πολύ σαφή όρια, παρόλο που φαίνεται να είναι μόνη στην τάξη. Μια τάξη με ξύλο μέσα και χώμα έξω, που έχει βέβαια από διαδραστικούς πίνακες και υπολογιστές μέχρι εφεδρικά ρούχα και παπούτσια. Αν και αυτό που φάνηκε να βοηθά ήταν η προσωπική ενασχόληση με το κάθε παιδί όχι ως παντοδύναμο, αλλά ούτε και ως παντελώς αδύναμο.

«Broadway, Μαύρη θάλασσα» (2002)

“Broadway, Μαύρη θάλασσα” (2002)

Μεγάλη τύχη φέτος να γίνεται το αφιέρωμα στον ουκρανικής καταγωγής Ρώσο σκηνοθέτη Βιτάλι Μάνσκι, οι κριτικές ταινίες του οποίου προκάλεσαν συχνά αντιδράσεις. Στο ντοκιμαντέρ του «Broadway, Μαύρη θάλασσα» (2002), το τελευταίο του γυρισμένο σε 35άρι φιλμ, δείχνει τη συμβίωση, σε ένα λαϊκό παραλιακό θέρετρο (κοινώς ελεύθερο κάμπινγκ), Ρώσων και προσφύγων από την Αρμενία, Αζερμπαϊτζάν, Καύκασο. Όπως εξήγησε ο ίδιος, ήθελε να δείξει τον κύκλο της ζωής, από τη γέννηση ως το θάνατο και ο ιδανικός τόπος είναι μια παραλία όπου ο κόσμος είναι απογυμνωμένος από κάθε άποψη και άρα ανοικτός.

"Κάτω απ' τον ήλιο" (2015)

“Κάτω απ’ τον ήλιο” (2015)

Όμως η πιο ενδιαφέρουσα ήταν η ταινία του Μάνσκι «Κάτω απ’ τον ήλιο», 2015. Ο σκηνοθέτης κινηματογραφεί στη Βόρεια Κορέα με την άδεια των αρχών και με την αναγκαστική, διαρκή εποπτεία τους, την προετοιμασία ενός μικρού κοριτσιού για τη συμμετοχή της στη μεγάλη εθνική γιορτή. Με ελάχιστα, αλλά πολύ κατατοπιστικά teasers, ο σκηνοθέτης καταγράφει με την κάμερα τις σκηνοθετικές παρεμβάσεις του καθεστωτικού συνεργείου πριν και μετά τις τελικές επίσημες λήψεις. Όπως είπε ο σκηνοθέτης στη συνέντευξη τύπου: «Δεν μπορείς να τραβήξεις αρκετά πράγματα, όπως για παράδειγμα δεν μπορείς να πάρεις πλάνα από οτιδήποτε είναι βρώμικο σε δημόσιους χώρους. Εμείς ωστόσο τραβήξαμε υλικό που επιθυμούσαμε, όμως το κουβαλούσαμε συνέχεια μαζί μας, στο σακίδιο πλάτης. Όταν επέστρεψα, στην πλάτη μου είχα παντού μελανιές από το βάρος. Μας ήλεγχαν ακόμη και όταν πηγαίναμε στην τουαλέτα».

Έτσι βλέπουμε μια παραμόρφωση της πραγματικότητας, ένα εφιαλτικό σενάριο ζωής στην «καλύτερη και ομορφότερη χώρα του κόσμου». Τις προσταγές και την πλύση εγκεφάλου από τα μεγάφωνα στην πόλη που εξυμνούν τον κυβερνήτη κι επαναλαμβάνουν συνθήματα ή γυμναστικά προστάγματα. Τις εντολές στις εργάτριες στα εργοστάσια να χαμογελούν και να λένε τις ατάκες τους με περισσότερο πατριωτισμό. Τις τεράστιες τοιχογραφίες των Κιμ Γιονγκ Ουν και Κιμ Ιλ Σουνγκ. Την προπαγάνδα στα σχολεία και στους νυσταγμένους μαθητές για τους εχθρούς της χώρας. Μαθητές που πιθανόν να ζουν μέσα στα σχολεία, καθώς ο σκηνοθέτης δεν τους είδε να μπαινοβγαίνουν σε αυτά εκτός από μια στημένη λήψη, αφού και οι γονείς ζουν σε στρατώνες δίπλα στα εργοστάσια ώστε να αφιερώνονται στην «αγαπημένη τους δουλειά…».

Υ.Γ. Άγνωστη διπλανή μου στην τελετή έναρξης, που μου δάνεισες μπλοκάκι και στυλό και έφυγες χωρίς να τα πάρεις πίσω, παρά τις σημειώσεις που άθελά μου είδα: Σ’ ευχαριστώ!

19ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης

Kεντρική φωτογραφία άρθρου: © motionteam.gr – Φωτογράφος: Δήμητρα Μερζιεμεκίδου