Bρισκόμαστε στο 1979. Ο Κλιντ Ίστγουντ, βετεράνος σταρ του ροντέο και εκτροφέας άγριων αλόγων, πρώτα απολύεται από το ράντζο του αφεντικού του λόγω κακοτροπιάς και γήρατος και ένα χρόνο αργότερα το ίδιο αφεντικό που ένα χρόνο πριν δεν τον έχει απολύσει απλά, τον έχει ξεφτιλίσει λεκτικώς, προσπαθεί να τον πιάσει στο φιλότιμο για να φέρει σε πέρας μια περίεργη αποστολή: να πάει στο Μεξικό, να εντοπίσει και να φέρει τον δεκατριάχρονο γιο του στις ΗΠΑ, γιατί κατά τα λεγόμενα του πατέρα του η μάνα του δεν τον προσέχει και το παιδί έχει πάρει τον κακό δρόμο.

Ο Κλιντ θα έρθει στο φιλότιμο, θα πάει στο Μεξικό, θα βρει τη μάνα του παιδιού και στη συνέχεια θα βρει και το ίδιο παιδί, μαζί με τον «Mάτσο» τον κόκορά του, τον οποίο το παιδί χρησιμοποιεί για κοκορομαχίες, καθώς ζει σκαστός απ’ το σπίτι. Μάτσο σημαίνει δυνατός στα ισπανικά και μάτσο στην παγκόσμια διάλεκτο. Κλιντ, παιδί και κόκορας θα περάσουν τις δικές τους περιπέτειες, κάτω από ανοικτές εκτάσεις, καθαρούς ουρανούς και τοπία γουέστερν, μέχρι να αποφασίσουν ποια οικογένεια και ποια χώρα είναι η προτιμότερη.

Το “Cry Macho” είναι η 39η ταινία μεγάλου μήκους που σκηνοθετεί ο Κλιντ Ίστγουντ, μισό αιώνα ακριβώς μετά την πρώτη του σκηνοθετική δουλειά στο “Play Misty for Me”, ενώ έχουν περάσει 66 χρόνια από την πρώτη του εμφάνιση στη μεγάλη οθόνη το 1955 και 62 χρόνια από τότε που πρωτοέγινε σταρ με την τηλεοπτική σειρά γουέστερν “Rawhide”. Στο “Cry Macho” o Κλιντ Ίστγουντ γυρνά εν μέσω της πανδημίας μια ακόμη ταινία, σκηνοθετώντας τον εαυτό του στην ηλικία των 91 ετών. Υπάρχουν λοιπόν τρεις πιθανοί τρόποι θέασης της ταινίας.

Ο πρώτος είναι να αφήσεις κάπου στο πολύ πίσω μέρος του μυαλού σου το ηλικιακό, να θεωρήσεις ότι το ηλικιακό είναι εκτός θέματος, να δεχτείς ότι είναι εντός θέματος μόνο στον βαθμό που το θίγει το ίδιο το “Cry Macho” και να το κρίνεις σαν οποιοδήποτε άλλο φιλμ. Τότε, είναι αδύνατο να πεις ότι είναι μία από τις καλύτερες στιγμές της μεγάλης σκηνοθετικής καριέρας του Ίστγουντ, είναι επίσης δύσκολο να πεις ότι και ανεξάρτητα από συγκρίσεις είναι μια καλή ταινία. Ειδικά το σενάριο έχει χαρακτήρες που φέρονται είτε αφελώς, είτε αντιφατικά, είτε απλά δεν βγάζει τελείως νόημα η συμπεριφορά τους. Πιο σταθερός χαρακτήρας όλων αποδεικνύεται ο κόκορας, αλλά κι αυτός έχει νοημοσύνη και αφοσίωση τουλάχιστον πιστού σκύλου, καθώς και ικανότητες που θα ζήλευε ο κάθε action hero.

Ο δεύτερος τρόπος θέασης είναι να εστιάσεις στο ηλικιακό και να στραβώσεις. Να πεις τι πράγματα είναι αυτά, τι ξεμωράματα είναι αυτά, γιατί να το κάνει αυτό τώρα, τι πειστικότητα μπορεί να έχει μια ταινία που μας δείχνει έναν άντρα ενενήντα ενός ετών να δαμάζει άγρια άλογα, να δέρνει μπράβους, να κάνει άλλες γυναίκες να τον θέλουν στο κρεβάτι τους για ένα βράδυ κι άλλες να τον κοιτάνε ξελιγωμένες από έρωτα.

Ο τρίτος τρόπος θέασης και ο τρόπος που βλέπω εγώ το “Cry Macho”, αφήνει στην άκρη τις χτυπητές αδυναμίες τoυ και εστιάζει στο ηλικιακό αλλά από την αντίθετη οπτική γωνία: όχι στραβωμένα αλλά συγκινημένα. Δεν υπάρχει μπροστά μου κανένας «Μάικ Μάιλο» που ζει περιπέτειες στο Μεξικό, υπάρχει μπροστά μου μόνο ο ενενηντάρης Κλιντ Ίστγουντ. Άλλωστε ο ήρωας του βιβλίου στο οποίο βασίστηκε η ταινία είναι κατά πάσα βεβαιότητα αρκετά ως πολύ μικρότερος από ενενηντάρης. Γερασμένος μεν αλλά σε καμία περίπτωση ενενηντάρης.

Υπάρχει έτσι μπροστά μου μόνο το σώμα του ενενήντα ενός ετών Κλιντ Ίστγουντ και ό,τι κουβαλά και εκπέμπει στην οθόνη ως αποτύπωμα της ηλικίας του και του μύθου του. Δεν νομίζω ότι είναι καθόλου τυχαίο το γεγονός πως αργεί να δείξει φωτισμένο ολόκληρο το πρόσωπό του. Θέλει να συνηθίσουμε πρώτα την παρουσία του στο ημίφως και τις σκιές, την παρουσία του που μας συντροφεύει άλλωστε από όταν θυμόμαστε εμείς τον εαυτό μας.

Με το “Cry Macho” ο Ίστγουντ κατατροπώνει την ηλικία του. Τα βάζει κατά μέτωπο με τη βαθιά φθορά του βαθέος γήρατος, χωρίς να προσπαθεί να αλλοιώσει, να φιλτράρει, να μακιγιάρει τα εξωτερικά του χαρακτηριστικά: είναι ένας άντρας 91 ετών που όμως είναι το παλικάρι της ταινίας.

Το “Cry Macho” είναι μια ταινία για τα γηρατειά όχι ως θεματικός πυρήνας, αλλά ως απεικόνιση, ως δήλωση, ως στάση ζωής. Δεν θα αντιμετωπίσω το γήρας φιλοσοφικά, δεν θα κάνω μια ταινία για τη φθορά, θα κάνω μια ταινία που ο ήρωας έχει εμφανέστατα παραγεράσει αλλά που ταυτόχρονα αντέχει ακόμα. Γιατί εντάξει, μπορεί να είναι στάντμαν στο ημέρωμα των άγριων αλόγων, αλλά σε όλη την υπόλοιπη διάρκεια της ταινίας εμένα βλέπετε μπροστά στην κάμερα. Είμαι ακόμα όρθιος: όχι ευθυτενής πια, ωχρός πια, σχεδόν αποστεωμένος πια, αλλά όρθιος ακόμα, παλικάρι ακόμα, καουμπόι ακόμα. Έχω αρνηθεί να γεράσω εμπράκτως. Δεν θεωρητικολογώ: ορίστε, εξακολουθώ και κάνω σινεμά, μέσα στην πανδημία σκηνοθετώ και πρωταγωνιστώ. Γιατί λοιπόν να μην εξημερώνω άγρια άλογα; Γιατί να μην γρονθοκοπώ; Γιατί να μην ερωτοτροπώ; Γιατί να μην με θέλουν ακόμα; Δεν κρύβω το πώς με έχει κάνει ο χρόνος. Παρουσιάζω το φυσικό γεγονός της επίπτωσης του χρόνου και πάνω σε αυτό αντιδιαστέλλω την ψυχική μου επένδυση: αντοχές, κουράγια, ρομαντισμό, αλλά και χιούμορ. Βρίσκω τον τρόπο και τα κινηματογραφώ όλα αυτά με τρόπο που δεν είναι γραφικός, με τρόπο που δεν είναι παράταιρος, με τρόπο που δεν είναι αστείος, με τρόπο που δεν δημιουργεί αμηχανία ή κριντζάρισμα. Βρίσκω με τα φώτα και τη μουσική και τα κάδρα τον ακριβή εκείνο κινηματογραφικό τόνο, ώστε η λυρική μου λιτότητα να κάνει πάλι το θαύμα της.

Αν την γυρνούσε τώρα με οποιονδήποτε άλλον πρωταγωνιστή, η ταινία μάλλον δεν θα είχε λόγο ύπαρξης. Αν την γυρνούσε πριν εικοσιπέντε χρόνια, με τον ίδιο πάλι πρωταγωνιστή, θα έμοιαζαν όλα περισσότερο φυσικά, αλλά το “Cry Macho” του 2021 είναι μια εμπειρία σχεδόν μεταφυσική.

Και μόλις ο Κλιντ απομυθοποιήσει λεκτικά τη ματσίλα, ο κόκορας «Μάτσο» θα έρθει να ρίξει τις φάπες του. Περίεργο πράγμα ο μύθος. Το έχει δείξει αριστουργηματικά και στο “Unforgiven”: οι μύθοι έχουν τρομερή επιβιωτική και προσαρμοστική δύναμη. Με έναν τρόπο πρέπει πάντα να τις τρώνε οι κακοί. Και με έναν τρόπο το μάτσο πουλί πάντα στο τέλος θα κακαρίσει. Και είναι το κακάρισμά του εννοείται αυτοσαρκαστικό, αλλά ταυτόχρονα είναι και ακατανίκητα ρομαντικό και ριζικά μυθοπλαστικό. Πατημένα τα ενενήντα μου κι ακόμα γ@μώ και δέρνω. Είμαι ο Κλιντ Ίστγουντ. Ένας μύθος.