Εικαστικός, εικονογράφος, γελοιογράφος, γλύπτης, ο David Shrigley, ο καλλιτέχνης με την πιο αιχμηρή αίσθηση του χιούμορ και του «μαύρου χιούμορ» στη Μ. Βρετανία είναι ένας από τους τέσσερις που έχουν δημιουργήσει μάσκες προστασίας για τον covid-19, οι οποίες θα πουληθούν και τα έσοδα θα ενισχύσουν ένα ταμείο που έχει δημιουργηθεί στην περίοδο του lockdown από την Contemporary Art Society και το Frieze London και έχει σκοπό να κάνει αγορές έργων νέων καλλιτεχνών προκειμένου να τους ενισχύσει σε μια πολύ δύσκολη περίοδο με κλειστές τις γκαλερί και τις πωλήσεις των έργων τους να βρίσκονται σχεδόν στο μηδέν. Συνολικά μέχρι σήμερα έχουν συγκεντρωθεί 100.000 λίρες και οι μάσκες του Shrigley θα αποφέρει στο ταμείο άλλες 20.000 λίρες.

Η μάσκα που δημιούργησε έχει λεπτές αχνές γραμμές και αν κοιτάξει κάποιος προσεκτικά κρύβεται η λέξη «συναισθήματα». Ο ίδιος εξηγώντας το έργο του είπε ότι είναι ένα μήνυμα για το πόσο δύσκολο είναι να βλέπουμε τα ανθρώπινα συναισθήματα όταν οι άνθρωποι φορούν μάσκα.

«Το ταμείο θα προσφέρει απίστευτη υποστήριξη σε αναδυόμενους καλλιτέχνες σε μια στιγμή που ο κόσμος της τέχνης σταματά εντελώς, αλλά και στους τεχνικούς, τους βοηθούς, τις μικρές γκαλερί που κάνουν τόσο πολύ για να στηρίξουν  και αυτοί με τη σειρά τους, νεότερους καλλιτέχνες».

Ο Shrigley με τα απλά, συχνά παραπλανητικά σχέδιά του και με μια απλή μολυβιά συνδέει την τέχνη και το κόμικ με τρόπο σκληρό και χιουμοριστικό. Ο ίδιος δεν παίρνει τον εαυτό του στα σοβαρά αλλά πιστεύει ότι η τέχνη κάνει τον κόσμο ένα καλύτερο μέρος. Το έργο του Really Good,  ένας μπρούτζινος αντίχειρας με ύψος 32 πόδια που τοποθετήθηκε στη θέση της Τέταρτης Πλίνθου στην Τραφάλγκαρ, το 2016 ήταν από τα πιο συζητημένα έργα στη Μ. Βρετανία.

Ο ίδιος, μόνιμος κάτοικος της Γλασκώβης, της γενέτειράς του, σπούδασε στη σχολή που πριν λίγα χρόνια κάηκε. Μαινόμενος, σε όλη τη διάρκεια της φωτιάς τουϊτάριζε με μανία, θρηνώντας τη σχολή του. Για τους καθηγητές του είχε πει ότι «είναι εντελώς άσχετοι με την τέχνη». Ο ίδιος το έχει εξηγήσει πολλές φορές το πόσο δύσκολο είναι να επιβιώσει στον κόσμο των καλών τεχνών ένας κομίστας.

Σήμερα, σε ηλικία 52 ετών έχει ένα φανατικό κοινό που ακόμα και να μην ξέρει το όνομά του είναι σίγουρο ότι έχει δει έστω και μία φορά τα σκίτσα του. Το φανατικό κοινό του έβρισκε τα σκίτσα του στη σαββατιάτικη έκδοση της Γκάρντιαν, σε κάρτες, ακόμα και σε στούντιο των tattoo-artists.

Τον Shrigley τον αγαπούν ή τον μισούν για τα σχέδιά του. Ενδιάμεση περιοχή δεν υπάρχει. Τα σχέδιά του είναι ανησυχητικά για πολλούς, παιδικά για άλλους αλλά πάντα έχουν μια κωμική επίπτωση ή περικλείουν μια πικρή διαπίστωση, με τον τρόπο που σχολιάζει το ασήμαντο, το ανώφελο και το παράξενο. Ο Shrigley έχει το δικό του μοναδικό στιλ που δεν αντιγράφεται, με έργα που πολλοί τα θωρούν υψηλής νοημοσύνης και  μακάβριου χιούμορ. Αν και έχει το ένα του πόδι στην ποπ κουλτούρα, κανείς δε μπορεί να τον χαρακτηρίσει ποπ καλλιτέχνη. Ο ίδιος έχει αποδείξει περίτρανα ότι αν είναι κάτι αστείο δε σημαίνει ότι δεν είναι καλό.

Από πού εμπνέεται; Από όλα, από τους ανθρώπους αλλά και τα ταμπλόιντ που ανθούν στο Ηνωμένο Βασίλειο. «Σε μια πτήση για Λονδίνο διάβαζα τη Daily Mail. Αυτή η εφημερίδα είναι σχεδόν αυτό που θα ήθελα να πλάσω ως χαρακτήρα. Υπάρχει μέσα όλος ο παραλογισμός του Ηνωμένου Βασιλείου: παραφροσύνη και άνθρωποι που ζουν έχοντας μια εντελώς παραποιημένη εικόνα του κόσμου. Είναι ξεκαρδιστικό, αλλά οι άνθρωποι που διαβάζουν αυτή την εφημερίδα δεν το βλέπουν σαν παράξενη κωμωδία. Αυτός είναι ο κόσμος στον οποίο ζούμε», λέει περιγράφοντας τον παραλογισμό που θέλει να απεικονίσει με μια μολυβιά, την ανορθογραφία του κόσμου.

Το 2012 ήταν υποψήφιος για το βραβείο Τέρνερ το πιο περίβλεπτο βραβείο στον κόσμο των εικαστικών. Η υποψηφιότητα τον έκανε πιο γνωστό αλλά του πρόσθεσε και περισσότερο άγχος και περισσότερα …αγχολυτικά που κουβαλάει πάντα στην τσέπη του. Η σύνθετη, καθόλου επίπλαστη αφέλεια με την οποία έχει επιλέξει να γδέρνει την επιφάνεια των πραγμάτων του κόσμου που μας περιβάλλει, την τάξη, την υποκρισία και την έννοια του σωστού και του λάθους συνθέτουν ένα μοναδικό παράδειγμα καλλιτέχνη που δεν ακολουθεί αλλά δημιουργεί το δικό του πρότυπο.

«Το σχέδιο ήταν διασκεδαστικό όταν ήμουν στο νηπιαγωγείο, εξακολουθεί να είναι και σήμερα που είμαι ενήλικας», λέει συχνά και όλοι ξέρουν ότι μπορεί να έχουν αγοράσει μια κάρτα με σχέδιό του, να έχουν δει τη δουλειά του σε εξώφυλλα και βίντεοκλιπ, αλλά να μην μπορούν να σκεφτούν ότι ανήκει στην ίδια γενιά των εννοιολογικών καλλιτεχνών με τον Ντάμιεν Χιρστ και τη Σάρα Λούκας. Ο ίδιος σιχαίνεται την κατηγοριοποίηση και τη βιομηχανία της τέχνης που θεωρεί απίστευτη φούσκα.

Σε έναν κόσμο κορεσμένο με εικόνες, τα έργα του έχουν καταφέρει να είναι άμεσα αναγνωρίσιμα. Η φιλοσοφία πίσω από τα ανθρωπάκια του είναι να πασπαλίζει με άχνη ζάχαρη και διαβρωτικό χιούμορ τις σκοτεινότερες περιοχές της ανθρώπινης ψυχής.

Κάνοντας ένα ακόμη ειρωνικό σχόλιο για τη φύση της δικής του «ανείπωτης» γραμμής υποστηρίζει ότι υπάρχει μόνο ένα τσιγαρόχαρτο που χωρίζει την αποδεκτή από τη μη αποδεκτή συμπεριφορά. Αν συνηθίσει κάποιος τον τρόπο με τον οποίο βλέπει τον κόσμο θα βρει πάντα ένα αισιόδοξο τρυφερό μήνυμα κρυμμένο κάτω από τη γραμμή που έχει τραβήξει με το μαύρο μαρκαδοράκι του.