Η παράσταση Η αληθινή ταυτότητα της Τζίνας Ντέιβις φαίνεται να είναι ένα προσωπικό στοίχημα των Ελένης Ευθυμίου και Βασιλικής Τρουφάκου, που συνυπογράφουν τη σύλληψη και τη σκηνοθεσία της σκηνικής εκδοχής του μυθιστορήματος του  Ρίτσαρντ Φλάναγκαν Η άγνωστη τρομοκράτισσα (2006, ελληνική έκδοση: 2011), στην οποία και πρωταγωνιστούν.

Το μυθιστόρημα, γέννημα της μετά-την-11η-Σεπτεμβρίου εποχής, μιλάει για την κατασκευή υπόπτων ή και ενόχων ως μέρος μίας πάγιας κυβερνητικής τακτικής που, με την καθοριστική συμβολή των ΜΜΕ, αποσκοπεί στη διασπορά του φόβου και τον περιορισμό των ανθρώπινων ελευθεριών. Το μυθιστόρημα διαδραματίζεται στο Σίδνεϋ, την πόλη που λίγα χρόνια νωρίτερα είχε φιλοξενήσει τους Ολυμπιακούς Αγώνες, και μας δείχνει μία άλλη, λιγότερο λαμπερή, πλευρά του. Η κοπέλα του τίτλου, η Τζίνα Ντέηβις ή «η κούκλα», είναι χορεύτρια σε ένα από τα διασημότερα στριπτιζάδικα της πόλης. Ένα βράδυ γνωρίζει και γοητεύεται από τον Ταρίκ, έναν άγνωστο μελαμψό άνδρα, αραβικής καταγωγής. Κάνει το λάθος να περάσει το βράδυ της μαζί του. Το πρωί, ξυπνώντας μόνη στο σπίτι του, θα συνειδητοποιήσει ότι τα ΜΜΕ παρουσιάζουν εκείνη και τον Ταρίκ ως τους βασικούς υπόπτους για το τρομοκρατικό χτύπημα που έγινε στην καρδιά του Σίδνεϋ. Από εκείνη τη στιγμή και μετά, θα αρχίσει ένα ανελέητο κυνηγητό των αρχών και των ΜΜΕ ενάντια στην άγνωστη «τρομοκράτισσα», αλλά και της ίδιας της Τζίνα ενάντια στο φόβο που της προκαλεί η νέα, κατασκευασμένη, ταυτότητά της.

Τα παραπάνω, αν το 2006 έμεναν σε μυθιστορηματικό πλαίσιο όσον αφορά την Ελλάδα, που ακόμη χαιρόταν τον απόηχο των δικών της λαμπερών Ολυμπιακών Αγώνων, τώρα πια μοιάζουν αρκετά γνώριμα. Οι δημιουργοί της παράστασης εντόπισαν αυτή την θλιβερή οικειότητα: «διαβάζοντας την Άγνωστη τρομοκράτισσα ανοίχτηκε μπροστά μας μία θλιβερή και συνάμα επίκαιρη ιστορία. Η ιστορία του κατασκευασμένου θύτη, στο πρόσωπο του οποίου η κοινωνία εξορκίζει τις απειλές που δέχεται και εκτονώνει τις φοβίες και τις νευρώσεις της, μία ιστορία ατίμωσης. […] Στην προσπάθειά μας να διαχειριστούμε τους δικούς μας φόβους, επιλέξαμε να συνδιαμορφώσουμε και να συνθέσουμε ένα δικό μας, επίκαιρο, “θέαμα”. […] Θέλουμε να ελπίζουμε πως τα πράγματα γύρω μας αν και αποφασισμένα δεν έχουν κιόλας συντελεστεί, πως η όποια δράση έχει το αντίκρισμά της. Παραθέτουμε την παράσταση αυτή ως απορία και ως καθρέφτισμα του ελεύθερου πεδίου της σκέψης μας, η οποία θα συμπληρωθεί με τη φυσική παρουσία και την ενεργή θέση του κοινού».

Για τις σκηνικές ανάγκες, το μυθιστόρημα χωρίστηκε σε υποενότητες που παρατίθενται διαδοχικά, συστήνοντάς μας τους βασικούς ήρωες και περικλείοντας τα κομβικά σημεία της δράσης. Η παράσταση διαδραματίζεται σε ένα κατάλευκο σκηνικό περιβάλλον γεωμετρικών γραμμών, δημιουργώντας εύστοχα έναν αποστειρωμένο και ψυχρό κόσμο, που έρχεται σε ειρωνική αντίθεση με τους τόνους του –θηλυκού και τρυφερού– ροζ που παρεμβάλλονται στα ελάχιστα σκηνικά αντικείμενα. Εξαιρετικής σημασίας αλλά και λειτουργικότητας είναι το ψηφιακό περιβάλλον της παράστασης, το οποίο αποτυπώνει τα απεριόριστα μέσα της ηλεκτρονικής μας εποχής και διαμορφώνει τον ασφυκτικό κατασκοπευτικό κλοιό που σφίγγει γύρω από την Τζίνα, αίσθηση την οποία επιτείνει και ο περιορισμένος χώρος του Δώματος που φιλοξενεί την παράσταση.

Το πολυπρόσωπο μυθιστόρημα ερμηνεύεται από τρεις ηθοποιούς όλους κι όλους. Οι δύο ερμηνεύτριες επωμίζονται τους περισσότερους ρόλους, χωρίς διάκριση φύλου και χωρίς να κάνουν τον τυπικό καταμερισμό που υπαγορεύει την απόδοση ενός ρόλου από έναν ηθοποιό. Οι δυο τους εναλλάσονται στους ίδιους ρόλους και η κοινή ενδυματολογική τους εμφάνιση μαρτυρά την πρόθεση να εξομοιωθούν σκηνικά. Η γεωμετρική και κάπως φουτουριστική φόρμα του κοστουμιού τους μάλιστα τις προσομοιάζει με απρόσωπες «κούκλες» από τις οποίες αναδύονται οι ρόλοι. Μονάχα ο τρίτος ηθοποιός (Γιώργος Μακρής) κρατάει ουσιαστικά έναν ρόλο από την αρχή ως το τέλος, τον ελληνικής καταγωγής αστυνομικό που ενώ πιστεύει στην αθωότητα της Τζίνας θα γίνει ο υπαίτιος του άδοξου θανάτου της.

Πρόκειται για ένα αξιέπαινο εγχείρημα –πεποίθηση που ενισχύεται αν λάβουμε υπόψη το νεαρόν της ηλικίας των δύο δημιουργών–, για μία ολοκληρωμένη δουλειά από κάθε άποψη. Για τη δραματουργική εργασία χάρη στην οποία μεταφέρθηκε επί σκηνής ένα πολυσέλιδο μυθιστόρημα σε μία σφιχτή εκδοχή χωρίς χάσματα, για τις ερμηνείες, τη φροντίδα που διέκρινε το τεχνολογικό backround της παράστασης, για την αισθητική της, την πρωτότυπη μουσική που έγραψε η Λένα Πλάτωνος, για όλα τα παραπάνω, ακόμη και για το ίδιο το έργο αυτό καθ’ αυτό, αξίζει μία βόλτα μέχρι το Θέατρο του Νέου Κόσμου προς ανακάλυψη της αληθινής ταυτότητας της Τζίνα Ντέιβις.

Η θεατρική παράσταση «Αληθινή ταυτότητα της Τζίνα Ντέιβις» παίζεται στο Θέατρο του Νέου Κόσμου έως 12 Νοεμβρίου 2013.