Το βιβλίο του Παναγιώτη Παπαϊωάννου είναι έργο αγνού πάθους ενός φανατικού μουσικόφιλου και ορκισμένου ροκά (με ό,τι κι επιρροές κι αν συμπεριλαμβάνει αυτός ο χαοτικός όρος, από country και bluegrass μέχρι punk και new wave, από soul μέχρι metal). Ως έργο πάθους λοιπόν, χαρακτηρίζεται από τον μεταδοτικό ενθουσιασμό, την προσοχή στη λεπτομέρεια και την εξαντλητική έρευνα που θα ικανοποιούσαν και το πιο απαιτητικό nerd μέσα μας.

Παράλληλα, το βιβλίο αποτελεί μια ελεγεία, αλλά όχι μόνο για τους μεγάλους μουσικούς της ροκ που έχουν χαθεί με την πάροδο των ετών, αλλά και μια ελεγεία για τα δικά μας νεανικά χρόνια, τις στιγμές τις οποίες έχουμε συνδέσει με την ανακάλυψη αυτών των ακουσμάτων για πρώτη φορά, τις εικόνες, τις οσμές, τα συναισθήματα που έχουν ταυτιστεί με τη συνειδητοποίηση ενός νέου αισθητηρίου, ενός νέου χάρακα με τον οποίο πλέον μαθαίνουμε να μετράμε τη ζωή.

Το βιβλίο αποτελείται από είκοσι εννέα προφίλ μουσικών της ροκ που έφυγαν από τη ζωή. Πολλοί είναι θρυλικά ινδάλματα, γνωστοί ακόμα και στους πλέον αδαείς θαμώνες των μπουζουκιών. Άλλοι πάλι είναι αρκετά άγνωστοι στο ευρύ κοινό, εκπληκτικοί δεξιοτέχνες που όμως ποτέ δεν κατάφεραν να απολαύσουν ευρεία αναγνώριση. Σε αυτά τα κείμενα ο Παπαϊωάννου μας παρέχει πολλές πληροφορίες, τόσο βιογραφικές όσο και από πλευράς εργογραφίας, αποσπάσματα από συνεντεύξεις και από σχόλια τρίτων και ενίοτε πληροφορίες από στιγμιότυπα της δικής του ζωής με τα οποία έχει συσχετίσει τους εν λόγω μουσικούς.

Το σημαντικότερο κατά τη γνώμη μου στοιχείο του βιβλίου όμως είναι η μουσικολογική κριτική ανάλυση στην οποία μερικές φορές επιλέγει να προχωρήσει ο Παπαϊωάννου. Παραθέτω ένα μικρό απόσπασμα από το κεφάλαιο για τον Ντέιβιντ Μπόουι και την περίφημη περίοδο του Βερολίνου στα τέλη της δεκαετίας του εβδομήντα:

«Η μέθοδός τους στο Βερολίνο, μετά από εννιά περίπου μήνες διαμονής εκεί, είχε πια παγιωθεί: Ηχογραφούσαν ρυθμικές βάσεις και πάνω τους άπλωναν overdubs από ατμοσφαιρικούς ήχους δουλεύοντας λεπτές τους αποχρώσεις. Μέσα απ’ αυτή την επεξεργασία ξεπηδούσαν οι ιδέες για τη μελωδία και τους στίχους. Κάτι σαν να φτιάχνεις πρώτα το κάδρο και να περιμένεις μέσα απ’ αυτό ν’ αποκτήσει ζωή ο πίνακας από µόνος του. Ο Brian Eno είχε εισφέρει στη δημιουργική κονίστρα ένα δικής του επινόησης παιχνίδι. Κάρτες, τις οποίες σκορπούσε στο στούντιο ή καρφίτσωνε στον πίνακα ανακοινώσεων. Πάνω τους έγραφε σκόρπιες φράσεις ή λέξεις, μια ατυπική πρώτη ύλη για να πυροδοτηθούν συναισθηματικοί συνειρμοί, beat εικόνες και freestyle λεκτικές ακροβασίες. Ο Bowie τρεφόταν από κάτι τέτοια».

Εδώ ο Παπαϊωάννου αναλύει το κατά τη γνώμη μου ουσιαστικότερο κομμάτι της μουσικής, δηλαδή την ίδια τη διαδικασία της μουσικής δημιουργίας, και με οξυδέρκεια μας οδηγεί πίσω από τον τελικό ήχο αναδεικνύοντας τα διαφορετικά επίπεδα που αυτός κρύβει. Υπάρχουν αρκετά τέτοια αποσπάσματα στο βιβλίο, και είναι αυτά που θεωρώ ότι αποτελούν το βασικό του προτέρημα. Είναι ένα βιβλίο που πιστεύω ότι θα βρουν χρήσιμο οι περισσότεροι φαν της ρευστής και διαρκώς μεταβαλλόμενης ροκ μουσικής, τόσο οι μεγαλύτεροι ηλικιακά, οι οποίοι θα βρουν την ευκαιρία για ένα ταξίδι στις αναμνήσεις ή και την ευκαιρία για την επανεκτίμηση μουσικών και κλασικών έργων, όσο και για τους νεότερους, οι οποίοι αν είναι να ανακαλύψουν αυτόν τον μουσικό χώρο από την αρχή, καλό θα ήταν να το κάνουν σωστά με ένα αξιόλογο βιβλίο αναφοράς.

Το βιβλίο “Dead Rockers Society” του Παναγιώτη Παπαϊωάννου κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Δίαυλος

PODpourri: Ακούστε τις Λογοτεχνικές διαδρομές με τον Κωστή Καλογρούλη, ένα podcast για συζητήσεις γύρω από την παγκόσμια λογοτεχνία