Ο Σύλλας Τζουμέρκας και η Γιούλα Μπούνταλη μετά την κινηματογραφική Χώρα προέλευσης επιστρέφουν με το θεατρικό Ντιμπέιτ, το οποίο έχει βασιστεί στο βιβλίο του Χ. Ντ. Λόρενς Ερωτευμένες γυναίκες και διαδραματίζεται στην Ελλάδα του 2012. Το ελculture συνάντησε τον Σύλλα Τζουμέρκα, συνσκηνοθέτη του έργου και μίλησε μαζί του για αυτή την ιδιότυπη παράσταση που μοιάζει σαν να γράφτηκε χτες.

ελc: Ως αφορμή για το σκελετό της παράστασης επιλέξατε τις Ερωτευμένες γυναίκες του Χ. Ντ. Λόρενς, ένα βιβλίο που έχει γραφτεί το 1916 και έχει συμπεριληφθεί σε διάφορες λίστες με τα 100 καλύτερα βιβλία του 20ού αιώνα. Θέλετε να μας εξηγήσετε το λόγο για τον οποίο επιλέξατε το συγκεκριμένο βιβλίο;
Σ.Τ.: Ο βασικότερος λόγος είναι ότι περιέχει μερικά από τα πιο σκληρά, αστεία και ανηλεή ντιμπέιτ μεταξύ εραστών, συγγενών και φίλων, επειδή οι ήρωές του έχουν την τάση να αρθρώνουν έντονα και ειλικρινά αυτά που αισθάνονται όσο ασυνεχή κι αν είναι. Με τη Γιούλα Μπούνταλη θέλαμε από παλιά να ασχοληθούμε με τις Ερωτευμένες γυναίκες γιατί ήταν ένα από τα πιο αγαπημένα μας κείμενα, αλλά δεν είχε βρεθεί μέχρι τώρα το κατάλληλο πρίσμα. Όταν όμως στην Ελλάδα άρχισαν να γίνονται όλα αυτά που γίνονται, όταν δηλαδή πραγματικά και όχι μόνο στο μυαλό ή στην επιθυμία του καθενός άρχισε ένα αξιακό και κοινωνικό σύστημα να καταρρέει (όπως και στο έργο του Λόρενς), τόσο το ίδιο το μυθιστόρημα όσο και η σχέση μας με αυτό πήραν καινούργιο φως.

ελc: Ο τίτλος της παράστασης είναι ευρηματικός, το ίδιο και η αφίσα που απεικονίζει το άγαλμα της ελευθερίας μεταλλαγμένο σε… ματ! Όλο αυτό που βιώνουμε στις μέρες μας είναι τελικά ένα ντιμπέιτ αξιών;
Σ.Τ.:
Φυσικά. Όλοι θέλουμε να μας πουν και όλοι θέλουμε να πούμε τι πρέπει να κάνουμε, τι έχει αξία – πόσο μάλλον σήμερα. Και το κάνουμε με ελπίδα και από απόγνωση. Aλλά και με μια περίεργη έξη για τη συντριβή, αφού συνήθως ο στόχος μας σε τέτοιες συζητήσεις είναι με κάθε τρόπο να αφαιρέσουμε την αντίφαση που στη συνέχεια μας εκδικείται.

ελc: Στην παράσταση έχετε εξασφαλίσει τη φιλική συμμετοχή αρκετών… επιφανών ανθρώπων της εποχής μας. Ενδεικτικά αναφέρω τους: Μπαράκ Ομπάμα, Γκλέντα Τζάκσον, Σάρα Πέιλιν, Έζρα Πάουντ, Τάιρα Μπανκς, Ντόρις Λέσινγκ, Τίφανι Ρίτσαρντσον, Αν Χάθαγουεϊ, Πίτερ Σβαρτς. Επίσης, εμφανίζονται ως guest stars διάφοροι Έλληνες συνδικαλιστές, βουλευτές, μπλόγκερς αλλά και συνταγματάρχες! Πλούσιο cast! Επιπλέον, κάποια στιγμή στην παράσταση ακούγεται το τραγούδι I will always love you. Για ποιο λόγο επιλέξατε αυτούς τους ανθρώπους ως σύμβολα/σημεία αναφοράς της περιόδου που διανύουμε; Και υπάρχει συμβολισμός πίσω από την επιλογή του συγκεκριμένου κομματιού;
Σ.Τ.:
Διαλέξαμε το λόγο ανθρώπων που καθένας με τον τρόπο του όρισε το πώς σκεφτόμαστε και μέσα από την εργασία ή τη δημόσια δράση τους εξέφρασαν με έναν καθαρό τρόπο την εποχή τους ή το σήμερα. Ξεχωρισμένος ο λόγος αυτός από το πρόσωπο που τον έχει εκφέρει γίνεται με έναν καινούργιο τρόπο επικίνδυνος, γιατί αλλάζουν οι όροι με τους οποίους τον θεωρούμε ελκυστικό ή απωθητικό, ανόητο ή ευφυή. Στο συγκεκριμένο Ντιμπέιτ, λοιπόν, μπορεί να ανακαλύψετε ότι όταν λέτε την άποψή σας ερήμην σας συμφωνείτε με πολύ περίεργους ανθρώπους ή ότι δύο εκ διαμέτρου αντίθετοι άνθρωποι λένε πολύ κοινά πράγματα. Όσο για το I will always love you, δεν υπάρχει κανένας συμβολισμός, απλά ανακαλύψαμε ότι ο Λόρενς βάζει σε μια πολύ κρίσιμη στιγμή έναν ήρωά του να λέει: «Θα σ’ αγαπώ για πάντα».

ελc: Με τη Γιούλα Μπούνταλη που συνυπογράφετε το έργο χτίσατε μια παράσταση σε ένα πολύ λιτό σκηνικό, αλλά με ευρηματικό τρόπο (όπως η χρήση των δύο ηλεκτρονικών οθονών), ενώ με τους γρήγορους ρυθμούς του έργου καθώς και τους εναλλασσόμενους διάλογους των πρωταγωνιστών καταφέρατε να δώσετε ένα πολύ μοντέρνο αποτέλεσμα. Στον κινηματογράφο ο Λαρς Φον Τρίερ με το Dogville τόλμησε να γυρίσει μια ολόκληρη ταινία σε ένα υποτυπώδες σκηνικό. Όντας και συνσκηνοθέτης του έργου, πιστεύετε τελικά ότι είναι απαραίτητα τα πλούσια σκηνικά σε μια παράσταση ή η δύναμη του κειμένου και η ευρηματικότητα του σκηνοθέτη αρκούν για να βγει ένα δυνατό αποτέλεσμα, έστω και σε ένα εντελώς αφαιρετικό σκηνικό;
Σ.Τ.: Πιστεύω στην περιπέτεια να βρει κάθε έργο κινηματογραφικό ή θεατρικό τη φύση του. Τον τρόπο δηλαδή «απεύθυνσης» και συγκρότησης που του ταιριάζει. Κι αυτό προϋποθέτει πάντα και πολύ χτίσιμο και πολύ γκρέμισμα, αλλά και κάτι άλλο: την εντιμότητα στην απόλαυση. Να μη λες ψέματα, δηλαδή, για το τι σ’ ευχαριστεί και τι όχι.

ελc: Πόσο κωμωδία είναι τελικά η παράσταση;
Σ.Τ.:
Νομίζω πολύ. Αυτό όμως αλλάζει από μέρα σε μέρα, γιατί είναι έτσι στημένη η παράσταση, ώστε ο βαθμός κωμωδίας εξαρτάται πολύ από το πόσο στα σοβαρά παίρνει διάφορες κοινοτοπίες το εκλογικό σώμα, δηλαδή η εκάστοτε σύνθεση θεατών.

Διαβάστε περισσότερα για τη θεατρική παράσταση Ντιμπέιτ, που παίζεται κάθε Πέμπτη με Κυριακή μέχρι τις 8 Απριλίου στο Bios.