«Στη Χλόη», γράφει ο Καλβίνο,* «τη μεγάλη πόλη, τα άτομα που περπατάνε στους δρόμους δεν γνωρίζονται μεταξύ τους. Σε κάθε τους συναπάντημα φαντάζονται χίλια πράγματα ο ένας για τον άλλον, τις συναντήσεις που θα μπορούσαν να πραγματοποιηθούν μεταξύ τους, τις συζητήσεις, τις εκπλήξεις, τα χάδια, τις δαγκωματιές. Κανένας όμως δεν χαιρετά κανέναν, τα βλέμματα διασταυρώνονται για μια στιγμή, ύστερα δραπετεύουν, ψάχνουν άλλα βλέμματα, δεν σταματάνε πουθενά.»

Δεκαετίες μετά την παραβολή του Καλβίνο, οι Χλόες πολλαπλασιάστηκαν, και παρά τις συχνές κοινωνιολογικίζουσες υπερβολές, η αποξένωση στις πόλεις δεν είναι απλώς θέμα για τυποποιημένες εκθέσεις ιδεών λυκειόπαιδων αλλά βιωμένη πραγματικότητα. Είναι και η ηλεκτρονική εποχή που προτιμάει τις διαμεσολαβημένες υπερσυνδέσεις. Αλλά και η ανέμπνευστη πολεοδομική διαμόρφωση, μεταξύ άλλων, έβαλε κι εκείνη το χεράκι της στο να ζουν οι άνθρωποι χωριστά μέσα στα κτήρια και όχι μαζί ανάμεσά τους. Δε θα αρκεστούν όμως ποτέ οι άνθρωποι σ’αυτό. Η τάση που αχνοφαίνεται τα τελευταία χρόνια δείχνει την ανάγκη για εκείνο το πολυκαιρισμένο to know us better, για ζωή στο δρόμο, offline και από κοινού.

Η μικρομέγαλη Θεσσαλονίκη είναι κι αυτή μια Χλόη. Τα βλέμματα διασταυρώνονται, αλλά τα σώματα δεν αγγίζονται, στους αστικούς πυρήνες της οι κάτοικοι πιο συχνά συνυπάρχουν τυχαία, παρά συμβιώνουν. Όμως κι εδώ, η ανάγκη για ζωή offline είναι μεγάλη και οι Θεσσαλονικείς συνεχώς εφευρίσκουν αφορμές για να συνδέονται. Μέχρι τώρα, στο πλαίσιο του μικρού αφιερώματος στα «Πράγματα που συμβαίνουν στη Θεσσαλονίκη», είδαμε ένα δείπνο ιδεών και ένα φεστιβάλ που επιχειρεί να συγκεντρώσει σε μία κοινότητα όσους αγαπούν τη μουσική και τον κινηματογράφο. Στη σημερινή, τρίτη έκδοση, συναντάμε ένα ακόμη δείπνο, αυτή τη φορά μετά μουσικής, που στήθηκε σε έναν κεντρικό δρόμο της πόλης καλώντας τους κατοίκους του να «ξαναγίνουν γειτονιά».

Η οδός Αλεξάνδρου Σβώλου είναι ένας από τους πιο όμορφους και με χαρακτήρα δρόμους της πόλης. Δενδροσκεπής, αρχιτεκτονικά προικισμένη, αρτηρία που ενώνει τη ΔΕΘ με την Αγία Σοφία, αποτέλεσε για δεκαετίες το επίνειο της αστικής Θεσσαλονίκης, όμως τα τελευταία χρόνια, και παρά την εμπορική άνθηση του δρόμου, οι κάτοικοι του δρόμου ένιωσαν να χάνουν την αίσθηση της γειτονιάς, την έννοια της κοινότητας.

Η πρωτοβουλία μιας ομάδας κατοίκων του δρόμου, πιο συγκεκριμένα του ανατολικού τμήματός του, για τη διοργάνωση ενός δείπνου στον δρόμο με τη συμμετοχή και τη συνεισφορά των περιοίκων, εισήγαγε την ιδέα του κοινοτικού δείπνου που πραγματοποιείται σε διάφορες χώρες του εξωτερικού (και έχει πραγματοποιηθεί και στην Ελλάδα) βασιζόμενη στο εξής απλό σκεπτικό: κατέβα από την πολυκατοικία σου στον δρόμο με το φαγητό και τα σερβίτσια σου και μοιράσου χρόνο με τους «άγνωστους» που ζουν δίπλα ή απέναντί σου.

Στο «Δείπνο της Άνοιξης» που παρατέθηκε την περασμένη Δευτέρα 28 Απριλίου, παρά τη βροχή που δε λέει να σταματήσει τις τελευταίες ημέρες, περίπου 160 Σβωλιώτες που είχαν ήδη δηλώσει συμμετοχή σχημάτισαν μικρά «χωριά», κατά ιδιότητα ή ηλικία , και μοιράστηκαν το φαγητό τους (που είχαν μαγειρέψει οι ίδιοι ή είχαν προσφέρει οι καταστηματάρχες του δρόμου) σε πλαστικά τραπέζια κατά μήκους του πεζοδρομίου, ενώ το πάρτι συνεχίστηκε χθες Τρίτη με τη διοργάνωση μιας συναυλίας δρόμου, με την παρέα πολλών ακόμη «λαθραίων» παρευρισκόμενων.

Οι δύο αυτές βραδιές όμως, δεν είναι παρά δύο στιγμιότυπα της δράσης της ομάδας των κατοίκων της Σβώλου που δε στοχεύει απλώς στη γνωριμία και στην ομορφιά της καλημέρας στη γειτονιά, αλλά στη συνεννόηση που θα ακολουθήσει και θα οδηγήσει στην αυτοοργάνωση και την «κοινωνική συνοχή στο πεζοδρόμιο», όπως αναφέρει ο κ. Λάζαρος Χατζηνάκος, εκ των ιδρυτικών μελών της ομάδας. Μπορεί να μας φέρνει στο νου εικόνες από ταινίες της Φίνος Φιλμς ή παλιές φωτογραφίες γειτόνων στα πεζούλια και τα πλατύσκαλα, όμως η ιδέα δε γεννήθηκε μόνο από την ανάγκη νοσταλγών πενηντάρηδων να ξαναβρούν τον χαμένο συνδετικό ιστό τους μπολιάστηκε με την ορμή μιας παρέας εικοσάρηδων να καταγράψουν και να επιχειρήσουν να διαμορφώσουν την καθημερινότητά τους μέσα από τη Σβώλου TV, μια τηλεόραση δρόμου που έθεσε το πρώτο, βασικό ερώτημα: «Πώς νιώθετε όταν διασχίζετε τη Σβώλου»;

Οι απαντήσεις των κατοίκων κατέδειξαν την ανάγκη για «κοινωνική καινοτομία», για αυτενέργεια, ευρηματικότητα και αλληλεγγύη, για την αλλαγή που μπορεί πια να έρθει μόνο από αυτό το περιβόητο «από τα κάτω» για να γεννήσει νέους θεσμούς, και έθεσαν συγκεκριμένες προτάσεις, όπως η ανάπλαση του αστικού τοπίου σε συνεργασία με το Πολυτεχνείο, η μετατροπή του δρόμου σε «ήπιας κυκλοφορίας», η από κοινού φροντίδα παιδιών και ηλικιωμένων, κ.α. (και κάτι για να μην πλημμυρίζει ο δρόμος κάθε φορά που βρέχει, θα προσέθετα εγώ, και ας μην είμαι κάτοικος του δρόμου).

Οι Σβωλιώτες το καταδιασκέδασαν, οι διοργανωτές, παρότι όχι πλήρως ικανοποιημένοι από το αποτέλεσμα, δήλωσαν την πρόθεσή τους να επαναλάβουν το εγχείρημα –καταρτίζοντας και μοιράζοντας γι’αυτόν τον σκοπό ειδικά ερωτηματολόγια αξιολόγησης της δράσης- ενώ οι «φιλοξενούμενοι» ζήλεψαν και θέλουν κι εκείνοι να διοργανώσουν ανάλογες δράσεις στη δική τους γειτονιά. Πολύ ωραία. Και τώρα που βρήκαμε τον τρόπο, όταν με το καλό ολοκληρωθεί το to know us better σε επίπεδο γειτονιάς, να δούμε πώς να προξενέψουμε τις γειτονιές μεταξύ τους, μήπως και ξαναγίνουμε από Χλόη Θεσσαλονίκη.

Υ.Γ. Ενδιαφέρουσα λεπτομέρεια κοινωνιολογικής φύσεως για τη ζωή στις πόλεις: Οι διοργανωτές ανέφεραν ότι μοίρασαν τουλάχιστον 700 προσκλήσεις στους κατοίκους του δρόμου από πόρτα σε πόρτα, με μάλλον απογοητευτικά αποτελέσματα. Αντίθετα, στην online κοινότητα η ανταπόκριση ήταν πιο εύκρατη-μεσογειακή. Συμπέρασμα;

* Ίταλο Καλβίνο, Οι αόρατες πόλεις, μτφρ. Ανταίος Χρυσοστομίδης, Εκδ. Καστανιώτη, 2004