– Προδίδετε πάλι την Ποίηση, θα μου πεις,
την ιερότερη εκδήλωση του Ανθρώπου
τη χρησιμοποιείτε πάλι ως μέσον, υποζύγιον
των σκοτεινών επιδιώξεών σας
Εν πλήρει γνώσει της ζημιάς που προκαλείτε
Με το παράδειγμά σας στους νεωτέρους.
Το τι δεν πρόδωσες εσύ να μου πεις
Εσύ κι οι όμοιοί σου, χρόνια και χρόνια,
Ένα προς ένα τα υπάρχοντά σας ξεπουλώντας
Στις διεθνείς αγορές και τα λαϊκά παζάρια
Και μείνατε χωρίς μάτια για να βλέπετε, χωρίς αφτιά
Ν’ ακούτε, με σφραγισμένα στόματα, και δε μιλάτε.
Για ποια ανθρώπινα ιερά μας εγκαλείτε;
Ξέρω: κηρύγματα και ρητορείες πάλι, θα πεις.
Ε ναι λοιπόν! Κηρύγματα και ρητορείες.
Σαν πρόκες πρέπει να καρφώνονται οι λέξεις
Να μην τις παίρνει ο άνεμος.

Μανώλης Αναγνωστάκης – «Ποιητική» (1970)

Προεκλογικές μέρες πάνω από την πόλη. Μέρες των αντιθέσεων. Η ζωή όπως εκτυλίσσεται στην καθημερινότητά της και η σεναριακή εκδοχή της για τα δελτία ειδήσεων και τα πολιτικά μπαλκόνια. Κηρύγματα και ρητορείες. Πώς γίνεται κάποιοι να πανηγυρίζουν για το φως στην άκρη του τούνελ όταν οι υπόλοιποι είναι στο λάκκο μέχρι το λαιμό; Να υπόσχονται άπλετο φως, και το φως τους, σκέτη «πληροφόβηση», να καίει; Να προγραμματίζουν τη μοιρασιά των περισσευούμενων όταν οι άλλοι αναγκάζονται να συστέλλουν τις ζωές τους και να αναστέλλουν λειτουργίες όλο και πιο ζωτικές, όλο και πιο κοντά στο κώμα; Πώς γίνεται να μιλάμε για ευημερία όταν ο πολιτισμός δε βρίσκει τον δρόμο του στις ημερήσιες ατζέντες παρά ως ανυπόφορη όχληση;

Μέσα σ’αυτές τις μέρες, οι δέκα μέρες του Μάρτη όπου οι όροι αντιστρέφονται. Η ζωή συμπυκνωμένη στη ντοκιμενταρίστικη εκδοχή της. Το ντοκιμαντέρ έχει πάψει από καιρό να είναι η εθνογραφική παρατήρηση του μακρινού ανοίκειου ή ο εναλλακτικός τρόπος θέασης του κόσμου, και έγινε ο τρόπος να αντιπαρέρχεσαι τον παραλογισμό, να καταλαβαίνεις τι στο διάβολο γίνεται σ’αυτό τον κόσμο, η καθημερινή ανάγκη, όπως κάποτε οι άνθρωποι ξυπνούσαν το πρωί και έτρεχαν στο περίπτερο για εφημερίδα ή περίμεναν με ανυπομονησία τα επίκαιρα πριν αρχίσει η κανονική προβολή με το καουμπόικο. «Το ντοκιμαντέρ ανέλαβε από νωρίς να σηκώσει στις πλάτες του όλο το βάρος του κόσμου, να είναι ταυτόχρονα αισθητική, αλλά και αλήθεια, σε έναν κόσμο που χάνει τον βηματισμό και την ομορφιά του». Η καταφυγή στο σκοτάδι (της αίθουσας) που δείχνει όσα το φως της «πληροφόβησης» αποκρύπτει.

Το 16ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης πραγματοποιήθηκε από τις 14 ως τις 23 Μαρτίου μέσα σε μια παράξενη συγκυρία. Δεν είναι μόνο οι προεκλογικές μέρες ή ο παραλογισμός του πολιτικού τους λόγου, ο φόβος για την οικονομική επιβίωση του Φεστιβάλ στη μ.Ε. (μετα ΕΣΠΑ) εποχή ή ο προβληματισμός για την αναρρίχηση στη θέση του Προέδρου του Δ.Σ. του γενικώς απόντα από τη φετινή διοργάνωση Γιάννη Σμαραγδή. Ούτε τα απόνερα από το κλείσιμο της ΕΡΤ ή την πρόσφατη δημοσκόπηση για την καταβαραθρωμένη αξιοπιστία των ΜΜΕ εν Ελλάδι. Είναι που η άνοιξη ενέσκηψε απότομα και κάτω από το εκτυφλωτικό, πολλά υποσχόμενο μετά από έναν ζοφερό χειμώνα, φως του ήλιου της είναι εύκολο να ξεχάσεις το σκοτάδι το δικό σου, πολλώ δε μάλλον το ξένο. Δεν είναι μόνο το φως της πληροφόβησης αυτό που θαμπώνει. Είναι και οι μέρες των αντιθέσεων. Μπορείς, π.χ., να αγνοήσεις το στυλιζαρισμένο βραδινό πλάνο του Παρισιού και να εστιάσεις το βλέμμα σου στον πλάνητα άστεγο που κοιμάται σε ένα χαρτοκούτι απέναντι από τον Πύργο του Άιφελ;

Το 16ο ήταν το πιο συνεσταλμένο, οργανικά, Φεστιβάλ από τη γέννηση του θεσμού. Οικονομικά συμπιεσμένο, χωρίς πολλές τυμπανοκρουσίες και φανφάρες, και σχετικά ήσυχο (αν εξαιρέσουμε τα παρατράγουδα με το ζήτημα της ΕΡΤ και τα πολιτικά αντανακλαστικά που τσίγκλισε το ντοκιμενταρίστικο πορτραίτο του Αλέξη Τσίπρα), δε φάνηκε να απασχολεί ιδιαίτερα τον Τύπο φέτος, αφημένο στην ησυχία του και από τους κάθε λογής επίδοξους καπηλευτές των τελευταίων ετών. Και την ίδια στιγμή, το πιο ανήσυχο, αντανάκλαση της συλλογικής ανησυχίας σε έναν κόσμο που παλεύει να μας εφησυχάσει, μέσα από το πολυσυλλεκτικό του πρόγραμμα των δέκα θεματικών ενοτήτων και των 191 ταινιών από 42 χώρες, που δεν ενθουσίασαν πάντα για την τεχνική τους αρτιότητα, αλλά είχαν πάντα μια ενδιαφέρουσα ιστορία να διηγηθούν.

Το κοινό έσπευσε στις αίθουσες (τις νύχτες, τις ημέρες για φωτοσύνθεση στα καφέ της παραλίας και στην προβλήτα του λιμανιού) για τα σύγχρονα «επίκαιρα», όσο απομακρυσμένα στον χώρο ή τον χρόνο και να ήταν αυτά. Το κλείσιμο της ΕΡΤ, το καυστικό πορτραίτο της νονάς «Μερκιαβέλι», η κρυφή ιστορία των φυλακών στη Ρωσία και η διαχρονικότητα της κατά Τσόμσκι «κατασκευασμένης συναίνεσης» (στην τρίτη sold out προβολή της στο Φεστιβάλ από το 2002 ως σήμερα, αν δεν κάνω λάθος) απασχόλησαν τη δημόσια σφαίρα του Φεστιβάλ, ενώ η αντιπαράθεση των προβολών έδειξε ότι ο «πόλεμος» είναι πάντα ο ίδιος είτε γίνεται στη Συρία, στο Γκεζί, την Ουκρανία , τη Λευκορωσία, την Κερατέα ή τη Χαλκιδική, και ότι η Ιστορία είναι πάντα συνυφασμένη με τη διατήρηση της μνήμης, στην Καμπότζη ή τα Καλάβρυτα.

«Δυστυχώς μας χαρίστηκε μία και μοναδική ζωή, την οποία προσπαθούμε απελπισμένα να επιμηκύνουμε, εμπλουτίζοντας τον όγκο και την ποικιλία των εμπειριών και των αναμνήσεών μας. Η αξία του ντοκιμαντέρ είναι ακριβώς αυτή», ανάφερε η παρουσιάστρια της σύντομης τελετής λήξης Μάγια Τσόκλη, απηχώντας τον αφορισμό του ΜακΛούαν για τα μίντια ως προεκτάσεις των αισθήσεων του ανθρώπου. Εκτός όμως από τις αισθήσεις, πρέπει να επιμηκύνεται και η μνήμη. Τι αξία έχουν τα «συγκλονιστικά» ντοκιμαντέρ όταν η προηγούμενη και η επόμενη μέρα τους είναι απαράλλαχτες; Πόσο μακράς διάρκειας είναι η συμπυκνωμένη ζωή που προσφέρουν;

Ο Αλέν Ρενέ μιλούσε για τον κόσμο που δεν αλλάζει και τον πόλεμο που συνεχίζει να υπάρχει, παρά τα όνειρα για την αλλαγή του κόσμου και παρά τις εκατοντάδες αντιπολεμικές ταινίες. Ο Πίτερ Ουιντόνικ οραματιζόταν έναν κόσμο όπου όλα τα ντοκιμαντέρ που θα γυρίζονταν θα ήταν υπέροχα, γιατί όλα τα προηγούμενα θα τον είχαν ήδη αλλάξει. Αν αυτό αργεί, σαν πρόκες να καρφώνονται οι εικόνες, να μην τις παίρνει η λήθη και ο εκτυφλωτικός ήλιος της άνοιξης.

Το 17ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης θα πραγματοποιηθεί από τις 13 έως τις 22 Μαρτίου 2015.

Διαβάστε αναλυτικά τα βραβεία της φετινής διοργάνωσης.