Το «Δεν Κρατιέμαι» ξεκινά δηλώνοντάς μας πως όσα θα παρακολουθήσουμε συνιστούν μυθοπλασία, είναι προϊόν φαντασίας και δεν έχουν σχέση με πραγματικά γεγονότα. Κι αυτό γίνεται σε μια εποχή που ολοένα και περισσότερα κινηματογραφικά και λογοτεχνικά έργα αρέσκονται να τονίζουν το αντίθετο, πως είναι δηλαδή βασισμένα σε αληθινή ιστορία, έχοντας ίσως κατά νου πως αυτό τους δίνει κάποιο είδος κύρους και πως το να έχεις ως πρώτη ύλη την πραγματικότητα φέρνει το έργο σου πιο κοντά στην αλήθεια. Θα μου άρεσε να διαβάσω αυτή τη δήλωση σε αυτό το πλαίσιο, ωστόσο μέσα στην ταινία ο Αλμοδόβαρ αφενός αναφέρεται σε οικονομικά σκάνδαλα και αφετέρου φτάνει να κανιβαλίσει ελαφρώς (όλα στην ταινία είναι άλλωστε ελαφρά, η ταινία είναι επιτομή της ελαφρότητας, με όλα τα καλά και όλα τα κακά του όρου) ακόμη και τον βασιλιά της Ισπανίας, οπότε μάλλον δεν θέλει να κάνει κάποια γενικότερη αισθητική διακήρυξη κατά της ψευδεπίγραφης μεταγραφής της πραγματικότητας και υπέρ της αυτοκρατορίας της φαντασίας, αλλά απλώς φυλάει του νώτα του.

Το «Δεν Κρατιέμαι» είναι μια ταινία που φωνάζει πως δεν είναι ιδιαίτερων απαιτήσεων, πως αποτελεί βασικά ένα «αστείο», πως ο Αλμοδόβαρ την έφτιαξε για να διασκεδάσει πρώτα απ’ όλα ο ίδιος. Ωστόσο είναι τόσο μάστορας που το παζλ της κωμωδίας του είναι φτιαγμένο όχι μόνο από αυτοτελώς κωμικά κομμάτια (π.χ. η μεγαλοκοπέλα παρθένα, που είναι εύκολη, απλά δεν είναι τυχερή – και φέρνει στο μυαλό τον χαρακτήρα της Ιζαμπέλ Ιπέρ στο “Αmateur” του Χαρτλευ που ήταν παρθένα, επειδή ήταν νυμφομανής μεν, επιλεκτική δε), αλλά και από στοιχεία που θα μπορούσαν να αποτελέσουν τη βάση για μελοδραματικές -ή ακριβέστερα αλμοδοβαρικά μελοδραματικές- ταινίες (π.χ. ο άντρας που καταδιώκεται από γυναίκες που φτάνουν στα όρια της αυτοκτονίας για αυτόν). Την σεναριακή μαστορία του προδίδουν κι άλλα στοιχεία, όπως το πότε αποκαλύπτεται η ακριβής ιδιότητα του κάθε επιβάτη ή το ότι όλοι πάνε στο Μεξικό για ένα λόγο που αποκαλύπτεται στην πορεία ή το ότι οσοδήποτε προδήλως και ως κράχτες κι αν λειτουργούν ο Μπαντέρας και η Πενέλοπε Κρουζ, το σύντομο πέρασμά τους στην αρχή της ταινίας συνδέεται αιτιωδώς με την ιστορία. Από την άλλη, δύο τουλάχιστον σεναριακές απιθανότητες σε καλούν να αποφασίσεις αν τις έχει βάλει επίτηδες ώστε να κάνει πλάκα και με αυτές ή, αντίθετα, αν στηρίζει τον συγκεκριμένο εντυπωσιασμό του σε ευκολίες.

Ένα αεροπλάνο που ξεκίνησε για αλλού, είναι σίγουρο ότι εξαιτίας τεχνικού προβλήματος δεν θα φτάσει στον προορισμό του και κάνει γύρους μέχρι να βρεθεί διαθέσιμη πίστα να κάνει αναγκαστική προσγείωση. Το ταξίδι αποκλείεται να καταλήξει για εκεί που ξεκίνησε και το μόνο ζητούμενο είναι αν θα καταλήξει σε τραγωδία: ο Αλμοδόβαρ κοιμίζει τους επιβάτες της οικονομικής θέσης δίνοντάς τους χάπια. Όσο αυτοί ταξιδεύουν ναρκωμένοι, οι επιβάτες της Business μαθαίνουν τι συμβαίνει. Η σύνθεσή τους είναι φυσικά παράταιρη: μια μέντιουμ που μυρίζει τον θάνατο (αν και μπερδεύει αρχικά, όπως η ίδια λέει, την οσμή του με αυτή των επιβατών που κλάνουν στον ύπνο τους), μια ντομινατρίξ που κατά δήλωσή της έχει πάει αυτή και τα κορίτσια που δουλεύουν για αυτήν και με τους εξακόσιους πιο ισχυρούς άντρες στην Ισπανία, ένας μεγαλοεπιχειρηματίας – μεγαλοαμόγιο που τον κυνηγούν για χρέη, ένας υπεύθυνος ασφαλείας – επαγγελματίας δολοφόνος, ένας ηθοποιός που πάει να παίξει σε μεξικάνικη σαπουνόπερα, ένα νιόπαντρο ζευγάρι που ξεκινά τον μήνα του μέλιτός του. Και φυσικά εκτός από τους επιβάτες, έχουμε αυτό που δίνει και τον τόνο στην ταινία, ήτοι το πιο γκέι πλήρωμα στην ιστορία του κινηματογράφου: ένας αεροσυνοδός που δεν μπορεί να πει ποτέ ψέμματα, ένας άλλος που προσεύχεται σε ένα βαλιτσάκι που έχει μέσα κάτι Βούδες για τον τρίτο συνάδελφό τους που είναι μέσα στις καταχρήσεις. Οι τρεις του θα προσφέρουν ένα χορευτικό νούμερο υπό τους ήχους του “Ι am so excited”. Σε αντιδιαστολή με την έκδηλη θηλυπρέπεια των αεροσυνοδών, οι δυο πιλότοι μοιάζουν βράχοι «αντρίλας», μέχρι να αρχίσει να ξετυλίγει ο Αλμοδόβαρ και τον δικό τους μίτο.

Όταν το αεροπλάνο θα προσγειωθεί αναγκαστικά, ο Αλμοδόβαρ επιλέγει να μην μας δείξει τη σκηνή, επιλέγει να μας δείξει το αεροδρόμιο και να ακούσουμε τους ήχους της προσγείωσης. Υπό μία έννοια είναι μια ενδιαφέρουσα επιλογή, καθώς το να σκηνοθετούσε μια τέτοιου είδους σκηνή δεν θα του πήγαινε. Ωστόσο όταν όλη την ώρα παρακολουθείς το τι συμβαίνει μέσα σε ένα αεροπλάνο και όταν ξεκινά αυτό την προσγείωσή του παύεις να το βλέπεις, νιώθεις και λίγο εξαπατημένος, βρίσκεις περισσότερο μια σκηνοθετική ευκολία παρά μια συνειδητή αισθητική απόφαση. Από την άλλη, δεν έχει στεγνώσει το μελάνι της σκέψης σου για αυτήν την επιλογή του και αμέσως μετά μας προσφέρει ένα εξαιρετικό αλμοδοβαρικό φινάλε με τους επιβάτες και το πλήρωμα να κατεβαίνουν μέσα σε ονειρικούς αφρούς. Χαλάλι του που δεν μας έδειξε την προσγείωση, υπάρχουν δεκάδες αμερικάνικες ταινίες με αεροπλάνα που προσγειώνονται βιαίως.

Το τελικό ερώτημα λοιπόν είναι: δεν θα έκρινε κανείς πολύ πιο αυστηρά και με πολύ πιο σηκωμένο φρύδι την ταινία, αν δεν ήταν του Αλμοδόβαρ; Η απάντηση νομίζω είναι πως μάλλον δεν θα πήγαινε να τη δει κανείς την ταινία, αν δεν ήταν δική του. Είτε βλέποντας το τρέιλερ είτε διαβάζοντας τι αφορά, θα την προσπερνούσε ως σαχλαμάρα. Βλέποντάς την όμως, χωρίς να μπορείς να αποκλείσεις το ενδεχόμενο πως είναι πράγματι μια σαχλαμαρίτσα, περνάς ευχάριστα, ίσως γιατί οι αληθινά ταλαντούχοι δημιουργοί μπορούν ακόμη και τις σαχλαμαρίτσες να στις προσφέρουν χωρίς να σε προσβάλλουν και με τρόπο που σε αποζημιώνει.