Ασανσέρ oυρανοξύστη μπλοκάρει. Τρεις άντρες και δυο γυναίκες είναι κλεισμένοι μέσα του. Κάθε φορά που κλείνουν τα φώτα κάποιος θα υποφέρει, ίσως να πεθάνει κιόλας. Γιατί; Επειδή ένας από τους πέντε δεν είναι όποιος κι όποιος, αλλά ο διάβολος. Αυτοπροσώπως. Πώς το ξέρουμε αυτό; Επειδή από τo ξεκίνημα του «Devil» μας προϊδεάζει σε αφήγηση με φωνή off ο επιστάτης του ουρανοξύστη. Του τα έλεγε εκείνου η γιαγιά του πριν πέσει για ύπνο: καμιά φορά ο διάβολος εμφανίζεται και βασανίζει τους αμαρτωλούς πριν πάρει την ψυχή τους. Στην κάμερα ασφαλείας, μέσω της οποίας παρακολουθεί τους εγκλωβισμένους στο ασανσέρ, εμφανίζεται στιγμιαία ένα περίεργο σχήμα. Έτσι ο επιστάτης δεν έχει πια την παραμικρή αμφιβολία για το τι συμβαίνει. Το ανακοινώνει στο συνάδελφό του. Εκείνος τον αποπαίρνει και του ζητάει να μη λέει μαλακίες, γιατί εκτίθεται. Όταν αρχίζουν τα εγκλήματα και πλακώνει κι η αστυνομία, το ανακοινώνει και στον αστυνομικό. Ο αστυνομικός ρωτάει με ένα μείγμα κατάπληξης και περιφρόνησης το συνάδελφο του επιστάτη: «Μα σοβαρολογεί;». Εδώ η ερώτηση θα έπρεπε να αντιστραφεί και να τεθεί από την πλευρά του θεατή: Μα σοβαρολογείτε; Μα είναι δυνατόν να είναι αυτή η υπόθεση της ταινίας σας; Δεν θα έπρεπε να υπάρχει ένα μίνιμουμ μη γελοιότητας;

Η προφανής απάντηση είναι ότι παρακολουθείς μια ταινία είδους, με τις συμβάσεις και τους κανόνες που κουβαλά. Θες να δεις ένα μεταφυσικό θρίλερ – το βλέπεις, δεν θες – δεν το βλέπεις. Δεν διαφωνεί κανείς, ωστόσο ίσως η περίπτωση του «Devil» αντανακλά το πως καμιά φορά το χολιγουντιανό σινεμά χάνει κάθε επαφή με την πραγματικότητα και μετατρέπεται σε ένα κλειστό, αυτοαναφορικό σύστημα που δεν παίρνει αέρα από πουθενά: Μια ιδέα για κινηματογραφικό είδος ρίχνεται στο τραπέζι. Η ερώτηση του αστυνομικού θα έπρεπε ίσως να είχε υποβληθεί στο στάδιο της χρηματοδότησης της ταινίας. Μα είναι δυνατόν να ζητάτε να γυρίσουμε αυτό το σενάριο; Η ερώτηση μήπως είναι εντελώς αστεία η ιδέα της ταινίας δεν πέφτει προφανώς ποτέ στο τραπέζι. Ή ακόμη και αν πέφτει κρίνεται δευτερεύουσας σημασίας, κρίνεται ότι δεν πρόκειται να έχει καμία κακή εμπορική επίπτωση, κρίνεται ότι δεν πρόκειται να στραβώσει εκ των προτέρων ο κόσμος και να μην πάει να τη δει, κρίνεται ότι δεν πρόκειται να λειτουργήσει εκ των υστέρων αρνητικά στο «από στόμα σε στόμα».

Ωστόσο δεν έχουμε να κάνουμε με τις συνήθεις περιπτώσεις ανθρώπων με περιορισμένη φαντασία. Εδώ στην καρδιά της ταινίας υπάρχει ένας αληθινά ταλαντούχος δημιουργός, ο Μ. Νάιτ Σιάμαλαν. Επειδή όμως όπως λέει έχει πολλές ιδέες και είναι κρίμα να πάνε χαμένες και άλλωστε του αρέσει η ομαδική δουλειά, δίνει την ιστορία του σε άλλους για να την κάνουν σενάριο και στη συνέχεια να τη σκηνοθετήσουν, όπως θα κάνει και με δύο ακόμα ιστορίες του, σε ένα πρότζεκτ με ορίζοντα τριλογίας και γενικό τίτλο «Τα χρονικά της νύχτας». Στο «Devil» η σκηνοθεσία δεν καταφέρνει να φτάσει στο ύψος των «μπου» στα οποία μας συνήθιζε ο ίδιος ο Σιάμαλαν, ενώ το σενάριο δεν αναπτύσσει καθόλου τους χαρακτήρες, δεν ενδιαφέρεται στο παραμικρό για τις υποτιθέμενες αμαρτίες τους που μένουν απλή αναφορά, καθώς όλα επικεντρώνονται γύρω από την πλοκή και την κίνηση της δράσης. Και σε αυτό το επίπεδο πράγματι η ταινία δεν τα πάει άσχημα. Το «Devil» μοιάζει και είναι μικρό σε μέγεθος, επιχειρώντας και τελικά πετυχαίνοντας να κερδίσει σε τέμπο, ατμόσφαιρα και ένταση, με αποτέλεσμα να βλέπεται με σχετικό ενδιαφέρον, με το βασικό ερώτημα βέβαια να μην σε εγκαταλείπει ποτέ: Μα σοβαρολογείτε;

Και εδώ είναι το πρόβλημα: ο Σιάμαλαν συνήθιζε να κάνει ταινίες που δεν υποτιμούν τη νοημοσύνη του θεατή, συνήθιζε να κάνει ταινίες τελικά έξυπνες, ταινίες με τον τρόπο τους ανατρεπτικές. Στο «Σκοτεινό Χωριό» π.χ. έπαιξε με το ίδιο το είδος των ταινιών τρόμου αποδομώντας τες και ταυτόχρονα υμνώντας τες, στο «Lady in the Water »έπαιξε με τις προσδοκίες των θεατών και τη στερεοτυπική σκέψη των κριτικών για το σινεμά των ειδών.
Στο «Devil» όμως όλα είναι από την αρχή πεταμένα στα μούτρα μας και κινούμαστε στον αντίποδα της εξυπνάδας. Επίσης η κεντρική ιδέα του «Devil» έχει πολλά περισσότερα κοινά σημεία με την κεντρική ιδέα του «Οιωνού» από όσα θα έπρεπε για έναν δημιουργό που δεν θέλει να επαναλαμβάνεται. Αλλά σε αντίθεση με τον «Οιωνό» που η ταινία αποκάλυπτε τα χαρτιά της μόνο στο τέλος, όντας μια ευφυέστατη παραπλάνηση του θεατή, εδώ το άνοιγμα των χαρτιών στο τέλος δεν έρχεται να ανατρέψει τίποτα, έρχεται αντίθετα να στήσει ηθικά διδάγματα και μεγάλα μηνύματα πάνω στην ίδια τη σαθρότατη βάση στην οποία στηρίχθηκε, πάνω σε μια προσέγγιση του μεταφυσικού αντάξια τηλε-ευαγγελιστών. Αν τα bedtime stories απευθύνονται σε παιδάκια για να τα κοιμίσουν, οι bedtime movies απευθύνονται σε θεατές με μονίμως κοιμισμένες απαιτήσεις.