Όσοι ασχολούνται με τα αθλητικά έχουν πληροφορηθεί το σκηνικό, για τους υπόλοιπους μια μικρή σύνοψη: Σάββατο βράδυ, Βελιγράδι, προκριματικά παγκοσμίου κυπέλλου ποδοσφαίρου, Σερβία – Πορτογαλία, το σκορ 2-2, στις καθυστερήσεις του αγώνα ο Κριστιάνο Ρονάλντο πλασάρει, η μπάλα καταλήγει αργά και βασανιστικά προς το τέρμα, περνάει εμφανώς τη γραμμή του τέρματος, ένας αμυντικός τη διώχνει με τάκλιν, διαιτητής και επόπτης δεν βλέπουν καλά, νομίζουν ότι ο αμυντικός πρόλαβε να τη διώξει τελευταία στιγμή, δεν μετράνε το γκολ, δείχνουν ότι το παιχνίδι πρέπει να συνεχιστεί, ο Κριστιάνο πηγαίνει προς τον επόπτη και διαμαρτύρεται έντονα, ο διαιτητής του δείχνει κίτρινη κάρτα για τη διαμαρτυρία, ο Κριστιάνο κάνει χειρονομίες δείχνοντας πόσο πολύ είχε περάσει η μπάλα τη γραμμή και μετά σηκώνεται και φεύγει από το γήπεδο, πετώντας και το περιβραχιόνιο του αρχηγού της Εθνικής Πορτογαλίας. Το παιχνίδι, που ήταν ούτως ή άλλως στις τελευταίες του στιγμές, λήγει.

Ζήτημα πρώτο: η κατάφωρη αδικία. Δεν είναι αμφισβητούμενη φάση, δεν είναι φάση που χωράει υποκειμενική εκτίμηση, είναι φάση που ή την βλέπεις σωστά και μετράς το γκολ, ή σου ξεφεύγει και στερείς το γκολ από την ομάδα που το έβαλε και μαζί τη νίκη.

Ζήτημα δεύτερο: η κατάφωρη αδικία που κανονικά έχει πάψει να είναι μέρος του παιχνιδιού, αλλά εδώ κατά θεσμική εξαίρεση εξακολουθεί να είναι. Σε κάθε εποχή η μη κατακύρωση ενός τέτοιου γκολ θα σκανδάλιζε, αλλά το γεγονός ότι ένα τέτοιο γκολ δεν μετράει στο 2021, όταν υπάρχει εδώ και χρόνια η goal line technology και κυρίως όταν εδώ και λίγα χρόνια εφαρμόζεται παντού στις σοβαρές ποδοσφαιρικές διοργανώσεις το VAR (η επανεξέταση δηλαδή των επίμαχων φάσεων μέσω του βίντεο), σκανδαλίζει πολλαπλώς. Δυο ζευγάρια μάτια μπορεί να κάνουν λάθος ή να έχουν και δόλο. Το σύστημα υποτίθεται σε προστατεύει πια και από το λάθος και από τον δόλο. Αν υπήρχε goal line technology ή VAR, το γκολ θα το μετρούσε ο πρόεδρος της σερβικής ομοσπονδίας ποδοσφαίρου, ο πιο τελειωμένος Σέρβος χούλιγκαν, ο φανατικότερος hater του Κριστιάνο, ο παίκτης που έδιωξε την μπάλα μέσα απ’ το τέρμα. Κατ΄εξαίρεση στα προκριματικά του παγκοσμίου κυπέλλου δεν υπάρχουν όμως αυτά τα εργαλεία κι έτσι το μεγάλο διαιτητικό λάθος παραμένει παράγοντας του παιχνιδιού. Κακό να νιώθεις ότι σε κλέβουν, αλλά ακόμα χειρότερο να νιώθεις ότι ενώ αυτό δεν είναι πια μέρος του παιχνιδιού, ότι ενώ το παιχνίδι δεν παίζεται έτσι πια, ότι ενώ δεν συνυπολογίζεις πια μια τόσο κραυγαλέα αδικία ως ενδεχόμενο παράγοντα επηρεασμού του αποτελέσματος, στη συγκεκριμένη διοργάνωση εξακολουθεί να υπάρχει το θεσμικό παράθυρο στην αδικία.

©Zhu Hongzhi

Ζήτημα τρίτο: το ποιόν της αντίδρασης απέναντι στην κατάφωρη αδικία, γιατί ο αδικημένος δεν είναι σαν τους άλλους. Δεν είναι όποιος κι όποιος, είναι ένας από τους κορυφαίους όλων των εποχών και στο μυαλό του μάλλον και ο κορυφαίος όλων των εποχών. Αν η εξόφθαλμα λάθος απόφαση των διαιτητών είναι κάτι που έχει συμβεί και ξανασυμβεί στην Ιστορία του ποδοσφαίρου, το να φεύγει ο ποδοσφαιριστής από το γήπεδο είναι κάτι εντελώς σπάνιο ως πρωτόγνωρο. Δεν είναι ότι παίζει θέατρο. Το ποιόν και η αυθεντικότητα της αντίδρασής του έχει να κάνει με το εξής παράδοξο: νιώθει ακόμα περισσότερο αδικημένος, ακριβώς επειδή θεωρεί ότι λόγω του στάτους του δικαιούται περισσότερο απ’ τους άλλους να μην αδικείται, είναι πολύ μεγάλος για να αδικηθεί, είναι διπλά άδικο να αδικείται. Αφού δεν μου φέρεται το παιχνίδι ως κορυφαίο σταρ, θα του φερθώ εγώ ως κορυφαίος σταρ και θα σηκωθώ να φύγω απ΄τη σκηνή της αδικίας.

Ζήτημα τέταρτο: η υποκειμενικότητα της αγανάκτησης απέναντι στην αντικειμενική αδικία.  Η λεπτή διαφορά ανάμεσα στην αδικία ως στοιχείο αντικειμενικό και στην αδικία ως στοιχείο που προκαλεί αγανάκτηση. Κανείς δηλαδή δεν θα πει ότι στη συγκεκριμένη φάση δεν υπάρχει αδικία, θα αγανακτήσει ωστόσο μόνο αυτός που αδικείται. Όχι αυτός που βρίσκεται από την ευνοημένη πλευρά. Ο Ρονάλντο αντιδρά όπως αντιδρά, όχι επειδή βρέθηκε ενώπιον μιας κατάφωρης αδικίας, αλλά επειδή βρέθηκε από την πλευρά του αδικούμενου κατάφωρα. Αν η φάση ήταν αντίστροφη, δεν θα έτρεχε στον επόπτη να του πει ότι το γκολ μετράει, δεν θα πέταγε περιβραχιόνια, δεν θα έφευγε από το γήπεδο αηδιασμένος.

Και αυτό δεν ισχύει ειδικά για τον Κριστιάνο, ισχύει γενικά για όλους μας, δεν ισχύει ειδικά για τα σπορ, ισχύει γενικά για τη ζωή. Οι αδικούμενοι δεν εξεγείρονται ηθικά έναντι αυτής καθαυτής της αδικίας, αλλά έναντι του γεγονότος ότι η αδικία είναι εις βάρος τους. Θυμόμαστε και επικαλούμαστε κάθε φορά που αδικηθήκαμε στο παρελθόν. Φέρουμε βαρέως τις αδικίες που έχουμε υποστεί. Μας πνίγει το δίκιο. Αλλά τις φορές που πνίγουμε εμείς άλλους στο δίκιο, τις ξεχνάμε πολύ βολικά· το οποίο είναι και μάλλον κυριολεξία: δεν κάνουμε ότι τις ξεχάσαμε, όντως τις ξεχνάμε – και τις ξεχνάμε ακριβώς επειδή μας βολεύει να τις ξεχάσουμε.

©Abigail Keenan

Στο παιχνίδι της αλληλεπίδρασής μας με άλλους ανθρώπους σε επαγγελματικές, κοινωνικές, φιλικές, ερωτικές, οικογενειακές σχέσεις, θυμόμαστε κάθε φάουλ που δεν σφυρίχτηκε υπέρ μας. Για τις φορές που εμείς κάναμε φάουλ που δεν σφυρίχτηκαν, έχουμε πάντα τους δικούς μας λόγους, τις δικές μας αιτιολογήσεις, τις δικές μας σχετικοποιήσεις. Μπροστά από το τι θα προκαλέσει στον άλλο η δική μας συμπεριφορά μας μπαίνει ο όποιος δικός μας λόγος μας ώθησε να κάνουμε το φάουλ. Κοιτούσαμε τον λόγο και όχι τον άλλον που ρίχναμε στο γρασίδι. Κοιτούσαμε εμάς και όχι το αντικειμενικά δίκαιο. Αντίστοιχα λοιπόν, όταν αδικούμαστε, πάλι εμάς κοιτάμε, κοιτάμε το πόσο κακό μας κάνει το αντικειμενικά άδικο.

Δεν είναι τυφλοί μπροστά στην αδικία οι άνθρωποι – ποτέ δεν ήταν και ποτέ δεν θα είναι. Αλλά για να τους σκανδαλίσει και να τους βγάλει έξω από τα ρούχα τους και το περιβραχιόνιό τους πρέπει να την υποστούν. Όταν δεν την υφίστανται ή και όταν την προκαλούν, η αδικία είναι κάτι με το οποίο μπορούν περισσότερο ή λιγότερο εύκολα να ζήσουν.

Κεντρική φωτογραφία άρθρου: ©Ivars Utināns