Θα αντιτείνει κανείς στον τίτλο του άρθρου, ότι δεν ήταν διακόσιες μέρες χωρίς σινεμά, ήταν διακόσιες μέρες χωρίς ανοικτούς κινηματογράφους. Και σε κάθε περίπτωση, ας μην ξεχνάμε ότι από την Παρασκευή 21 Μαΐου, δεν ανοίγουν όλες οι κινηματογραφικές αίθουσες, ανοίγουν μόνο τα θερινά. Αλλά ας μείνουμε στον τίτλο: διακόσιες μέρες χωρίς σινεμά.

Μέσα σε όλα τα υπόλοιπα που στερηθήκαμε, μήπως είναι υπερβολικό και πολυτελές να μιλάμε για κινηματογραφική στέρηση; Υπερβολικό και πολυτελές για μας τους θεατές πάντα, αφού υπάρχει ένας ολόκληρος κλάδος εργαζομένων που βγάζει τα προς το ζην από τη διανομή και την προβολή των ταινιών στις αίθουσες. Είναι υπερβολή λοιπόν; Υπερβολή συγκριτικά όχι μόνο με τους υπόλοιπους περιορισμούς και απαγορεύσεις, αλλά ακόμα και με ομοειδείς περιορισμούς και απαγορεύσεις, αφού π.χ. είναι κοινή πεποίθηση ότι το βιντεοσκοπημένο θέατρο δεν μπορεί να υποκαταστήσει τη θεατρική συνθήκη και τον τρόπο με τον οποίο σχετίζεται ο θεατής με την παράσταση, ενώ αντίθετα γενιές και γενιές κινηματογραφόφιλων έχουν αγαπήσει ταινίες που είδαν όχι σε κάποιον κινηματογράφο και όχι στη μεγάλη οθόνη, αλλά στο σπίτι τους, στην τηλεόραση, σε βιντεοκασέτα, σε DVD, στον υπολογιστή, σε κάποια πλατφόρμα, στο ίντερνετ, κατεβασμένη από κάποιο τόρεντ; Τι στερείσαι λοιπόν τόσο πολύ όταν διακόσιες μέρες δεν μπορείς να πας στον κινηματογράφο;

Στερείσαι το δικαίωμα να βγεις για κάτι λιγότερο – κάτι περισσότερο από δύο ώρες από τη μονοκρατορία της πραγματικότητας, της καθημερινότητας και της επικαιρότητας. Στερείσαι την ευκαιρία να βρεθείς στον ίδιο φυσικό χώρο μαζί με άλλους, άγνωστούς σου ανθρώπους, που έχουν επιλέξει τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή τον ίδιο φυσικό χώρο, με την ίδια ελπίδα και επιθυμία που διακατέχει και σένα: όχι μόνο να βγουν για κάτι λιγότερο – κάτι περισσότερο από δύο ώρες έξω από τη μονοκρατορία της πραγματικότητας, αλλά και να μπουν σε έναν κόσμο που θα τους συγκινήσει, θα τους κλονίσει, θα τους εντυπωθεί τόσο ώστε το αποτύπωμά του μέσα τους θα κάνει πολύ καιρό να σβήσει. Ή ίσως και να μην σβήσει ποτέ. Ή ίσως να αρχίσει να αποτελεί εσωτερικό τιμαλφές τους. Ή ίσως και να προσθέσει μια νέα αδιόρατη απόχρωση στον τρόπο που θα βλέπουν από εδώ και πέρα, στον τρόπο που θα σκέφτονται από εδώ και πέρα, στον τρόπο που θα αισθάνονται από εδώ και πέρα, στον τρόπο που θα έχουν συντονιστεί με τη βαθύτερη πραγματικότητα, αυτήν που δεν κατοικεί στα καθημερινά και τα επίκαιρα. Ή και τίποτα από αυτά τα βαρύγδουπα κι αν δεν συμβεί, να περάσουν απλά καλά για κάτι λιγότερο – κάτι περισσότερο από δύο ώρες.

Photo: © Rock Staar

Το πιο κρίσιμο δεν είναι ούτε το μέγεθος της οθόνης, ούτε η ποιότητα της εικόνας, ούτε η ποιότητα του ήχου. Σίγουρα καθόλου ασήμαντα δεν είναι κι αυτά, σίγουρα αποτελούν κομμάτι της ταυτότητας μιας ταινίας, σίγουρα  κάθε ταινία αξίζει να τη δεις στον κινηματογράφο και για αυτά. Αλλά είναι το πέραν αυτών που διαφοροποιεί τόσο καταλυτικά τη σχέση του θεατή με την ταινία σε μια κινηματογραφική αίθουσα. Στο σπίτι σου, είσαι σπίτι σου. Στο σινεμά, είσαι στο σπίτι της ταινίας. Στο σπίτι σου, έρχεται η ταινία να σε συναντήσει. Στο σινεμά, πας εσύ να συναντήσεις την ταινία. Και όχι, αυτό δεν είναι σχήμα λόγου, δεν είναι βερμπαλιστική μεταφορά, είναι κυριολεξία και αλήθεια: ξεκινάς να δεις μια ταινία σπίτι και έχεις την απαίτηση να σε πιάσει αμέσως τόσο από τα μούτρα, ώστε να επιβληθεί κάθε άλλης πιθανής περίσπασης του σπιτιού, είτε αυτή έχει να κάνει με άλλη ακόμη μικρότερη οθόνη, είτε με οτιδήποτε άλλο. Ακόμη κι αν σε κερδίσει, θεωρείς ότι δεν τρέχει τίποτα να τη σταματάς και να την ξεκινάς κατά το δοκούν, ή και να τη βλέπεις όχι πλήρως αφοσιωμένος. Στο σινεμά έχεις κλείσει ραντεβού με την ταινία, έχεις ποντάρει από πριν προσδοκίες πάνω της, θέλεις να πάει καλά, της αφιερώνεις τον χρόνο που απαιτείται για να σε εντάξει στον κόσμο της, της αφιερώνεις τον χρόνο που απαιτείται για να κουμπώσεις με τον ρυθμό της, με το ύφος της, με την ιδιαιτερότητά της, με την ιστορία των ηρώων της, με αυτό που θέλει να σου πει και να σου δείξει. Προσέχεις. Αφιερώνεσαι. Σέβεσαι. Υποτάσσεσαι. Δεν έχεις το πάνω χέρι, δεν μπορείς με ένα κουμπί να την ακινητοποιήσεις, θα συνεχίσει να προβάλλεται θες δεν θες, δεν έχεις έλεγχο επάνω στο σώμα της και τον κόσμο της, δεν εξαρτάται από σένα, το μόνο που μπορείς να κάνεις είναι να σηκωθείς να φύγεις εσύ. Εκείνη θα συνεχίσει να παίζει. Και να ταξιδεύουν στο σώμα της και στον κόσμο της, άλλοι θεατές που ήρθαν την ίδια μέρα με σένα στον ίδιο φυσικό χώρο και το στοίχημα για αυτούς πέτυχε, ο φυσικός χώρος για αυτούς μετατράπηκε σε διαστημόπλοιο που τους έχει μεταφέρει κάπου πολύ μακριά από εδώ, κάπου πολύ διαφορετικά από εδώ, σε μια πραγματικότητα που δεν φαντάζονταν ότι υπήρχε.

Δεν μπορούσαν να το φανταστούν. Μπορούσαν μόνο να το ποθήσουν. Για αυτό και ήρθαν απόψε σινεμά. Με αυτόν τον πόθο. Τον πόθο που στερήθηκαν διακόσιες μέρες. Μακάρι ποτέ ξανά κλειστά τα σινεμά. Καλό άνοιγμα. Των κινηματογράφων, των κινηματογράφων προς όλους εμάς και όλων εμάς προς τους κινηματογράφους. Ας ανοίξουμε τα μάτια μας και την αγκαλιά μας προς τις ταινίες, τις νέες και τις παλιές, που μας περιμένουν στη μεγάλη οθόνη ξανά.

Κεντρική φωτογραφία άρθρου: ©Quaid Lagan