Καθώς οι ερπύστριες σέρνονταν μπροστά από τη Βουλή εκείνο το αποστειρωμένο πρωινό της 21ης Απριλίου, πολλά διακρίνονταν ακαθόριστα και ασαφή: από το μέλλον της χώρας μας που τσαλαπατήθηκε για τα επόμενα χρόνια, μέχρι και μια λογοτεχνική ύπαρξη, χωρίς όνομα, μόνο με ένα χάρισμα: Ο «Ωραίος Λοχαγός» του Μένη Κουμανταρέα.

Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή: Ο «Ωραίος Λοχαγός» γράφτηκε μεταξύ 1979-1982 και δημοσιεύτηκε το 1982. Η αφήγηση ξεκινά από το 1959, όταν ένας «λεπτός, υψηλός νέος» ακολουθούσε την πορεία του ανώνυμου αφηγητή-Δικαστή στον δεύτερο όροφο της Βουλής, στα γραφεία των Δικαστών, με «μεγάλους, σταθερούς διασκελισμούς». Ο Λοχαγός με τα τρία άστρα στη στολή φώτισε ολόκληρο το κτήριο των Παλαιών Ανακτόρων:

«Ο βηματισμός του επάνω στη βαθύχρωμη φαιά πλακόστρωση του διαδρόμου ήταν ορμητικός, η παρουσία του ξεχείλιζε από έναν έρωτα για τη ζωή που ήταν στην πρώτη του λάμψη. Δεν θα πρέπει να ήταν παραπάνω από είκοσι έξι, το πολύ είκοσι εφτά ετών, εξαιρετικά ευσταλής, και μολονότι το πηλήκιο σκίαζε το πρόσωπό του, διέκρινα την παρουσία μιας ιδιαίτερα αρρενωπής μαζί και δροσερής μορφής. Δεν ξέρω, ακόμα και τώρα που σου μιλώ, πώς με την πρώτη ματιά η μορφή του Λοχαγού μού εντυπώθηκε με τέτοια ενάργεια. Ίσως να έφταιγε ο καιρός. Ζωηρές ακτίνες ήλιου διαπερνούσαν τα θαμπά τζάμια κατά μήκος του διαδρόμου, και διαθλώμενες έπεφταν λοξά στα πρόσωπα των περιπατών, αναδεικνύοντας τις χάρες τους —αν ήσαν νέοι— και καταδικάζοντας τη μορφή τους αν συνέβαινε να είναι μιας κάποιας ηλικίας».

Ο Λοχαγός, ή καλύτερα Ωραίος Λοχαγός όπως ονομάστηκε την ίδια μέρα της παρουσίας του στη Γραμματεία, είχε κριθεί στάσιμος. Προερχόμενος από φτωχή οικογένεια της επαρχίας, η λύση που είχε διαθέσιμη για βιοπορισμό όπως και πολλοί νέοι εκείνης της εποχής, ήταν να μπει στον στρατό. Επόμενη ήταν η προσφυγή του στο Συμβούλιο της Επικρατείας, πράξη που επαναλήφθηκε ανεπιτυχώς άλλες τέσσερις φορές, μέχρι το 1965.

Στο μεταξύ, γύρω από τον Δικαστή-αφηγητή, κινείται με φρενήρεις ρυθμούς η νεότερη ελληνική ιστορία: Εκλογές βίας και νοθείας, ΙΔΕΑ, ΑΣΠΙΔΑ, 1-1-4, δολοφονίες Λαμπράκη και Πέτρουλα, κυβέρνηση Αποστατών και τέλος η Χούντα των Συνταγματαρχών που όλα την προμήνυαν, όπως βλέπουμε και από τις συζητήσεις μεταξύ συναδέλφων, απέναντι στις οποίες στέκεται αμυντικά αδιάφορος ο αφηγητής μας.

«”Ενθυμού τα λόγια μου”, κουνούσε το δείχτη του χεριού ο Πάρεδρος Β, σουφρώνοντας τα φιλήδονα χείλη του, “για νέα Βάρκιζα μάς παν”, κι έβγαζε με προσοχή την τήβεννό του.
Κι ο Σύμβουλος Δ, στεγνός με ειρωνικό χαμόγελο, του αποκρινόταν.
“Τι θα λεγες για μια μικρή Δικτατορία; Ίσα ίσα μερικούς μήνες ή χρόνια!”
Προσεποιούμην τον αδιάφορο και προσπερνούσα.»

Ο Δικαστής μας παριστάνει τον αδιάφορο, αφού έχει μείνει ενεός από την εκθαμβωτική ομορφιά του Λοχαγού και το μαχητικό πνεύμα του για δικαιοσύνη.

Επειδή τα spoilers μού είναι απεχθή και σκοπός του κειμένου είναι να διαβάσετε εν τέλει τον Ωραίο Λοχαγό, δεν θα σταθώ στην εξέλιξη της πλοκής, αλλά σε μια αφανή λογοτεχνική συνάντηση Κουμανταρέα-Καβάφη που γίνεται καθ’ όλη την έκταση του κειμένου. Η διαδικασία της γραφής του «Ωραίου Λοχαγού» είχε ήδη προβλεφθεί από το συγκλονιστικό ποίημα του Καβάφη, «Καισαρίων».

Εν μέρει για να εξακριβώσω μια εποχή,
εν μέρει και την ώρα να περάσω,

την νύχτα χθες πήρα μια συλλογή
επιγραφών των Πτολεμαίων να διαβάσω.
Οι άφθονοι έπαινοι κ’ η κολακείες
εις όλους μοιάζουν. Όλοι είναι λαμπροί,
ένδοξοι, κραταιοί, αγαθοεργοί·
κάθ’ επιχείρησίς των σοφοτάτη.
Aν πεις για τες γυναίκες της γενιάς, κι αυτές,
όλες η Βερενίκες κ’ η Κλεοπάτρες θαυμαστές.

Όταν κατόρθωσα την εποχή να εξακριβώσω
θάφινα το βιβλίο αν μια μνεία μικρή,
κι ασήμαντη, του βασιλέως Καισαρίωνος
δεν είλκυε την προσοχή μου αμέσως…

A, να, ήρθες συ με την αόριστη
γοητεία σου. Στην ιστορία λίγες
γραμμές μονάχα βρίσκονται για σένα,
κ’ έτσι πιο ελεύθερα σ’ έπλασα μες στον νου μου.
Σ’ έπλασα ωραίο κ’ αισθηματικό.
Η τέχνη μου στο πρόσωπό σου δίνει
μιαν ονειρώδη συμπαθητική εμορφιά.

 Και τόσο πλήρως σε φαντάσθηκα,
που χθες την νύχτα αργά, σαν έσβυνεν
η λάμπα μου —άφισα επίτηδες να σβύνει—
εθάρρεψα που μπήκες μες στην κάμαρά μου,
με φάνηκε που εμπρός μου στάθηκες· ως θα ήσουν
μες στην κατακτημένην Aλεξάνδρεια,
χλωμός και κουρασμένος, ιδεώδης εν τη λύπη σου,
ελπίζοντας ακόμη να σε σπλαχνισθούν
οι φαύλοι —που ψιθύριζαν το «Πολυκαισαρίη».

Οι φαύλοι των γραφείων της Γραμματείας ψιθύριζαν θριαμβευτικά το «Ωραίος Λοχαγός» πίσω από την πλάτη του νέου σαν μομφή, σαν «να-γιατί-είσαι-στάσιμος», σαν «παράτα-τα-είσαι-ωραίος-γιατί-να-προχωρήσεις»· οι φαύλοι δεν βλέπουν τον νέο να φέρνει φως αλλά να τους θυμίζει τα παρμένα από τον χρόνο χρόνια. Ένα «γίνε-σαν-εμάς» είναι των Κουμαντάρειων φαύλων τα «Πολυκαισαρίη».

Και ο Κουμανταρέας; Καβαφικά αποδίδει τη δικαιοσύνη στον Ωραίο Λοχαγό: Μας τον έπλασε τόσο υπέροχο, ακόμα και στις στιγμές της παρακμής του στολισμένο με λεπτομέρειες-λάφυρα που θυμίζουν τον θρίαμβο της παλιάς ομορφιάς, που παραγκωνίζει τη διαρκώς μεταβαλλόμενη ελληνική ιστορία, στην πιο πυρετώδη δεκαετία της. Η κουκκίδα του Λοχαγού στην Ιστορία, ένα ανέκδοτο για τους φαύλους, πλάθεται από τον Κουμανταρέα σε έργο ύμνο στην ομορφιά, που φωτίζει και τους πιο κρύους διαδρόμους παλιών ανακτόρων, που κάνει τα κουδουνίσματα των τηλεφώνων άξια για καρδιοχτύπι, που σαλεύει ξανά την καρδιά του αδιάφορου για τα τεκταινόμενα Δικαστή.

Ένας στίχος που λέει “carry on, carrion, never been far enough” κουδουνίζει ολοένα και περισσότερο όσο προχωρά η αφήγηση, όμως αν δούμε το δάσος και όχι το δέντρο, ο Λοχαγός δικαιώνεται: Ολόκληρο βιβλίο έχουμε στα χέρια μας που εξυμνεί τη φανταστική ύπαρξή του. Η μικρή και ασήμαντη μνεία του βασιλέως Καισαρίωνος είναι πια ένα ποίημα-πολιτιστική κληρονομιά. Για τον Καισαρίωνα μιλάμε τώρα, όχι για τις Βερενίκες.

Ο Μ. Γ. Μερακλής διέκρινε ένα τρίλημμα στον «Ωραίο Λοχαγό»: «Στόχος είναι να δοθεί μια τοιχογραφία των πολιτικών γεγονότων […], ή μήπως να δειχτεί ότι ο μύθος της καφκικής δίκης είναι και παραμένει μια παντοτινή, καθημερινή πραγματικότητα; Ή να δοθεί η παράξενη ιστορία μιας σχέσης που αναπτύχθηκε ανάμεσα σε έναν ηλικιωμένο άνδρα και έναν πολύ νεότερό του;». Προφανώς το ερώτημα εξετάζει τη βαθύτερη δομή του έργου, όμως εδώ, όπως μάλλον έχει ήδη καταστεί σαφές, προτείνεται η εξής ανάγνωση: η θαμπή ελληνική ιστορία στο φόντο που τρυπά σελίδα-σελίδα την αφήγηση, μια πράξη που δεν φαίνεται καθαρά καθώς συμβαίνει το εξής: Η ομορφιά του Ωραίου Λοχαγού σκεπάζει σαν άπλετο φως όλο το σκηνικό. Φως που τρεμοσβήνει προς το τέλος, όσο φυσά ο άνεμος της ελληνικής ιστορίας από τις δυσθεώρητες πια τρύπες που έχει δημιουργήσει στο αποστειρωμένο λευκό φόντο.

Η σεφερική αισιοδοξία «είτε βραδιάζει / είτε φέγγει / μένει λευκό / το γιασεμί» δεν βρίσκει σύμφωνο τον Κουμανταρέα: Η ομορφιά είναι θαυμαστή γιατί είναι εύθραυστη. Μπορεί να ανθίσει έξαλλα στα λιβάδια ή άτσαλα στα κράσπεδα κι εμείς να την παρατηρούμε – το ωραίο γιασεμί. Όμως εμείς, το περιβάλλον, καθορίζουμε τη διατήρηση ή τη διάλυση αυτής της ομορφιάς. Η ομορφιά του Κουμανταρέα δεν είναι στον έλεγχο του φορέα της, όπως συμβαίνει κατά Όσκαρ Γουάιλντ, αλλά στον δικό μας έλεγχο. Οι δικές μας ερπύστριες μπορούν να τσαλαπατήσουν κάθε ομορφιά, κάθε όμορφη ελπίδα και διάθεση.

Και μία εξομολόγηση, αν δεν το έχετε συνειδητοποιήσει ήδη: Δεν χρειάζεται να είναι 21η Απριλίου για να διαβάσετε τον Ωραίο Λοχαγό. Η ομορφιά που υμνεί ο Κουμανταρέας ακόμα και στην παρακμή της δεν γνωρίζει από ημερομηνίες. Η ομορφιά ως έννοια είναι άχρονη, και η αγάπη του Κουμανταρέα γι’ αυτή διαχρονική.

Κεντρική φωτογραφία: Ο Μένης Κουμανταρέας στο εδώλιο για το «Αρμένισμα», τον Δεκέμβριο του 1969, με την κατηγορία του «άσεμνου περιεχομένου».