Είχα ακούσει πολλά για τον εκδότη και διευθυντή του περιοδικού «Σινεμά» αλλά δεν είχαμε βρεθεί ποτέ από κοντά. Τον είχα γνωρίσει μόνο μετά την προβολή του «Αντίο Βερολίνο» στη Θεσσαλονίκη αλλά ακόμη κι αυτό, είχε γίνει πολύ φευγαλέα. Έγινε ένθερμος θαυμαστής της ταινίας και μάλιστα την πρότεινε στους συνεργάτες του για το βραβείο του περιοδικού. Μετά με πήρε τηλέφωνο στην Αθήνα να μου προτείνει μια αβάν πρεμιέρ, την πρώτη που θα έκανε ποτέ το περιοδικό με ελληνική ταινία.

Τελικά κάποια στιγμή, βρεθήκαμε κι από κοντά με τον Γιώργο Τζιώτζιο. Νομίζω η συνάντηση έγινε στο σπίτι του, στον Λυκαβηττό. Είχα μια κάποια εικόνα του αλλά μόνο όταν βρεθήκαμε πρόσωπο με πρόσωπο, η εικόνα του πήρε σάρκα και οστά. Όμως ταυτόχρονα, αυτό που ο Γιώργος απέπνεε, μ’ έστελνε και κάπου αλλού, πολύ μακρυά. Χωρίς να το σκεφτώ, αυτόματοι συνειρμοί με πήγαιναν σε κάποιον άλλον άνθρωπο, πολύ δικό μου. Στον αγαπημένο μου θείο, τον μικρότερο αδερφό του πατέρα μου, που ήταν και κάτι σαν δεύτερος πατέρας μου.

Βλέποντας τον Τζιώτζιο από κοντά, πείστηκα ότι βλέπω μιαν ελαφρώς παραλλαγμένη μετενσάρκωση του θείου Τάσσου. Τι ήταν άραγε αυτό που τόσο έντονα με πήγαινε αλλού; Ήταν η εικόνα, τα μάτια, κάτι αόριστο στις κινήσεις; Ήταν το βλέμμα; Δεν ξέρω. Ήταν όλα αυτά μαζί αλλά κυρίως αυτό το κάτι που δεν μπορείς να εντοπίσεις ακριβώς και πολύ περισσότερο να περιγράψεις. Κι ακόμη ήταν αυτή η περίεργη οικειότητα που ένιωθα μαζί του κι ας τον έβλεπα πρώτη φορά. Ακριβώς όπως με τον θείο. Και το κυριότερο, το πιο παράξενο. Ο Γιώργος δεν μου ανακαλούσε τη μνήμη κάποιου προσώπου που είχα χάσει. Όχι, ο θείος ήταν στη ζωή και μάλιστα δραστήριος και πληθωρικός σαν τον Γιώργο. Φυσικά δεν σκέφτηκα να του το πω. Θα ακουγόταν σαν κακόγουστο αστείο, αφού ηλικιακά δεν έστεκε με τίποτε και επιπλέον ο Γιώργος είχε μια έντονη νεανικότητα. Μόνο θείο δεν θα τον έλεγες. Εγώ όμως ήταν αδύνατον να μην κάνω κάθε φορά που μιλούσα μαζί του ή γι’ αυτόν, τον αυτόματο συνειρμό. Για την ακρίβεια, ήταν ο θείος μου σε νεαρή ηλικία. Και την εικόνα του νεαρού θείου μου, ήμουν πολύ μικρός τότε, για να την έχω ζωντανή. Ωστόσο είχα μια θολή αλλά υπέροχη γεύση από εκείνα τα χρόνια, γιατί ο θείος είχε τότε μια κούκλα αρραβωνιαστικιά που λάτρευα διπλά όποτε την έβλεπα αφού μου έφερνε και υπέροχα δώρα. Φυσικά ούτε στον θείο μου ανέφερα ποτέ κάτι για τον αόριστο σωσία του. Κάποια στιγμή, αρκετά χρόνια αργότερα από την πρώτη γνωριμία μας, θέλησα να πάρω συνέντευξη από δυο-τρία πρόσωπα από τον χώρο του σινεμά. Δεν ήταν πρόσωπα της πρώτης γραμμής, σταρ ή σκηνοθέτες. Ήταν πρόσωπα που με ιντρίγκαραν για λόγους τελείως προσωπικούς, μυστηριώδεις και ακατανόητους. Οι συνεντεύξεις ήταν ένας τρόπος για να ακούσω την εξομολόγησή τους, να μάθω για τον κόσμο τους, από πού έρχονται. Κάτι σαν αυτό που συνέβαινε συνήθως αυθόρμητα όταν πρωτοσυναντούσα κάποιον ηθοποιό. Ένα από αυτά τα πρόσωπα, ήταν ο Γιώργος Τζιώτζιος.

Με δέχτηκε σ’ ένα μικρό κτίριο, ακριβώς πίσω από τα γραφεία της Οντεόν στη Μεσογείων. Εκείνη την εποχή ο Γιώργος είχε αφήσει το περιοδικό που ο ίδιος είχε ιδρύσει και ήταν και πάλι στον ρόλο του διανομέα, που όπως μου εξήγησε, τον προτιμούσε τελικά από τον ρόλο του κριτικού.

Αν το γούστο κι οι επιλογές σου περνάνε σε ένα άλφα κοινό είναι μια μεγάλη, αναντικατάστατη ικανοποίηση, μου εξήγησε. Βρεθήκαμε μόνοι σ’ ένα γραφείο στον έκτο όροφο, το γραφείο του, με παράθυρα παντού γύρω μας και το φως να μας τυφλώνει. Δεν του είχα εξηγήσει για ποιον λόγο ακριβώς κάνουμε αυτή τη συνέντευξη, ήταν όμως δεδομένο ότι θα δημοσιευτεί. Του είπα ότι θέλω απλά να μου μιλήσει για τον εαυτό του. Ήταν σαν να έκανα κάστινγκ για ταινία. Μόνο που δεν υπήρχε ούτε ταινία ούτε κάστινγκ. Ο Γιώργος χρειάστηκε λίγο χρόνο για να ξεπεράσει την περίεργη αντιστροφή των ρόλων. Μετά άρχισε να μιλά σχεδόν μόνος. Τον άκουγα. Στην ουσία δεν τον ήξερα καθόλου. Τον ανακάλυπτα εκείνη την στιγμή.

Ο Τζιώτζιος ήταν γνήσιο παιδί του σινεμά αλλά και πραγματικό παιδί της Θεσσαλονίκης. Μεγάλωσε στην Βασιλίσσης Όλγας με τα ατέλειωτα σινεμά, όταν ακόμη το Μακεδονία Πάλας ήταν θάλασσα. Πήγαινε σε δυο προβολές την ημέρα σαν παιδική διασκέδαση και η πρώτη ταινία τρόμου που είδε ήταν οι «Άγριες Φράουλες» του Μπέργκμαν. Σπούδασε νομικά αλλά κατέληξε, ή μάλλον ξαναγύρισε στο σινεμά.

Κάναμε ένα διάλειμμα στη συνέντευξη γιατί εν τω μεταξύ είχε έρθει ο φωτογράφος. Η συνέντευξη, όπως είπα, δεν ήταν ιδιωτική. Θα δημοσιευόταν και μάλιστα άμεσα κι έτσι είχε τα πάντα, ακόμη και φωτογράφιση.

Καθώς ο φωτογράφος στριφογύριζε γύρω μας κι εμείς αλλάζαμε θέσεις, σκεφτόμουν ότι η ζωή του Γιώργου δεν είχε τελικά καμία σχέση με τη ζωή του θείου μου και την οδό Λέκκα στην Κλαυθμώνος, εκεί που ήταν τα πρώτα γραφεία του. Ούτε φυσικά με την ωραία αρραβωνιαστικιά. Κι όμως παρ’ όλα αυτά, όλο και πιο κοντά ερχόταν το ένα πρόσωπο στο άλλο. Στις χαλαρές στιγμές της φωτογράφισης, όλο ήμουν έτοιμος να του το πω, ανάμεσα στα αστεία που λέγαμε. Ο Γιώργος όμως με προλάβαινε συνέχεια με δικά του ανέκδοτα. Όπως την αντίδραση του τυπογράφου στο γραφείο διανομής που δούλευε, όταν ο Τζιώτζιος του είχε εξομολογηθεί τις σκέψεις του για να στήσει ένα δικό του κινηματογραφικό περιοδικό.

Δεν ανεβαίνεις καλύτερα στον έκτο όροφο και να πηδήξεις από κει! Του είπε ο τυπογράφος, έχοντας δεδομένη την οικονομική ζημιά.  

Ο Γιώργος γέλασε, αφού όχι μόνο είχε παρακούσει τη συμβουλή από τον άνθρωπο της πιάτσας αλλά και το περιοδικό είχε μια απρόσμενη επιτυχία. Και όταν του επεσήμανα ότι το γραφείο που εκείνη την ώρα  που μιλούσαμε ήταν επίσης στον έκτο, γέλασε διπλά. Η στιγμή μου φάνηκε ιδανική για να του εκμυστηρευτώ το δικό μου ανέκδοτο, που δεν ήταν επίσης καθόλου ανέκδοτο. Πάλι με πρόλαβε. Παραιτήθηκα από την προσπάθεια. Σκέφτηκα ότι ο Γιώργος θα το έπαιρνε σαν άλλο ένα από τα παράξενα αστεία μου. Ίσως μετά το σκεφτόταν λίγο περισσότερο, ίσως το ξέχναγε. Έτσι το άφησα.

Μετά τη φωτογράφιση, συνεχίσαμε τη συνέντευξη. Ο Γιώργος μου εξομολογήθηκε πως αυτό που δεν βλέπουμε στο σινεμά, το εκτός πλάνου, μπορεί κάποτε να είναι πιο ιντριγκαδόρικο από αυτό που βλέπουμε. Στο τέλος μου εμπιστεύτηκε και το σύστημα που ακολουθούσε σε όλα, το σύστημα Χίτσκοκ, όπως το είχε βαφτίσει, δηλαδή αυτόν τον συνδυασμό εμπορικού και ποιότητας που είχε πετύχει ο μαιτρ των θρίλερ με αποτέλεσμα να είναι όλοι ευχαριστημένοι. Ήταν το σύστημα που ο Τζιώτζιος ακολουθούσε όχι μόνο στο σινεμά αλλά και στη ζωή. Όταν κάποτε κλείσαμε τη συνέντευξη, συνειδητοποίησα ότι έφευγα χωρίς πάλι να του έχω εκμυστηρευθεί πόσο με παρέπεμπε αδιάκοπα στον μέντορα μου.

Τέσσερα-πέντε χρόνια αργότερα, βρέθηκα σε μια μικρή ιδιωτική κλινική πίσω από το Χίλτον. Ο αγαπημένος μου θείος είχε μπει εσπευσμένα μια μέρα νωρίτερα, με κάποιο σοβαρό πρόβλημα υγείας. Πήγα να τον δω. Οι συναντήσεις μας είχαν γίνει πια πολύ αραιές γιατί είχε αφήσει την Αθήνα όπου είχε περάσει όλη τη ζωή του και είχε εγκατασταθεί σε μια επαρχία που είχε διαλέξει. Όταν μπήκα στο δωμάτιο της κλινικής, μια ευχάριστη έκπληξη με περίμενε. Τον βρήκα απροσδόκητα καλά. Έκανε χιούμορ με τη νοσοκόμα και με μένα. Φαινόταν ζωηρός και μου είπε ότι μπορεί να βγει την επόμενη μέρα, μια και είναι πολύ καλύτερα. Τον άφησα με παρέα και με την υπόσχεση να ξαναπάω το βράδυ.

Πράγματι αργά το ίδιο βράδυ, πήγα στην κλινική, που έμοιαζε πιο πολύ με ξενοδοχείο. Ανέβηκα στο δωμάτιο του θείου αλλά το κρεβάτι ήταν άδειο. Τέλεια, σκέφτηκα, θα ήταν τόσο καλά που δεν τον κράτησαν ούτε για τη νύχτα. Όμως, επειδή δεν είχα καμιά ειδοποίηση από τον ίδιο, κοντοστάθηκα στη ρεσεψιόν.

– Ο κύριος Αθανίτης πήρε εξιτήριο, έτσι δεν είναι;
– Ένα λεπτό. Συγγενής του είστε;
– Ναι, βέβαια.

Η νοσοκόμα έψαξε λίγο τα χαρτιά της. Με κοίταξε ξανά.

– Στενός συγγενής;
– Ανηψιός του.

Τότε μόνον άφησε τον δισταγμό της και μου εξήγησε σχεδόν εμπιστευτικά.

– Στην εντατική είναι.

Τα έχασα. Ήταν το μόνο που δεν περίμενα να ακούσω. Ο θείος πέταγε λίγες ώρες πριν. Λίγη αστάθεια ήταν το μόνο σύμπτωμα που είχε, όταν σηκώθηκε να κάνει μερικά βήματα αλλά μου φάνηκε λογικό για κάποιον που είχε μείνει δυο μέρες στο κρεβάτι.

– Μπορώ να τον δω; ρώτησα χωρίς να σκεφτώ.
– Όχι βέβαια, με επέπληξε η νοσοκόμα.

Προχώρησα μηχανικά προς την έξοδο. Ξαφνικά είχα βρεθεί στο κενό. Όλα ήταν ακατανόητα και παράλογα σαν να ήμουν σε ιστορία του Κάφκα. Ήταν αδύνατον να πιστέψω τι συνέβαινε. Λίγες μόνο μέρες αργότερα, συνάντησα τον Τζιώτζιο σε μια ανεπίσημη κοινωνική συγκέντρωση. Ο Γιώργος ήταν σχεδόν αγνώριστος. Καταβεβλημένος, φορούσε για πρώτη φορά σκουφάκι και  κρατούσε έστω με το ζόρι το μοναδικό χαμόγελο του. Του είπα μια βλακεία, κάνοντας ότι δεν τρέχει τίποτα. Προχώρησα μέσα. Ήταν ένα θέατρο. Μίλησα μ’ ένα δυο γνωστούς μου. Κάποιος μου είπε για τον Γιώργο. Δεν ήθελα να ακούσω περισσότερα. Λίγους μήνες αργότερα, έφευγαν και οι δύο σχεδόν μαζί.

(Από το βιβλίο Μυστικές Συναντήσεις του Δημήτρη Αθανίτη, εκδόσεις Αγγελάκη)

Ο Δημήτρης Αθανίτης είναι σκηνοθέτης. Γεννήθηκε στην Αθήνα, σπούδασε σινεμά και αρχιτεκτονική. Είναι μέλος της Ευρωπαικής και της Ελληνικής Ακαδημίας Κινηματογράφου. Η τελευταία ταινία του Invisible (2015) κέρδισε 15 διεθνή Βραβεία κι έχει παρουσιαστεί σε πάνω από 40 φεστιβάλ σε όλο τον κόσμο. Η πρώτη ταινία του Αντίο Βερολίνο (1994) κέρδισε το Ειδικό Βραβείο της Επιτροπής στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, ενώ η δεύτερη ταινία του Καμιά Συμπάθεια Για Τον Διάβολο (1997) ήταν υποψήφια για τον Χρυσό Αλέξανδρο και κέρδισε το Βραβείο Γυναικείας Ερμηνείας με τη Λένα Κιτσοπούλου. Η ταινία του 2000+1 Στιγμές (2001) επιλέχτηκε από τον Αυστραλό κριτικό Bill Mousoulis ανάμεσα στις 10 καλύτερες ταινίες για το 2001 στο Senses of Cinema. Η προηγούμενη ταινία του  Τρεις Μέρες Ευτυχίας (2012) κέρδισαν 4 βραβεία ενώ το πρώτο βιβλίο του Μυστικές  Συναντήσεις (2017), κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Αγγελάκη.