Η αγωνία μιας ζωής χωρίς νόημα, η απουσία ενός βαθύτερου σκοπού, είναι διαστάσεις που απασχολούν τους θεατρικούς συγγραφείς του θεάτρου του παραλόγου και τις προσεγγίζουν συχνά δίχως να δίνουν λύσεις, αφήνοντας ανοιχτό το πεδίο για επινοήσεις και συμπεράσματα δίχως να παρεμβαίνουν.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα ο Μπέκετ και το έργο του Το τέλος του παιχνιδιού (1957) που γράφτηκε πέντε χρόνια μετά το Περιμένοντας τον Γκοντό, με τους ήρωες του να βρίσκονται εγκλωβισμένοι μέσα σε ένα άδειο δωμάτιο: δυο σκουπιδοτενεκέδες, μια πολυθρόνα και δύο παράθυρα η μόνη επαφή με τον έξω κόσμο, τα μοναδικά αντικείμενα του άδειου αυτού δωματίου. Έναν κόσμο, που σύμφωνα με τα λεγόμενα των ηρώων, φαίνεται να έχει καταστραφεί από μια μεγάλη συμφορά. Νομίζοντας λοιπόν πως είναι οι τελευταίοι επιζώντες, ο Χαμ και ο σύντροφός τους ο Κλοβ, νιώθουν να βρίσκονται μέσα σε ένα καταφύγιο περιμένοντας το λυτρωτικό θάνατο. Ο Κλοβ και ο Χαμ δεν έχουν δυνατότητα διαφυγής. Ο Χαμ είναι ο κυρίαρχος παίκτης, που ακόμη και τυφλός και καθηλωμένος στην αναπηρική πολυθρόνα ασκεί την τυραννία του στον Κλοβ επινοώντας διάφορα τερτίπια για να τον πείσει να μείνει μαζί του μέχρι το τέλος.

Κάποιες στιγμές τον απασχολεί σωματικά και άλλοτε λεκτικά. Τα σωματικά κόλπα συνίστανται κυρίως στις εντολές του Χαμ και στην εκτέλεσή τους από τον Κλοβ, χωρίς ωστόσο καμία απολύτως ουσία, όπως να κοιτάξει έξω από το παράθυρο, να πάει στην κουζίνα, και άλλοτε λεκτικά κόλπα: επαναλήψεις, διαφωνίες, ιστορίες από το παρελθόν, επιστρατεύονται για να μην σταματήσει αυτή η πορεία. Μιλώντας διατηρούν αυτή την ψευδαίσθηση της σχέσης, του παρόντος, της ύπαρξης.

Το Σύγχρονο Θέατρο εγκαινιάζει τη συνεργασία του με τον ηθοποιό Δημήτρη Καταλειφό, με την παράσταση «Τέλος του Παιχνιδιού» του Σάμουελ Μπέκετ, ενός από τα σημαντικότερα έργα της παγκόσμιας δραματουργίας, σε σκηνοθεσία Γιώργου Σκεύα. «Τετέλεσται». Σε ποιο άλλο θεατρικό έργο, η πρώτη-πρώτη λέξη του κειμένου ακυρώνει εξ αρχής τη θεατρική Πράξη, την Πράξη της ζωής; Πρόκειται για την εξ αρχής επικύρωση της φράσης του Σάμουελ Μπέκετ πως «το τέλος βρίσκεται στην αρχή, και ωστόσο συνεχίζουμε…».

Μιλήσαμε με τον Δημήτρη Καταλειφό με αφορμή την παράσταση «Τέλος του Παιχνιδιού»:

Θέατρο του παραλόγου και ο Μπέκετ με αυτό το έργο βρίσκεται να αναλύει τη μοίρα του ανθρώπου. Αβέβαιος προορισμός, κατακρεουργημένη και τσακισμένη πίστη αυτό το έργο είναι από τη φύση του δύσκολο. Ήταν μια προσωπική επιλογή ή κατά κάποιο τρόπο το έργο επέλεξε εσάς;

Έχω μια ιδιαίτερη έλξη στα έργα του Μπέκετ. Παλιότερα είχα κάνει την «Η τελευταία μαγνητοταινία του Κραπ» και δύο νουβέλες του, «Ο πρώτος έρωτας» και «Το τέλος» και αυτό το έργο του το Τέλος του Παιχνιδιού το είχα δει όταν ήμουν νέος στο Εθνικό Θέατρο από τον Αλέξη Μινωτή και από τότε θυμάμαι ότι με είχε εντυπωσιάσει. Μεγαλώνοντας μπορώ να πω ότι στη φάση που είμαι στη ζωή μου με συγκινεί ακόμα περισσότερο. Για πολλά πράγματα που αναρωτιέται ο Μπέκετ, αναρωτιούνται πολλοί άνθρωποι, ιδίως μεγαλώνοντας. Άρα δεν ξέρω πραγματικά αν με διάλεξε ή τον διάλεξα, πάντως συναντηθήκαμε.

Ποιες οι σημαντικότερες προκλήσεις αυτού του κειμένου αλλά και της σωματικής κατάστασης του ήρωά σας;

Όλα τα συναισθήματα και οι σκέψεις του ήρωα πρέπει να εκφραστούν με τον ήρωα καθισμένο σε μια καρέκλα. Αυτός ο περιορισμός, αυτή η δυσκολία, είναι από μόνο του μια μεγάλη πρόκληση αλλά και μια μεγάλη γοητεία με το τι μπορείς να κάνεις μέσα από αυτούς τους περιορισμούς. Αυτό είναι το τεχνικό μέρος. Τώρα αναφορικά με το κείμενο. Η δυσκολία είναι να βρεις, πίσω από αυτή την ακινησία, την απλότητα που έχει το έργο, γιατί μπορεί επιφανειακά να μοιάζει σκληρό αλλά από κάτω υπάρχει ο τρόμος και η αγωνία του ανθρώπου για αυτό το πέρασμα από τη ζωή στην ανυπαρξία. Και εκεί φανερώνεται πόση τρομερή ανάγκη έχεις τον άλλον όπως ο Χαμ τον Κλοβ με τον οποίο και έχει μια φοβερή εξάρτηση. Στην ουσία σε όλο το έργο με διάφορους έμμεσους τρόπους, γιατί είναι και περήφανος ο ήρωάς μου (Χαμ) προσπαθεί να τον κρατήσει για να μην μείνει μόνος του μπροστά στον επερχόμενο θάνατο. Αυτό έχει κάτι πολύ σπαρακτικό.

Σε μια προοπτική, αυτή είναι στην ουσία και ολόκληρη η ζωή των ανθρώπων δημιουργώντας σχέσεις εξάρτησης, γιατί δεν αντέχουμε να είμαστε μόνοι περιμένοντας το τέλος. Δηλαδή το έργο, μπορεί να είναι δύσκολο αλλά έχει κάτι πολύ ποιητικό και ανθρώπινο.

Ένα έργο που γράφτηκε λίγο μετά τον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο μετά τους βομβαρδισμούς στη Χιροσίμα και το Ναγκασάκι. Ποιο είναι αυτό το γοητευτικό στοιχείο που κάνει τον Μπέκετ τελικά επίκαιρο και ακουμπάει ακόμα και σήμερα τις χορδές;

Ο άνθρωπος απογυμνωμένος μετά από τον πόλεμο, ξαναθέτει βασικά ερωτήματα – γιατί ζούμε, αν υπάρχει κάποιο νόημα, τι θα πει «σχέση με κάποιον άλλον».  Σαν να πιάνουν από την αρχή κάποια πράγματα που τα θεωρούσαν μέχρι τότε δεδομένα και να τα φωτίζουν με ερωτήσεις. Ο Μπέκετ όμως δεν δίνει λύση, δεν δίνει έτοιμη απάντηση. Και σήμερα, αυτή η εποχή που ζούμε, μας έχει απίστευτα προβληματίσει. Σκεφτόμαστε συχνά όλους αυτούς τους ανθρώπους που στο τέλος δεν είχαν ένα χέρι να τους κρατήσει, να τους αγγίξει, αυτό έχει μεγάλη σχέση με το έργο αυτό του Μπεκετ. Αυτός ο τρόμος μήπως και απομείνεις μόνος, είναι ένας συμπαντικός τρόμος που όλοι τον νιώθουμε. Έχει δηλαδή μια απίστευτη επικαιρότητα αυτό το έργο που γράφτηκε το 1957.

Μπορεί τελικά για κάποιους ανθρώπους ο θάνατος να είναι λυτρωτικός;

Ναι μπορεί και εδώ ακριβώς βρίσκεται και η τρομερή αντίφαση, η οποία και υπάρχει και σε όλο το έργο. Ο ήρωας στην πραγματικότητα έχει αυτό το δίλημμα. Ο ήρωάς μου ο Χαμ (Ham) που το όνομά του είναι μια παραλλαγή από το Hamlet δηλαδή Άμλετ, όντας κατάκοιτος και τυφλός θα ήθελε να πεθάνει. Από την άλλη, μια αντίρροπη δύναμη τον θέλει να μην θέλει να πεθάνει. Για αυτό και κάνει ό,τι μπορεί για να καθυστερήσει τον θάνατό του. Είναι και λύτρωση και τρόμος. Και αυτό ακριβώς είναι ολόκληρος ο ήρωάς μου – όπως ακριβώς και ο άνθρωπος: ένα σύνολο φοβερών αντιφάσεων.

Το κείμενο είναι μοναδικό σε νοήματα, και δύσκολο. Έχετε κάποιες εκφράσεις που εσείς ξεχωρίζετε και πιθανώς υιοθετείτε και στην προσωπική σας ζωή;

Είναι όντως ένα πολύ δύσκολο κείμενο, γιατί έχει πολλά είδη γλώσσας μεικτά, άλλοτε καθαρεύουσα, άλλοτε λαϊκά μιλάει ο ήρωας. Είναι δύσκολο κείμενο. Για αυτό και είναι απαιτητικό και ταυτόχρονα γοητευτικό κείμενο – γιατί ως ηθοποιός τελικά πρέπει να κάνεις κάποιες εικασίες για το έργο και να τις υποστηρίξει. Μια πολύ σημαντική και που είναι και η καρδιά του έργου είναι ότι «Το τέλος βρίσκεται στην αρχή και ωστόσο συνεχίζεις», δηλαδή από την στιγμή κιόλας που γεννιόμαστε οδεύουμε προς το τέλος και παρότι το ξέρουμε, ωστόσο συνεχίζουμε.

Ο Μπέκετ είχε αυτή την αυστηρή ανθρωπιά που δεν είναι λαϊκίστικη. Ότι ο άνθρωπος είναι ένας ήρωας γιατί έχει επίγνωση του τι τον περιμένει και ωστόσο παλεύει να ζήσει μέχρι τέλους. Αυτό έχει κάτι πολύ συμπονετικό για τον άνθρωπο. Οι ήρωές του δεν ξεγελιούνται, γνωρίζουν ότι πλησιάζει το τέλος.

Σώμα ατροφικό, όραση μηδενική αλλά ζωντανό και σαρκαστικό πνεύμα. Τι σημαίνει για εσάς μεταφορικά «ατροφία του πνεύματος»;

Μια πολύ μεγάλη κουβέντα. Το να μη σκέφτεσαι, να μην αναρωτιέσαι, να μην έχεις μια περιέργεια για τη ζωή είναι μια μεγάλη στέρηση. Δυστυχώς η καθημερινότητα, η παιδεία που λαμβάνουμε αλλά και οι πολιτικοί οδηγούν συχνά τον κόσμο στην επιθυμία να ασχολείται μόνο με το να περνάει απλώς την ημέρα του. Δηλαδή δεν έχει τον χρόνο και ίσως τη διάθεση να διαβάσει παραπάνω. Η σκέψη και η γλώσσα είναι από τα μεγαλύτερα πράγματα που μπορεί να έχει ένας άνθρωπος. Για αυτό και συχνά λυπάμαι που ενώ έχουμε μια φοβερή γλώσσα που μπορεί να μας δώσει θαυμαστές έννοιες, βλέπω τους νέους ανθρώπους να χρησιμοποιούν όλο και περισσότερο ξένες εκφράσεις, και λέξεις κλισέ. Όλα αυτό δείχνει μια τάση προς την εικόνα και λιγότερο προς τις λέξεις. Και αυτό ακριβώς είναι ένα μεγάλο βήμα προς την πνευματική ανημπόρια.

Ο Μπέκετ αφήνει τα πράγματα διττά και αινιγματικά. Για αυτό άλλωστε ο Πίντερ αγαπούσε το έργο του και μάλιστα για το συγκεκριμένο είχε δηλώσει πως είναι το πιο τέλειο θεατρικό έργο που γράφτηκε ποτέ. Καραδοκεί ένα είδος θανατικού. Μια απροσδιόριστη θανατίλα.

Πότε μπορεί κανείς να μυηθεί στα κείμενα του Μπέκετ;

Νομίζω ότι ο καθένας θα αποφασίσει από μόνος του ποια θα είναι η κατάλληλη στιγμή αλλά αυτό που έχω παρατηρήσει είναι ότι ο Μπέκετ συγκινεί τους νέους. Eνώ οι ήρωές του είναι γέροι, τσακισμένοι, μη αρτιμελείς, λίγο πριν το τέλος παρ’ όλα αυτά βλέπω τους νέους να είναι οι μεγαλύτεροι θαυμαστές του, κάτι που μου έχει κάνει τεράστια εντύπωση. Ίσως γιατί όταν είσαι ακόμα νέος έχεις τεράστια ερωτήματα, και πολλά αποθέματα σκέψης ενώ ένας μεγαλύτερος ίσως είναι πιο μπουχτισμένος, δεν θέλει να σκεφτεί, θέλει να δει κάτι να ξεκουραστεί. Για αυτό και θα χαιρόμουν πολύ να έβλεπαν το έργο νέοι που ακόμα έχουν ερωτήματα. Βέβαια δεν ξέρω πως πηγαίνουν με τους εμβολιασμούς οι νέοι.

Πώς σχολιάζετε το κίνημα των ανεμβολίαστων;

Δεν γνωρίζω θέματα υγείας για αυτό και ακολουθώ τις οδηγίες των γιατρών. Δεν μπορώ λοιπόν να καταλάβω πώς υπάρχουν κάποιοι που ενώ το συνιστά η επιστήμη εκείνοι δηλώνουν ότι είναι λάθος. Μπορώ να κατανοήσω κάποιον που είναι διστακτικός καθώς πρόκειται για ένα νέο εμβόλιο αλλά εφόσον δεν υπάρχει άλλος τρόπος να αντιμετωπιστεί αυτή η περιπέτεια, θεωρώ ότι αυτό πρέπει να κάνουμε. Ακολουθώ αυτό που λέει η επιστήμη.

Πως ήταν συνολικά η συνεργασία σας με τους συντελεστές της παράστασης;

Είμαι ιδιαίτερα χαρούμενος με τους συνεργάτες μου, τον σκηνοθέτη τον Γιώργο Σκεύα με τον οποίο είναι και το τρίτο έργο που κάνουμε μαζί άρα έχει αναπτυχθεί και χημεία, τον Άρη Μπαλή, μαθητή μου στο Εθνικό Θέατρο αλλά και τους δύο ταλαντούχους ηθοποιούς της γενιάς μου τον Γιώργο Ζιόβα και την Βαγγελιώ Ανδρεαδάκη. Είναι πολύ ωραίο να βρίσκεσαι σε έναν χώρο που όλοι αγαπούν και σέβονται αυτό που κάνουν.

Διαβάζετε τις κριτικές των παραστάσεων σας;

Όσο παίζονται το αποφεύγω. Επειδή απαιτεί μεγάλο κόπο και προσπάθεια κάθε φορά μια παράσταση, θέλω να την αφήνω ανεπηρέαστη. Δεν το επιδιώκω.

Info παράστασης:

Τέλος του Παιχνιδιού | 6 Νοεμβρίου – 29 Δεκεμβρίου 2021 | Σύγχρονο Θέατρο