Μιλήστε για την παράσταση ” Τα κρυφά απογεύματα”. Γιατί επιλέξατε να ασχοληθείτε με μια αληθινή ιστορία;

Η παράσταση πραγματεύεται την ιστορία δύο νέων Ιρανών που καταδικάστηκαν σε θάνατο, επειδή είχαν ομοφυλοφυλική σχέση. Οι αληθινές ιστορίες πολλές φορές ξεπερνούν και την ίδια μας τη φαντασία! Μου αρέσει να πιάνω ένα θέμα από την ιδέα του και να το φέρνω στη σκηνή, να το βλέπω να πραγματοποιείται, γι’ αυτό ασχολούμαι και με τη σκηνοθεσία. Η ίδια η είδηση ήταν που με σόκαρε. Έπειτα κράτησα μια φωτογραφία που έδειχνε τα δυο παιδιά να κρέμονται από το σκοινί στη μέση της πλατειάς, πάνω στο γραφείο μου για τρία χρόνια περίπου. Κάθε μέρα την κοιτούσα και κάθε μέρα φανταζόμουν και ένα κομμάτι της ιστορίας τους. Άραγε πώς να γνωρίστηκαν; Πού συναντιόντουσαν; Τι να έλεγαν; Πώς εξελίχτηκε ο έρωτας τους… Μετά από 4 χρόνια που αυτή η ιστορία με είχε “στοιχειώσει” αποφάσισα ότι πια ήταν πια καιρός να γράψω το έργο.

Το κείμενο της παράστασης προέκυψε μέσα από τη διαδικασία της πρόβας ή προϋπήρχε; Πώς καταλήξατε σε αυτό;

Το μεγαλύτερο μέρος προϋπήρχε. Ελάχιστες ήταν οι σκηνές που γεννήθηκαν μέσα από τη διαδικασία της πρόβας. Θεωρώ ότι είναι πιο εύκολο να γράφεις, ενώ βλέπεις έναν ηθοποιό να ερμηνεύει έναν ήρωα, γιατί πολύ απλά τον βλέπεις να αναπνέει, να κινείται και αυτές οι εικόνες σου δημιουργούν και λέξεις. Ο χρόνος όμως για την προετοιμασία μιας παράστασης είναι περιορισμένος, και έτσι δεν έχεις σχεδόν ποτέ αυτή την πολυτέλεια, ειδικά δε όταν ο συγγραφέας είναι και ο σκηνοθέτης της παράστασης.

Διαβάζω στο δελτίο τύπου σας ότι η δομή της παράστασης βασίζεται σε μια κινηματογραφική λογική.Τι εννοείτε;

Κινηματογραφική δομή, γιατί η παράσταση δεν κρατά το θεατρικό ρυθμό και τα χρονικά όρια ενός κλασικού θεατρικού έργου. Ξέρουμε ότι σε ένα θεατρικό έργο συνήθως ο χρόνος μέσα στον όποιο εξελίσσεται η δράση είναι συγκεκριμένος. Ενώ στον κινηματογράφο έχουμε τη δυνατότητα μεταφοράς μέσα στο χρόνο. Έτσι λοιπόν εκμεταλλευόμενος την εξοικείωση του σημερινού θεατή με αυτή την κινηματογραφική γλώσσα, επέλεξα να φωτίσω διαφορετικές στιγμές χρονικά στη ζωή των ηρώων, χωρίς να φοβάμαι μήπως δεν γίνει κατανοητή η αφήγηση. Είκοσι χρόνια πριν, αυτό θα ήταν αδύνατον, γιατί πολύ απλά ο θεατής μιας θεατρικής παράστασης δεν ήταν ακόμα εξοικειωμένος με αυτή τη γλώσσα.

Οι ήρωες του έργου σας έρχονται αντιμέτωποι με τα κοινωνικά ταμπού σε μια κοινωνία που φαντάζει αρκετά μακριά από εμάς. Τελικά όμως πόσο έχουμε ξεπεράσει τα ταμπού και πόσο αυτά επηρεάζουν ως και καταστρέφουν, όπως εν προκειμένω, τις ζωές των ανθρώπων;

Σε ολόκληρη την Ιστορία της ανθρωπότητας κάθε πρόοδος -αν δεχθούμε ότι έχει προοδεύσει αυτός ο κόσμος-οφείλεται σε ανθρώπους που ήρθαν αντιμέτωποι με τα κοινωνικά ταμπού και το κατεστημένο των προηγούμενων γενεών. Πολέμησαν, αντισταθήκαν, επαναστάτησαν και τελικά θυσιάστηκαν για τα πιστεύω τους. Ποιος θα ήξερε σήμερα τον Μαχμούτ και τον Αγιάζ αν δεν τους είχαν κρεμάσει για τον έρωτά τους; Κανείς. Έπρεπε να θυσιαστούν και εν αγνοία τους να γίνουν οι ήρωες, ώστε σε 10 – 20 χρόνια από τώρα, ίσως στο Ιράν να βγει ένας νόμος που να επιτρέπει στους ομοφυλόφιλους να ζουν χωρίς το φόβο ότι θα τους αφαιρεθεί η ζωή. Με λίγα λόγια, η θυσία κάποιων τολμηρών ανθρώπων έχει χαρίσει την ελευθερία στους πολλούς και η ιστορία του κόσμου είναι γεμάτη από τέτοια παραδείγματα.

Πιστεύετε ότι η ελληνική κοινωνία είναι ανοιχτή στο να δεχτεί το διαφορετικό;

Πιστεύω πως ναι. Απλά ίσως να χρειάζεται λίγο περισσότερο χρόνο. Η ελληνική κοινωνία ενώ δυσκολεύεται να δεχτεί το διαφορετικό μαζικά και επίσημα, επί μέρους το καταφέρνει σε πολύ μεγάλο βαθμό και μάλιστα το υποστηρίζει και το βοηθά να υπάρξει. Για παράδειγμα, σπουδαίες προσωπικότητες των τεχνών και των γραμμάτων έζησαν και τιμήθηκαν για το έργο τους, ενώ ήταν ανοιχτά ομοφυλόφιλοι.

Πώς αντιμετωπίζετε εσείς ως νέος άνθρωπος και καλλιτέχνης το γεγονός πλέον της κρίσης; Ποιος πιστεύετε ότι είναι ο ρόλος της τέχνης σ’ αυτή τη νέα πραγματικότητα;

Αν κρίση ονομάζουμε την οικονομική πίεση που ασκείται στους «καταναλωτές» των αναπτυγμένων χωρών ώστε να ελαχιστοποιήσουν τη συνήθειά τους να καταναλώνουν ό,τι βρουν μπροστά τους σαν να μην υπάρχει αύριο, τότε «καλώς τα δεχτήκαμε». Η γνώμη μου είναι λοιπόν πως πρέπει να επαναπροσδιορίσουμε τις ανάγκες μας και τις σχέσεις μας με το χρήμα και τους ανθρώπους. Τελικά τι χρειάζεται ένας άνθρωπος για να είναι ευτυχισμένος; Μήπως τελικά η απάντηση δεν κρύβετε σε όλα όσα καταναλώναμε; Ο ρόλος της τέχνης σε αυτή τη νέα πραγματικότητα είναι ο ίδιος που ήταν πάντα! Να παρατηρήσει. Να παρατηρήσει τα καινούργια δεδομένα, ώστε να φωτίσει στο άμεσο μέλλον τις ενδιαφέρουσες λεπτομέρειες αυτή της καινούργιας εξέλιξης. Αυτό έκανε πάντα αυτό θα κάνει και τώρα.

Πιστεύετε ότι αυτή η κρίση τελικά θα μπορέσει να λειτουργήσει απελευθερωτικά απέναντι σε συγκεκριμένες κοινωνικές συμπεριφορές ή θα δημιουργήσει ακόμα περισσότερους εγκλωβισμούς και ρατσιστικές τάσεις;

Τώρα είμαστε στο στάδιο του θυμού, και έτσι ίσως δούμε γύρω μας να δημιουργείται ένα κλίμα που δεν θα είναι ευχάριστο για κανέναν: γκρίνια, φασαρίες, ρατσισμός, φωνές, κτλ. Πιστεύω όμως ότι όλο αυτό το κλίμα σύντομα θα ηρεμήσει και θα γεννήσει τελικά κάτι καινούργιο, όμορφο και σπουδαίο. Αρκεί τότε με κάποιον τρόπο να έχουμε μάθει από το παρελθόν για να μην την ξαναπατήσουμε με τον ίδιο τρόπο.