Λίγες μέρες πριν την πρώτη παρουσίαση του νέου του έργου, «Ο Χορός του Ζαλόγγου» παραγγελία της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών, ο διακεκριμένος Δημήτρης Σκύλλας, ένας από τους σημαντικότερους συνθέτες συμφωνικής μουσικής της νέας γενιάς και πιανίστας μιλά για τη δημιουργική διαδικασία, την πρεμιέρα του «Ζαλόγγου» και την καλλιτεχνική αναγνώριση στη χώρα μας.

Σε ηλικία μόλις 32 ετών, ήταν ο πρώτος Έλληνας συνθέτης που έγραψε έργο για τη Συμφωνική Ορχήστρα του BBC, όταν το 2019 παρουσίασε το έργο του, “Kyrie Eleison”, που ήταν ανάθεση του BBC και της Στέγης. Έχει κάνει εμφανίσεις στο Μουσείο Victoria and Albert, στο Royal Albert Hall και στο άνοιγμα της Μπιενάλε Κεραμικής της Μεγάλης Βρετανίας. Ο λόγος για τον διεθνώς ανερχόμενο Δημήτρη Σκύλλα που αντλεί έμπνευση για το 2021 στον ηρωισμό των γυναικών.

Τι σημαίνει για σας σε προσωπικό επίπεδο το ιστορικό φορτίο του Χορού του Ζαλόγγου;

Στην ιστορία του Ζαλόγγου, πώς μπορεί κανείς να διαχωρίσει το πραγματικό από το φαντασιακό; Το τραγούδι, ο χορός, η πράξη θανάτου, φτιάχνουν όλα μαζί μια συνθήκη-σύμβολο, μια ιερή στιγμή στην ιστορία που ακουμπά απόλυτα το σήμερα. Βλέπω την ίδια πράξη μέσα σε κάθε πιθανή γυναίκα στο παρόν, στη γυναίκα που κακοποιείται σεξουαλικά, στις αμέτρητες γυναικοκτονίες, στη μάνα που υποφέρει για να υπερασπιστεί τα παιδιά της, βλέπω τον Ζάλογγο σε όλες τις γυναίκες που συναντώ, ακόμα και στη μητέρα μου. Από την αρχή του ανθρώπινου πολιτισμού, η γυναίκα παλεύει αγκομαχώντας για το αυτονόητο, την ελευθερία.

Έχετε πει ότι γράφετε σε συνθήκη ηρεμίας και σιωπής. Η ησυχία είναι απαραίτητη προϋπόθεση για να εξωτερικεύσετε ένα ταξίδι του οποίου οι διεργασίες ξεκινούν εσωτερικά;

Κάθε φορά, πριν ξεκινήσω να γράφω ένα έργο, φτιάχνω μια δική μου μικρή τελετή και εισχωρώ μέσα της βαθιά. Είναι σαν να βγαίνω από τον κόσμο εντελώς. Είναι σαν να κοιτάω την ανθρωπότητα και την ιστορία του ανθρώπινου γένους από πολύ μακριά. Ο χρόνος, το έτος, η τοποθεσία, δεν έχουν καμία σημασία πλέον. Με ενδιαφέρει το τί είναι ο άνθρωπος ως ύπαρξη. Γι’ αυτό και πολλές φορές,  κάποιος θα μπορούσε να με κατηγορήσει πως δεν ασχολούμαι αρκετά με την επικαιρότητα. Όμως δεν μπορώ, ειλικρινά, ξέρω ότι όσα συμβαίνουν στο κάθε παρόν, είχαν συμβεί στο παρελθόν και θα συμβούν ξανά στο μέλλον. Στο κάθε του παρόν, ο εκάστοτε άνθρωπος πάντα θα νομίζει πως βιώνει τη χειρότερη εποχή της ανθρωπότητας. Είναι στη φύση μας να εξιδανικεύουμε το παρελθόν και το μέλλον.

Η αποστασιοποίηση που περιγράφω, είναι η δική μου διάσταση ησυχίας. Όλα σβήνουν και φωτίζεται μόνο το έργο. Αυτό όμως είναι δύσκολο να το αντιληφθεί κάποιος όταν με συναντά. Γιατί συνεχίζω την κοινωνική μου ζωή, περπατάω, βγαίνω για ποτό, γελάω με τους ανθρώπους. Μέσα μου όμως φτιάχνεται το έργο, σταδιακά και σταθερά. Σαν μια παράλληλη δράση. Η πιο σημαντική. Είναι πολλές οι φορές που ενώ βρίσκομαι σε πάρτι με εκατοντάδες άτομα και δυνατή μουσική, μέσα μου βιώνω όλη αυτήν την ένταση ως δημιουργική σιωπή. Η φασαρία, οι φωνές, τα σώματα, όλα γίνονται λευκός καμβάς για κάτι νέο.

Έχετε αναφέρει ότι η περίοδος της καραντίνας ήταν ο πρώτος ολοκληρωμένος χρόνος που περάσατε στην Ελλάδα ως ενήλικας. Αντιλαμβάνεστε αυτή την επιστροφή ως πισωγύρισμα ή την αξιοποιείτε; Αν ναι, πώς;

Θα έλεγα ότι ήταν ακριβώς το αντίθετο από πισωγύρισμα. Ήταν αποκάλυψη! Τον Μάρτη του 2020 έφυγα από το Λονδίνο πιστεύοντας πως θα κάνω την πρεμιέρα του Kyrie Eleison με την ΚΟΑ. Πήρα μαζί μου λίγα πράγματα, τα απαραίτητα. Και οι μέρες πέρασαν, η ζέστη ήρθε, έφυγε, και ξανάρθε. Έμεινα στην Ελλάδα ενάμιση χρόνο. Ίσως βίωσα έναν από τους πιο γοητευτικούς χρόνους της ζωής μου. Ντρέπομαι λίγο που το λέω αυτό ανοιχτά, γιατί είχαμε τη δυσκολία της πανδημίας, αλλά είναι η αλήθεια. Αυτούς τους απρόσμενους 18 μήνες στην Ελλάδα, μπήκα στην επόμενη καλλιτεχνική περίοδο της ζωής μου. Μεταμορφώθηκε το μουσικό μου ύφος, ο χαρακτήρας, οι προτεραιότητες. Έζησα μια επιφοίτηση. Πώς θα μπορούσα να το αλλάξω αυτό; Δεν θα το άλλαζα με τίποτα. Γύρισα στο Λονδίνο και είμαι άλλος άνθρωπος. Στη νέα περίοδο που ανακαλύπτω βήμα-βήμα, βρίσκεται και το συμφωνικό μου ποίημα για τον Ζάλογγο. Είναι μακρύς δρόμος, το αισθάνομαι.

Θα μπορούσατε να μας μυήσετε στο μουσικό σας σύμπαν; Ακολουθείτε κάποιο διαφορετικό «τελετουργικό» όταν συνθέτετε για το θέατρο ή για μια μεγάλη συμφωνική ορχήστρα όπως η ΚΟΑ;

Είναι γεγονός πως τα τελευταία χρόνια μου έρχονται συνεχώς μεγάλες παραγωγές. Νιώθω ευλογημένος. Από την Επίδαυρο το 2018 συνέχισα στη συμφωνική του ΒΒC στο Λονδίνο, στη συνέχεια πίσω στο Εθνικό Θέατρο και τώρα στην ΚΟΑ. Το μυαλό μου δεν έχει πραγματικά ξεκουραστεί, γιατί όταν έχεις να διαχειριστείς την πολύ μεγάλη κλίμακα, πρέπει συνεχώς να σκέφτεσαι. Η μεγάλη κλίμακα μου αρέσει πολύ, νομίζω πως μου ταιριάζει, όμως παράλληλα με σοκάρει. Και αυτό γιατί είναι πιο δύσκολο να βρεις οικειότητα μέσα σε αυτήν. Δεν μπορείς να πιαστείς από κάπου σταθερά όταν έχεις πρόβα με 80 όργανα και ένα μαέστρο. Το μυαλό σου και η προσοχή σου διαιρούνται και αυτό είναι εξαντλητικό. Με την ωριμότητα, όμως, έρχεται και η απόλαυση.

Νομίζω πως από τα μεγάλα έργα, ο Χορός του Ζαλόγγου είναι το πιο οικείο, ή τουλάχιστον έτσι νιώθω αυτή τη στιγμή. Αν και γράφτηκε για ολόκληρη την ΚΟΑ, δεν νιώθω ότι με τρομάζει ο όγκος των οργάνων. Είναι ένα έργο καθαρό, λιτό, απλό και άμεσο, χωρίς σάλτσα και φιοριτούρες, με πολλές ατομικές στιγμές, όπως τα σόλο στην τρομπέτα και το κλαρινέτο. Βλέπω μία-μία τις γυναίκες του Ζαλόγγου μέσα σε αυτές τις μοναχικές στιγμές των πνευστών και αυτό μου προκαλεί συναισθήματα, κυρίως αγάπη. 

Ισχύει ακόμα και το 2021 ότι είναι αναγκαίο να αναγνωριστεί κάποιος πρώτα στο εξωτερικό για να αναγνωριστεί η αξία του στην Ελλάδα;

Δυστυχώς, ισχύει. Αυτό το λέω από πλεονεκτική θέση, όντας στο Λονδίνο. Όμως δεν θα έπρεπε να ισχύει. Η σύγχρονη Ελλάδα έχει ένα σταθερό κόμπλεξ κατωτερότητας. Βρίσκεται στη μέση μιας διαρκούς σύγκρισης, από τη μία συγκρίνεται με το εξωτερικό, από την άλλη με τον αρχαίο της εαυτό. Υπάρχει μια εμμονή με όλα αυτά που δεν έχουμε. Κοιτάμε ανάποδα. Θα έπρεπε να δημιουργήσουμε καινούριες συνθήκες, νέα αισθητική. Έχουμε τρομερό ταλέντο στη χώρα μας κι εμείς επενδύουμε σε ένα επιφανειακό, ινσταγκραμικό φαίνεσθαι. Για να γίνει η Ελλάδα διεθνής, πρώτα πρέπει να σταματήσει να επιθυμεί – με κάθε φτηνό κι εύκολο μέσο – να γίνει διεθνής. Τότε θα γίνει ένας καθαρός πόλος ελξης.

Info:

Ασκήσεις Φαντασίας | Παρασκευή, 15 Οκτωβρίου στις 20:30 | Μέγαρο Μουσικής Αθηνών | Αγοράστε το εισιτήριό σας εδώ