Ήταν μοιραίο ότι θα έφτανε αυτή η ώρα. Η ώρα της μισητής τάξης των δημοσιογράφων. Στην οποία περήφανα δηλώνω πως ανήκω, κι ας με πείτε συνάδελφο του κ. Πρετεντέρη. Αφού είδαμε τις εφημερίδες και τα περιοδικά όπου δουλεύαμε να κλείνουν, παρηγορήσαμε όσους συναδέλφους έμειναν χωρίς δουλειά, παρακολουθήσαμε τους New York Times να πειραματίζονται με τη διάθεση της ύλης τους στο χαρτί ή στο Internet, δουλέψαμε με μπλοκάκια και υπό την απειλή των δεκάδων copy/paste δημοσιευμάτων καθημερινά, αυτο-υπονομενευτήκαμε με αυτό το copy/paste και με όλους τους συμβιβασμούς που υποχρεωθήκαμε να κάνουμε (η ευθύνη όλη δική μας), κι αφού ως άλλος απόστολος Πέτρος αρνηθήκαμε πολλάκις την ταυτότητά μας ενώπιον του συνθήματος «αλήτες-ρουφιάνοι» για να μη φάμε ξύλο όπως ο κ. Τέλογλου, έφτασε, λοιπόν, και η δική μας ώρα. Λίγο νωρίτερα είχε αρχίσει μάλιστα να αναδύεται η «δημοσιογραφία των πολιτών», που ποτέ δεν την κατάλαβα ως έννοια, αφού δεν υπάρχει αντίστοιχα «ιατρική των πολιτών» ή «λογιστική των πολιτών». Για να κάνεις τη δουλειά σου, απευθύνεσαι σε κάποιον επαγγελματία. Αν θέλεις να βγάλεις τις αμυγδαλές σου πηγαίνεις στο γιατρό κι αν θέλεις να φτιάξεις τα φορολογικά της επιχείρησής σου πηγαίνεις στο λογιστή. Δεν έχω δει πολλούς να φτιάχνουν μόνοι τους το αυτοκίνητο όταν χαλάει και να επικαλούνται το κίνημα του «βουλκανιζατέρ των πολιτών» για να ζητήσουν το κλείσιμο των συνεργείων που υπερχρεώνουν. Αλλά με τη δημοσιογραφία είναι ένα περίεργο πράγμα. Πολλοί θεωρούν ότι ενώ δεν έχουν ελεύθερο χρόνο για δείγμα, έχουν ωστόσο μπόλικη ώρα για να παραστήσουν τους δημοσιογράφους. Απλώς επειδή τυχαίνει να βρίσκονται τη σωστή ώρα στο σωστό σημείο και να γυρίζουν με το κινητό ένα βιντεάκι που μετά το ανεβάζουν στο YouTube.

Τεράστια εισαγωγή, αλλά έπρεπε να τα πω για να ξελαφρώσω. Κι έχω πολλά ακόμα, αλλά τα φυλάω για άλλη φορά. Τέλος πάντων, όλοι αυτοί οι προβληματισμοί ανήκουν ευτυχώς στο παρελθόν, αφού οι δημοσιογράφοι θα αντικατασταθούμε από τους υπολογιστές. Κάποτε μυξοκλαίγαμε για τη μοίρα των εργατών κάθε φορά που διαβάζαμε για τα ρομπότ που τους αντικαθιστούσαν στα εργοστάσια. Βέβαια, κάτι τέτοιο δεν συνέβη πραγματικά ποτέ, αλλιώς δεν θα είχαμε εκατομμύρια Κινέζους να δουλεύουν για ένα κομμάτι ψωμί ώστε να μπορούμε εμείς να κάνουμε high score στο Angry Birds και να γυμναζόμαστε χωρίς να κινδυνεύουμε από τραυματισμούς φορώντας αεροδυναμικά αθλητικά παπούτσια. Προς το παρόν, εμείς οι καημένοι οι δημοσιογράφοι αντιμετωπίζουμε άλλον έναν κίνδυνο εξάλειψης, αυτήν τη φορά από τους υπολογιστές, που την έχουν δει Αλέξης Παπαχελάς με τις ευλογίες των προγραμματιστών τους και των παραγγελιοδόχων τους. H Narrative Science είναι μία από τις εταιρείες που παράγουν αυτοματοποιημένο υλικό για προσωποποιημένη δημοσίευση σε πολλαπλές πλατφόρμες. Στόχος της, να δημιουργήσει «πλούσιο αφηγηματικό περιεχόμενο από τα στοιχεία». Με άλλα λόγια, τα στοιχεία περνούν στον υπολογιστή κι εκείνος σου πετάει στην οθόνη κείμενα μικρά χωρίς γραφικές αναπαραστάσεις, κείμενα μεγάλα με γραφικές αναπαραστάσεις, tweets, και όποιον άλλο συνδυασμό ή αριθμών λέξεων σε βολεύει. Τις υπηρεσίες της συγκεκριμένης εταιρείας τις χρησιμοποιεί το Forbes για την παρουσίαση οικονομικών συνόψεων. Υπάρχουν μάλιστα και άλλες εταιρείες που κάνουν την ίδια δουλειά σε τομείς όπως τα αθλητικά και το real estate. Σύντομα, οι υπολογιστές ίσως να μπορούν να γράφουν κριτικές κινηματογράφου. Θα μαζεύουν στοιχεία από τους εναπομείναντες κριτικούς και θα βγάζουν ετυμηγορία για τις καινούργιες ταινίες. Μόνο που το κείμενό τους δεν θα έχει σε καμία περίπτωση την πολεμική θέρμη ενός Pete Travers. Το πολύ-πολύ να αποτελεί μια σύνοψη του τύπου: «Αυτή η ταινία είναι ιδανική για όσους ενθουσιάζονται με το “Survivor” στην τηλεόραση.» Μάντεψες σωστά. Η «κριτική» αυτή θα αναφερόταν στο The Hunger Games.

Έχει τα καλά της αυτή η εξέλιξη. Πόση ώρα χρειάζεται για να γραφτεί ένα κείμενο από έναν ζωντανό άνθρωπο; Αρκετή. Μας παίρνει να τον περιμένουμε να κάνει το ρεπορτάζ, να διασταυρώσει τα στοιχεία του, να συντάξει το κείμενο κι αυτό να περάσει από επιμέλεια; Όχι, γιατί στο μεταξύ κάποιος άλλος θα έχει προλάβει να ανεβάσει την είδηση αντιγράφοντας ένα δελτίο Τύπου ή κάποια άλλη πηγή. Και μήπως πρέπει να έχουμε στο νου μας τι θέλει ο κόσμος; Τέρμα αυτά τα προβλήματα. Το μέσο ταΐζει τους ακούραστους υπολογιστές του με στοιχεία, ο αναγνώστης επιλέγει σε ποια μορφή επιθυμεί να τα διαβάσει, το Google και το Facebook κάνουν πανηγύρι μέσα σ’ αυτό τον παράδεισο της προσωποποιημένης ενημέρωσης και η παραγωγή συνεχίζεται απρόσκοπτα, πιο μαζικά κι από κουτάκια Coca Cola.

Και τώρα τι θα απογίνουμε χωρίς Μπάμπη Παπαδημητρίου; Ποιον θα κανιβαλίζουμε στα blogs; Πώς θα ξεδίνουμε με comments κάτω από τα άρθρα του; Πού θα βρίσκουμε αποδιοπομπαίους τράγους τώρα που ο Γιώργος Νταλάρας σταμάτησε τις δωρεάν συναυλίες και όσοι προσήλθαν στις κάλπες για να εκλεξουν αρχηγό του ΠΑΣΟΚ δεν μας αφήνουν κανένα περιθώριο να κατηγορούμε τους πολιτικούς για την κατάντια μας; Δεν έχω καμία όρεξη να υπερασπιστώ ένα σινάφι κακοπροαίρετο και διαπλεκόμενο. Τα έχω ζήσει από κοντά και φυσικά δεν με απασχολεί η επιβίωσή του. Αναφέρομαι σε όσους γράφουν ακόμα με τους λιγότερους δυνατούς συμβιβασμούς, για τη χαρά της ενημέρωσης, της ανάλυσης και της ανάγνωσης. Ή σε όσους κάνουν αξιοπρεπώς αυτήν τη δουλειά όχι για να κερδίσουν Pulitzer, αλλά για να βγάλουν το ψωμί τους. Αν το παραπάνω κείμενο το έγραφε ένας υπολογιστής, θα ήταν καλύτερο ή χειρότερο; Ακόμα κι αν επιλέξεις την πρώτη απάντηση, σε ποιον θα έδινες συγχαρητήρια; Αλλά επειδή καλύτερο δεν θα μπορούσε σε καμία περίπτωση να είναι, ποιον θα έβριζες;

tags / ελcBlog