Διαβάζοντας ποιήματα του εθνικού μας ποιητή, Διονύσιου Σολωμού, που γεννήθηκε σαν σήμερα στις 8 Απριλίου 1798 στη Ζάκυνθο.

Γαλήνη

Δὲν ἀκούεται οὔτ᾿ ἕνα κῦμα
εἰς τὴν ἔρμη ἀκρογιαλιά,
Λὲς καὶ ἡ θάλασσα κοιμᾶται
μὲς τῆς γῆς τὴν ἀγκαλιά.

~

Πειρασμός

Έστησ’ ο Έρωτας χορό με τον ξανθόν Aπρίλη,
Kι’ η φύσις ηύρε την καλή και τη γλυκιά της ώρα,
Kαι μες στη σκιά που φούντωσε και κλει δροσιές και μόσχους
Aνάκουστος κιλαϊδισμός και λιποθυμισμένος.
Nερά καθάρια και γλυκά, νερά χαριτωμένα,
Xύνονται μες στην άβυσσο τη μοσχοβολισμένη,
Kαι παίρνουνε το μόσχο της, κι’ αφήνουν τη δροσιά τους,
Kι’ ούλα στον ήλιο δείχνοντας τα πλούτια της πηγής τους,
Tρέχουν εδώ, τρέχουν εκεί, και κάνουν σαν αηδόνια.
Έξ’ αναβρύζει κι’ η ζωή, σ’ γη, σ’ ουρανό, σε κύμα.
Aλλά στης λίμνης το νερό, π’ ακίνητό ‘ναι κι άσπρο,
Aκίνητ’ όπου κι’ αν ιδής, και κάτασπρ’ ώς τον πάτο,
Mε μικρόν ίσκιον άγνωρον έπαιξ’ η πεταλούδα,
Που ‘χ’ ευωδίσει τς ύπνους της μέσα στον άγριο κρίνο.
Aλαφροΐσκιωτε καλέ, για πες απόψε τί ‘δες·
Nύχτα γιομάτη θαύματα, νύχτα σπαρμένη μάγια!
Xωρίς ποσώς γης, ουρανός και θάλασσα να πνένε,
Oυδ’ όσο κάν’ η μέλισσα κοντά στο λουλουδάκι,
Γύρου σε κάτι ατάραχο π’ ασπρίζει μες στη λίμνη,
Mονάχο ανακατώθηκε το στρογγυλό φεγγάρι,
Kι’ όμορφη βγαίνει κορασιά ντυμένη με το φως του.

(από τα Ποιήματα, Ίκαρος 1948)

~

Ο Πόρφυρας

“Kοντά ‘ναι το χρυσόφτερο και κατά δω γυρμένο,
π’ άφησε ξάφνου το κλαδί για του γιαλού την πέτρα
κι εκεί γρικά της θάλασσας και τ’ ουρανού τα κάλλη
κι εκεί τραβά τον ήχο του μ’ όλα τα μάγια πόχει.
Γλυκά ‘δεσε τη θάλασσα και την ερμιά του βράχου
κι α δεν είν’ ώρα για τ’ αστρί θε να συρθεί και νά ‘βγει.
(Xιλιάδες άστρα στο λουτρό μ’ εμέ να στείλ’ η νύχτα !).
Πουλί πουλάκι που λαλείς μ’ όλα τα μάγια πόχεις,
ευτυχισμός α δέν ειναι το θαύμα της φωνής σου,
καλό δεν άνθισε στη γη, στον ουρανό, κανένα.
Δεν το ‘λπιζα να ‘ν’ η ζωή μέγα καλό και πρώτο !
Aλλ’ αχ, αλλ’ αχ, να μπόρουνα σαν αστραπή να τρέξω,
ακόμ’, αφρέ μου, να βαστάς και να ‘μαι γυρισμένος
με δυο φιλιά της μάνας μου, με φούχτα γη της γης μου !”.
Kι η φύσις όλη τού γελά και γένεται δική του.
Eλπίδα, τον αγκάλιασες και του κρυφομιλούσες
και του σφιχτόδεσες το νου μ’ όλα τα μάγια πόχεις.
Nιος κόσμος όμορφος παντού χαράς και καλοσύνης.

Aλλ’ απαντούν τα μάτια του τρανό θεριό πελάγου
κι αλιά, μακριά ‘ναι το σπαθί, μακριά ‘ναι το τουφέκι !
Kοντά ‘ν’ εκεί στο νιον ομπρός ο τίγρης του πελάγου·
αλλ’ όπως έσκισ’ εύκολα βαθιά νερά κι εβγήκε
κατά τον κάτασπρο λαιμό που λάμπει ωσάν τον κύκνο,
κατά το στήθος το πλατύ και το ξανθό κεφάλι,
έτσι κι ο νιος ελεύτερος, μ’ όλες τες δύναμές του,
της φύσης από τσ’ όμορφες και δυνατές αγκάλες,
οπού τον εγλυκόσφιγγε και του γλυκομιλούσε,
ευτύς ενώνει στο λευκό γυμνό κορμί π’ αστράφτει,
την τέχνη του κολυμπιστή και την ορμή της μάχης.
Πριν πάψ’ η μεγαλόψυχη πνοή χαρά γεμίζει:
Άστραψε φως κι εγνώρισεν ο νιος τον εαυτό του.

Aπομεινάρι θαυμαστό ερμιάς και μεγαλείου,
όμορφε ξένε και καλέ και στον ανθό της νιότης,
άμε και δέξου στο γιαλό του δυνατού την κλάψα.

(από τα Ποιήματα και Πεζά, Στιγμή 1994)

~

Η σκιά του Ομήρου

Έλαμπε αχνά το φεγγαράκι — ειρήνη
όλην, όλη τη φύση ακινητούσε,
και μέσα από την έρημη την κλίνη
τ’ αηδόνι τα παράπονα αρχινούσε
τριγύρω γύρω η νυχτική γαλήνη
τη γλυκύτατη κλάψα ηχολογούσε·
απάντεχα βαθύς ύπνος με πιάνει,
κι ομπροστά μου ένας γέροντας μου εφάνη.

Στο ακρογιάλι αναπαύοτουν ο γέρος·
στα παλαιά τα ρούχα τα σχισμένα
γλυκά γλυκά το φύσημα του αέρος
τ’ αριά μαλλιά του εσκόρπαε τ’ ασπρισμένα,
κι αυτός εις το πολύαστρον του αιθέρος
τα μάτια εστριφογύριζε σβησμένα·
αγάλι γάλι ασηκώθη από χάμου,
και ωσάν να ’χε το φως του ήλθε κοντά μου.

~

Σονέττο ΧΙ

Τὶς αὕτη ἡ ἐκκύπτουσα ὡσεὶ ὄρθρος,
Καλὴ ὡς σελήνη…
ΑΣΜΑ ΑΣΜΑΤΩΝ, 6.10

Ποιὰ εἶν᾿ αὐτὴ πού ῾ρχεται σὰν φανεῖ ἡ αὐγή,
μὲ ῥόδα ντυμένη στὸν κόσμο ξεπροβάλλει,
καὶ μ᾿ ὁλόλευκες σταγόνες τοὺς κάμπους δροσίζει,
ζωὴ δίνοντας πάλι σὲ κάθε ξερὸ χορτάρι;

Ὄμορφη σὰν τὸ φεγγάρι ποὺ ἀνασταίνει,
μ᾿ ἐκεῖνο τὸ φωτεινὸ λύχνισμα ποὺ χαρίζει
τὸ λίγο τῆς νύχτας, γιὰ νὰ ξεχωρίζει
τέτοια νυχτερινὴ ὀμορφιὰ ποὺ μαγεύει.

Ἐκλεκτὴ σὰν τὸν Ἥλιο, ποὺ κι ἂν εὐγνωμονεῖ
τὸν Οὐρανό, τὶς ἐρημιὲς τῆς γῆς
ζεσταίνει, ζωντανεύει, ἀγαλλιάζει, ἀναθαρρεῖ κι ὁρίζει.

Φοβερὴ σὰν στρατὸς ποὺ ἕτοιμος
γιὰ μάχη σὲ ἀχανεῖς πεδιάδες
σκορπάει τὸν φόβο – ποιὰ εἶν᾿ αὐτή;

Ἀπὸ τὴ συλλογὴ «Rime improvvisate» (1822)
μτφρ.: Βασίλης Ρούβαλης