Τρία χρόνια μετά το βαθιά συγκινητικό αποτύπωμα του «Εγώ, ο Ντάνιελ Μπλέικ», ο Κεν Λόουτς με τον μόνιμο συνεργάτη του σεναριογράφο Πολ Λάβερτι επιστρέφουν στον τόπο του εγκλήματος, το Νιούκαστλ, αλλά κυρίως επιστρέφουν -για πολλοστή φορά- στον ευρύτερο και μεταφορικό τόπο του εγκλήματος, τη σύγχρονη οικονομικοπολιτική πραγματικότητα, τον καπιταλισμό, διηγούμενοι μια ακόμη ιστορία με ήρωες ανθρώπους της εργατικής τάξης.

Κι ένα βασικό προτέρημα του «Δυστυχώς Απουσιάζατε» είναι ότι εστιάζει το βλέμμα του σε σχετικά νέα «εργαλεία» που έχει εφεύρει ο καπιταλισμός, προκειμένου να βρίσκει αφενός νομικά αποδεκτούς τρόπους, για να παρακάμπτει και στην ουσία να καταπατά θεμελιώδεις κατακτήσεις του εργατικού δικαίου και αφετέρου φαντασιωτικά γοητευτικούς τρόπους, ώστε οι εργαζόμενοι να απεμπολούν οικειοθελώς την προστασία του εργατικού δικαίου και τα δικαιώματά τους ως εργαζόμενοι.

Έτσι, στο ξεκίνημα της ταινίας θα ακούσουμε τον Ρίκι να λέει στον νέο του προϊστάμενο στην εταιρία κούριερ, ότι έχει κάνει ως τώρα στη ζωή του όλων των ειδών τις χειρωνακτικές εργασίες, όλων των ειδών τις εργασίες μάστορα, σε σχέση κυρίως -αλλά όχι μόνο- με την οικοδομή. Ήταν, λέει, πάντα πολύ εργατικός, δεν ανεχόταν τους τεμπέληδες γύρω του και δεν καταδέχτηκε ποτέ να πάρει επιδόματα ανεργίας, θα αισθανόταν ντροπή να πάρει τέτοιου είδους επιδόματα. Ο Ρίκι, μολονότι ανήκει στην εργατική τάξη, φαίνεται ότι θεωρεί πως το κοινωνικό κράτος και τα επιδόματα είναι ένα είδος ελεημοσύνης. Και όπως εξηγεί στον νέο του προϊστάμενο, κουράστηκε να έχει κάποιον από πάνω του, κουράστηκε να έχει αφεντικά, είναι ενθουσιασμένος που θα γίνει πια αφεντικό του εαυτού του.

Γιατί η εταιρία κούριερ δεν θα τον προσλάβει ως εργαζόμενο – θα τον καλωσορίσει στις τάξεις της ως αυτοαπασχολούμενο συνεργάτη. Θα συνάψουν μια σύμβαση franchise, δεν θα του δίνει μισθό, δεν θα τον ασφαλίζει, δεν θα τον απασχολεί σε ωράριο εργασίας και δεν θα έχει υποχρέωση πληρωμής υπερωριών και υπερεργασίας, ο Ρίκι θα αναλάβει όλα τα έξοδα του φορτηγού με το οποίο θα κάνει τις μεταφορές, ο Ρίκι θα αναλάβει όλα τα οικονομικά ρίσκα για την εργασία του, ο Ρίκι θα πληρώνει πρόστιμα αν δεν συμμορφώνεται στη μία ή την άλλη υποχρέωση, ο Ρίκι που δεν είναι υποχρεωμένος να χτυπάει κάρτα το πρωί, χτυπάει κάρτα το πρωί, και δουλεύει έξι μέρες την εβδομάδα δωδεκάωρα ή και παραπάνω ή και όσο πάρει, αλλά είναι αφεντικό του εαυτού του. Και συνεργάτης. Και αν όλα πάνε καλά θα βγάλει και αξιοπρεπέστατα λεφτά. Γιατί να μην το κάνει ο Ρίκι και ο κάθε Ρίκι που έχει όρεξη για δουλειά και δεν είναι τεμπελχανάς; Γιατί να μην ξεχωρίσει και με αυτόν τον τρόπο η ήρα από το στάρι στις τάξεις της τάξης της εργατικής;  Τι κακό υπάρχει σε αυτή τη δυνατότητα οικονομικής και κοινωνικής ανέλιξης; Γιατί να μην δίνεται η δυνατότητα στους εργαζόμενους να γίνουν κι αυτοί επιχειρηματίες; Αλλάξαν οι καιροί, δεν μπορεί το εργατικό δίκαιο να συνεχίζει να κρατά καθηλωμένη την εθνική οικονομία σε ένα περιβάλλον παγκοσμιοποίησης, δεν μπορεί το εργατικό δίκαιο να συνεχίζει να κρατά αιχμαλώτους με αμοιβαίες αλυσίδες επιχειρήσεις κι εργαζομένους: ελευθερία για όλους με ευφάνταστες και ευέλικτες μορφές απασχόλησης. Κι όποιος αξίζει ας προκόψει. Όποιος δεν αξίζει, ας συνεχίσει να παρασιτεί εις βάρος των υγιών δυνάμενων της κοινωνίας.

Βέβαια για να μπορέσει να βρει φορτηγό ο Ρίκι, θα χρειαστεί λεφτά. Λεφτά που η οικογένειά του δεν έχει, όντας ήδη χρεωμένη ως τον λαιμό. Ας πουλήσει η γυναίκα του το αυτοκίνητό της. Η γυναίκα του, η Άμπι, που το χρειάζεται για τη δική της δουλειά, τη δική της ελαστική μορφή εργασίας, καθώς εργάζεται με σύμβαση «μηδενικών ωρών» ως φροντιστής ηλικιωμένων ή αναπήρων ανθρώπων. Το χρειάζεται για να πηγαίνει σε όλη την πόλη από σπίτι σε σπίτι των ανθρώπων που δεν μπορούν να αυτοεξυπηρετηθούν. Ας αρχίσει να παίρνει λεωφορεία. Μπροστά στο όνειρο της οικονομικής εξασφάλισης της οικογένειας και της επιτυχίας, τι είναι μια έξτρα ταλαιπωρία για την ίδια;

Η Άμπι επίσης ανησυχεί για το ότι ο συνδυασμός της δικής της καθυστέρησης να γυρνάει σπίτι με τα εντελώς διευρυμένα νέα ωράρια – μη ωράρια του Ρίκι θα σημαίνει ότι θα βλέπουν και οι δυο πολύ λιγότερο τα παιδιά τους, τον δεκαπεντάχρονο γιο και την εντεκάχρονη κόρη τους. Όλα θα πάνε καλά, της λέει ο Ρίκι. Κι επειδή αυτή είναι μια ταινία του Κεν Λόουτς και τον Πολ Λάβερτι, όπως κι αν πάνε τελικά τα πράγματα, δεν υπάρχει η παραμικρή αμφιβολία ότι στην πορεία οι ήρωες θα περάσουν μέσα από όλων των ειδών τα ζόρια και την εγγενή μέγγενη του καπιταλισμού για τους πιο αδύναμους.

Για τα δικά μου γούστα και κριτήρια, ο Λόουτς κι ο Λάβερτι κάπου το παρακάνουν -και δεν είναι η πρώτη φορά- στη δοσολογία των δεινών που θα σωρευτούν το ένα μετά το άλλο πάνω από τα κεφάλια των ηρώων του. Ενώ η τόσο διαπεραστική τους ματιά ανατέμνει και αποτυπώνει αθέατες και απωθημένες όψεις της κοινωνικής πραγματικότητας με μια διαύγεια και με μια επιμονή που δεν έχει αντίστοιχη στον κινηματογράφο του καιρού μας, η τάση τους να συμβούν πέντε κακά μαζί αντί για δύο – τρία, υπονομεύει ίσως δραματουργικά σε ένα βαθμό και το συνολικό αποτέλεσμα και το μήνυμα που θέλουν να περάσουν. Ένα μήνυμα πάντως, το οποίο και πολύτιμο παραμένει, και παρ’ όλη την όποια αθέλητη αυτοϋπονόμευση εξακολουθεί να περνάει. Και σίγουρα, όση κριτική κι αν ασκηθεί για τους δρόμους που πήραν για να οδηγηθούμε στο φινάλε, αυτό καθαυτό το φινάλε του «Δυστυχώς Απουσιάζατε» κουβαλά μια πολύ μεγάλη συμβολική και συγκινησιακή δύναμη, καθώς απευθύνεται με ιδιαίτερη επιτυχία τόσο στο μυαλό μας όσο και στο συναίσθημά μας.

Θα κλείσω με δυο επιμέρους παρατηρήσεις. Η πρώτη αφορά τον μεγάλο γιο. Η συμπεριφορά του, η αντίδραση που βγάζει, η μικροπαραβατικότητα που αναπτύσσει, βρίσκουν στο σενάριο κάποια πατήματα: κι εμείς ως θεατές μπορούμε να δώσουμε τη μια ή την άλλη ερμηνεία, και ο ίδιος ο γιος αρθρώνει ένα λόγο πάνω στον οποίο μπορεί να συμφωνήσει ή να διαφωνήσει κανείς, αν μη τι άλλο ως προς το κατά πόσο αυτός ο λόγος συνιστά επαρκή εξήγηση. Ωστόσο νομίζω ότι ο Λόουτς και ο Λάβερτι, αντί τελικά να προσπαθούν να μας περάσουν κι εδώ ένα μήνυμα, είναι σαν να σηκώνουν ως ένα βαθμό -αν όχι από πρόθεση, πάντως κατ΄αποτέλεσμα- τα χέρια ψηλά: ξέρουν αλλά και δεν ξέρουν γιατί φέρεται έτσι ο γιος. Δίπλα στην ψυχολογική, την οικογενειακή, την κοινωνικοπολιτική εξήγηση, είναι σαν να υπάρχει και μια άγνωστη ζώνη, μια απόσταση γενεών την οποία καταγράφουν και μαζί με αυτήν καταγράφουν την αδυναμία πλήρους κατανόησής της.

Η δεύτερη αφορά την Άμπι, την ηρωίδα που υποδύεται με αφοπλιστική ευαισθησία η πρωτοεμφανιζόμενη και σχεδόν ερασιτέχνης Nτέμπι Χάνεϊγουντ. Η Άμπι λοιπόν περιγράφει σε κάποια στιγμή πως καθάριζε μια ανήμπορη γυναίκα από τα περιττώματά της. Περιγράφει πως είχε γεμίσει αναγκαστικά και η ίδια από τα σκατά της. Κι αν υπάρχει μια αληθινά αριστερή και μια αληθινά ανθρώπινη ματιά στον κόσμο είναι αυτή: μια εργαζόμενη γυναίκα περιγράφει με δάκρυα στα μάτια ότι δουλεύει καθαρίζοντας σκατά και δεν το κάνει για να μας πει πόσο άθλιες συνθήκες εργασίας έχει, αλλά για να πει ότι έχει βάλει σκοπό της να περιποιείται αυτές τις γυναίκες σαν να ήταν η μαμά της κι ακόμα καλύτερα. Ο άλλος άνθρωπος, ο αδύναμος άνθρωπος, ο άνθρωπος που έχει πέσει κάτω, δεν είναι πηγή σιχασιάς και αηδίας. Αν σημαίνει κάτι να είσαι άνθρωπος, είναι να αγαπάς και να φροντίζεις και να μη σιχαίνεσαι τον άνθρωπο που έχει πέσει κάτω, ακόμη κι αν χρειαστεί να πασαλειφτείς με τα σκατά του.