Μία μέρα μετά την κυκλοφορία του, το νέο άλμπουμ της Taylor Swift με τίτλο “Lover”, έγινε το άλμπουμ με τις μεγαλύτερες πωλήσεις της χρονιάς με «σκορ» των 450.000. Αυτή ήταν και η πρώτη φορά για την Αμερικανίδα καλλιτέχνιδα που κυκλοφόρησε ταυτόχρονα το άλμπουμ της σε φυσική μορφή αλλά και στον κατάλογο του Spotify, γεγονός που δεν συνέβαινε παλιότερα λόγω συμφωνίας της με την Apple Music. Μάλιστα, αν προστεθούν και τα streams από τις πλατφόρμες streaming μουσικής όπως το Spotify και το Apple Music, οι πωλήσεις προβλέπονται στο τέλος της εβδομάδας να ξεπεράσουν τις 1.000.000. Τον τελευταίο καιρό όμως δεν χρειάζεται να κάνουμε τέτοιους είδους προσθέσεις: Για τα σύγχρονα hits οι μόνοι αριθμοί που μετρούν είναι αυτοί των streams. Πριν όμως εξάγουμε τα γνωστά συμπεράσματα που κρατούν πάνω από μια πενταετία, όπως «ο κόσμος δεν αγοράζει πια CD», ας δούμε που έχουν στραφεί οι ίδιοι οι καλλιτέχνες και οι δισκογραφικές εταιρείες, όσον αφορά την προώθηση μουσικής.

Το εξώφυλλο του νέου άλμπουμ της Taylor Swift, “Lover”. Είναι ήδη το άλμπουμ με τις μεγαλύτερες πωλήσεις της χρονιάς.

Ο Savan Kotecha, στιχουργός και δημιουργός hits καλλιτεχνών όπως η Ariana Grande και ο Justin Bieber, είχε δηλώσει το 2018 ότι η νέα στρατηγική προώθησης μουσικής γίνεται με μια μέθοδο “pull”, κατά την οποία ένας καλλιτέχνης «ρίχνει» στην αγορά περιεχόμενο χωρίς να εντάσσεται σε κάποιο συγκεκριμένο πλαίσιο, δηλαδή ένα άλμπουμ, δίνοντας έμφαση στην ποσότητα του περιεχομένου. Πιο πριν, κυριαρχούσε το μοντέλο “push”, κατά το οποίο ένας καλλιτέχνης κυκλοφορούσε το άλμπουμ του εντός ενός στρατηγικού σχεδιασμού, με επιλεγμένες εμφανίσεις στην τηλεόραση και προγραμματισμένες συνεντεύξεις πριν την κυκλοφορία του άλμπουμ με στόχο την προώθησή του. Πιο περιζήτητα “slots” ήταν οι εμφανίσεις και performances σε βραβεία που μεταδίδονται τηλεοπτικά, όπως τα Grammys και τα VMAs.

Για να καταλάβουμε σήμερα τη διαφορά, μέχρι πριν από λίγο καιρό, το να είσαι ένας νέος καλλιτέχνης που να μην έχει συστηθεί ακόμα στο ευρύ κοινό με ένα debut album με στόχο ένα δυναμικό “breakthrough” που θα σε εντάξει στη σφαίρα της σύγχρονης ποπ, θεωρούνταν μη επαγγελματικό. Και μιλάμε για ποπ γιατί αυτό το “push” μοντέλο ευνοούσε αυτό το είδος: κατασκευασμένα πλάνα μάρκετινγκ με βαρύ προϋπολογισμό, με «υπηρέτες» κατασκευασμένα πρόσωπα σύμφωνα με την εκάστοτε (ποπ) μόδα. Σήμερα όμως, το νέο «θαύμα» της σύγχρονης ποπ Billie Eilish, πριν κυκλοφορήσει τον περασμένο Μάρτιο το άλμπουμ της με τίτλο “When We All Fall Asleep, Where Do We Go?”, είχε δώσει ήδη στο ευρύ κοινό το στίγμα της με πάνω από δέκα singles και ένα EP album, σε διάστημα 30 μηνών. Ο Lil Nas X έσπασε το ρεκόρ των των περισσότερων εβδομάδων στο Νο.1 του Billboard Hot 100 και το επέκτεινε στις 19 εβδομάδες, κυκλοφορώντας ανά σύντομα χρονικά διαστήματα remixes του τραγουδιού, χωρίς βέβαια αυτά να ανήκουν σε ένα άλμπουμ. Με λίγα λόγια, η έννοια του “album era” έχει καταργηθεί στα δεδομένα της σύγχρονης μουσικής ποπ κουλτούρας, δίνοντας τη θέση της στην έννοια “phase”, μια έννοια που προσδιορίζεται από το εφήμερο, το ρευστό, το ευέλικτο. «Φάση είναι, θα περάσει» και δεν θα κοστίσει σε δισκογραφικές: δεν χρειάζεται μεταμόρφωση του καλλιτέχνη που θα είχε ως αποτέλεσμα την απώλεια του coolness του και συνάμα των νεαρών κυρίως θαυμαστών. Πώς όμως ευνοείται αυτό το «ρευστό» της μουσικής σήμερα; Με τα ανάλογα μέσα «ρευστότητας», τις πλατφόρμες streaming δηλαδή.

Το Spotify, η κυρίαρχη πλατφόρμα streaming, ακολουθεί μια διασπαστική πολιτική αναπαραγωγής μουσικής, κάτι που γίνεται ορατό ειδικά αν το χρησιμοποιεί κανείς στη δωρεάν εκδοχή του: Διαφημίσεις από 15 έως και 45 δευτερόλεπτα, τυχαία επιλεγμένα τραγούδια ανακατεμένα σε ένα άλμπουμ και άγνωστοι καλλιτέχνες ξεπηδούν στην playlist. Αυτή η πολιτική προφανώς δεν ευνοεί τα concept άλμπουμ, στα οποία τα τραγούδια που τα περιέχουν πρέπει να ακούγονται με συγκεκριμένη σειρά. Ευνοεί όμως τη σκηνή της ραπ μουσικής, που αυτή όχι απλά έμεινε αλώβητη αλλά έλαβε τα ηνία της μουσικής του σήμερα. Η ραπ είναι από μόνη της ένα ρευστό μουσικό είδος, με την έννοια ότι ποτέ δεν εξαρτήθηκε (πλήρως τουλάχιστον) από στρατηγικές μάρκετινγκ, ούτε είχε την ανάγκη να στηριχθεί σε άλμπουμ. Έτσι, είχε την ομαλότερη μετάβαση από τον παραδοσιακό τρόπο κατανάλωσης μουσικής στον νέο.

Οι πόρτες του μουσικού αυτού Φορ Μπουαγιάρ έκλεισαν, με τελευταίες να μπαίνουν μικρότερες σε ηλικία ποπ ντίβες όπως η Selena Gomez και η Ariana Grande, αφού το κοινό του, κατά κόρον εφηβικό, ήταν εξαρχής ευέλικτο σε νέες μορφές κατανάλωσης μουσικής. Όσες και όσοι έμειναν πίσω, αν δεν στραφούν στην ραπ όπως στράφηκαν στα ’00s στην R&B, μένει να δούμε να δούμε αν τα fandoms τους είναι το ίδιο εύκολα προσαρμόσιμα και πιστά, όσο ήταν κάποτε στην εφηβική τους ηλικία. Για την ώρα, παρατηρούμε την Taylor Swift να περνά την αντίπερα όχθη πατώντας βραχάκι – βραχάκι. Καλή τύχη και στις επόμενες.