Η Τζέννυ Έρπενμπεκ μέσα στην τελευταία δεκαετία έχει αθόρυβα αναρριχηθεί σε μία περίοπτη θέση στη γερμανόφωνη λογοτεχνία. Χρησιμοποιώ τη λέξη «αθόρυβα» επειδή η αλήθεια είναι ότι περνάει μάλλον απαρατήρητη τόσο από τη διεθνή κριτική όσο και από το ευρύτερο αναγνωστικό κοινό. Ο λόγος πιθανώς έγκειται στο ιδιόμορφο ύφος της που δεν προσφέρεται για αναγνωστική απόλαυση.

Η Έρπενμπεκ επιστρατεύει μια γραφή χωρίς διαλόγους, μια αφήγηση χωρίς αφηγηματικές εντάσεις ή συγκρούσεις, μια γραφή αόριστη, ιμπρεσιονιστική, περιγραφική αλλά παράλληλα στοχαστική. Οι κατά βάση σύντομες αφηγήσεις της είναι στατικές αλλά αν μη τι άλλο αποκαλύπτουν μία ταλαντούχα και φιλοσοφημένη συγγραφέα με ιδιαίτερο όραμα, με φρέσκια προσέγγιση.

Η Δοκιμασία είναι ένα αφήγημα που δυσκολεύομαι να κατηγοριοποιήσω ως μυθιστόρημα. Αφ’ ενός διότι ο πρωταγωνιστής ουσιαστικά είναι ένα σπίτι και οι γύρω του εκτάσεις σε μια όμορφη εξοχική περιοχή του Βραδεμβούργου ανατολικά του Βερολίνου.

Το βιβλίο αποτελείται από κεφάλαια που επικεντρώνονται στους διάφορους ιδιοκτήτες και ενοίκους του σπιτιού και της γύρω περιοχής στη διάρκεια του ταραγμένου εικοστού αιώνα: από τους αρχικούς Εβραίους ιδιοκτήτες τη δεκαετία του τριάντα που αναγκάστηκαν να πουλήσουν μισοτιμής και να εγκαταλείψουν τη Γερμανία μέχρι τους ενοίκους στο κομμουνιστικό καθεστώς της μεταπολεμικής ανατολικής Γερμανίας. Μόνη σταθερά σε όλα αυτά τα χρόνια είναι ο κηπουρός, η ανθρώπινη άγκυρα στη γη παρά τις διαρκείς αλλαγές, ο αιώνιος φροντιστής του κτήματος.

Η Έρπενμπεκ επιλέγει να αφήνει τον κηπουρό διαρκώς σιωπηλό, μια καρτερική, αινιγματική μορφή που αγωνίζεται αέναα να κρατήσει τους κήπους σε καλή κατάσταση, χωρίς να μας δείχνει τις σκέψεις ή τα συναισθήματά του όπως με τους άλλους ενοίκους του σπιτιού στο πέρασμα των δεκαετιών.

Είναι αλήθεια ότι το βιβλίο διαβάζεται δύσκολα και δεν προσφέρει πολλές στιγμές απόλαυσης. Καταρχάς η απουσία διαλόγου και πλοκής και η έμφαση στην περιγραφή του χώρου τού δίνει μια αίσθηση από nouveau roman και ιδιαίτερα του Ρομπ Γκριγιέ που προσωπικά ουδέποτε εκτίμησα, αν και πρέπει να ομολογήσω πως σε αντίθεση με τον Ρομπ Γκριγιέ η Έρπενμπεκ δίνει χώρο στους ανθρώπινους χαρακτήρες να αναπτυχθούν, έστω και με αυτόν τον ιμπρεσιονιστικό, πλάγιο τρόπο. Αλλά και η γραφή της είναι άνιση.

Ορισμένα αποσπάσματα ξεχωρίζουν: για παράδειγμα το πρώτο κεφάλαιο που αναφέρεται στον προεστό και τις τέσσερις κόρες του έχει μια νότα παραμυθιού, και η λεπτομερής περιγραφή των αμέτρητων δεισιδαιμονιών και παραδόσεων δείχνει με έξυπνο τρόπο την έμφυτη ανθρώπινη προσκόλληση προς κάθε μορφής ιεροτελεστία.

Ακόμη πιο ιδιαίτερο είναι ένα κεφάλαιο που παρουσιάζει τη φρίκη του ολοκαυτώματος μέσα από τα μάτια ενός δωδεκάχρονου κοριτσιού που κρύβεται μέσα σε μια σκοτεινή ντουλάπα σε ένα εγκαταλελειμμένο διαμέρισμα στο γκέτο της Βαρσοβίας. Το απόσπασμα είναι πολύ δυνατό και η προοπτική της Έρπενμπεκ είναι πρωτότυπη σε ένα θέμα – ταμπού που όλοι οι τρόποι προσέγγισης μοιάζουν να έχουν εξαντληθεί. Όμως είναι επίσης αναμφίβολο ότι τα περισσότερα κεφάλαια του βιβλίου είναι υπερβολικά στατικά και μάλλον ανιαρά, χωρίς ιδιαίτερη συνοχή.

Η κεντρική ιδέα της να δημιουργήσει μια σπουδή με θέμα την πάροδο του χρόνου, ιδιαίτερα επιλέγοντας να αντιπαραβάλει τη σταθερά ενός κτίσματος και της φύσης που το περιβάλλει με το προσωρινό και ευμετάβλητο της ανθρώπινης ύπαρξης, είναι μεν ενδιαφέρουσα αλλά δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως ιδιαίτερα πρωτότυπη, ενώ οι στοχαστικές επιμέρους αφηγήσεις συχνά αφήνουν μια γεύση επιτήδευσης.

Η Έρπενμπεκ έχει αφαιρέσει πολλά και αυτό που μένει ναι μεν προκαλεί σαν μια επιδέξια άσκηση ύφους στον μινιμαλισμό και την έμμεση ανάδειξη χαρακτήρων μέσα από μια περιγραφική γλώσσα, όμως εν τέλει έχει αφαιρέσει τόσα πολλά που το συνολικό αποτέλεσμα δεν μπορεί παρά να υστερεί, να αφήνει τον αναγνώστη αποστασιοποιημένο. Αυτό βεβαίως δεν αναιρεί τα προσόντα της Έρπενμπεκ, τα οποία είναι εμφανή και πλούσια. Όμως η ανάγνωση του βιβλίου της είναι μια άσκηση υπομονής που στο τέλος δεν θα έλεγα ότι επιβραβεύεται.

Η «Δοκιμασία» της Τζέννυ Έρπενμπεκ κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Καστανιώτη