Καμιά φορά, η απόφαση να μπεις σε ξένα μονοπάτια γεννιέται από ένα όνομα και μόνο. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, το όνομα αυτό ήταν του Γιάννη Χουβαρδά και τα ξένα μονοπάτια η όπερα «Ντον Τζοβάννι» που σκηνοθέτησε για την Εθνική Λυρική Σκηνή. Η απόφαση είχε ήδη παρθεί όταν, από την επομένη της πρεμιέρας, ξεκίνησε ο πόλεμος των δημοσιευμάτων, που έθεταν ζήτημα «διχασμού» του κοινού και αναφέρονταν εκτενώς στα γιουχαΐσματα μερίδας θεατών που έκλεισαν την παράσταση, για να ανταπαντηθούν από τις ζωηρές επευφημίες των υπολοίπων. Στο ίδιο κλίμα και τις επόμενες μέρες, δημοσιεύματα επί δημοσιευμάτων θα αφιερωθούν στη σκηνοθεσία του Χουβαρδά, το πόσο ρηξικέλευθη, μοντέρνα, θεμιτή ή αθέμιτη είναι, φέρνοντας στο μυαλό της γράφουσας, που ακόμη δεν έχει δει την παράσταση, αντίστοιχες σκηνές και συζητήσεις που πολλάκις έχουν προκληθεί από αμφισβητούμενες σκηνοθεσίες αρχαίου δράματος. Και με μόνο, ουσιαστικά, εφόδιο τη σκέψη ότι στην Ελλάδα μάλλον θεωρούμε «ιερό τόπο» όχι μόνο το αρχαίο δράμα αλλά και την όπερα (!!!), ανεβαίνω και εγώ, ημέρα Σάββατο, τις κερκίδες του Ηρωδείου. Έχοντας το μυαλό μου άδειο από προσδοκίες αλλά και από προσλαμβάνουσες (η παρακολούθηση δυο-τριών οπερατικών έργων προ δεκαετίας και μερικές θεωρητικές γνώσεις δεν με κάνουν ούτε γνώστη ούτε θεατή της όπερας), αναπόφευκτα το μόνο που μπορώ να κάνω είναι να εκμεταλλευτώ το γεγονός και να αφήσω την εμπειρία να εγγραφεί μέσα μου σαν σε άγραφο χαρτί.

Για μια θεατή όπως εγώ που ψάχνει στο θέατρο τη συγκινησιακή ταύτιση, όσο πασέ κι αν θεωρείται στη μεταμοντέρνα εποχή μας, η όπερα δεν αποτελεί αγαπημένο προορισμό. Κι αυτό γιατί το συναίσθημα που προκαλείται από τη μουσική κυρίως σκοντάφτει πάνω στη φόρμα του είδους: στο παραξένισμα που προκαλεί ένας λόγος που τραγουδιέται αντί να μιληθεί ή στην κίνηση που δεν είναι απολύτως φυσική, ούτε απολύτως ελεύθερη και ορίζεται σε μεγάλο βαθμό από τις φωνητικές απαιτήσεις. Αλλά και λόγω των κειμένων: παρόλο που μιλούν για μεγάλα συναισθήματα και πάθη, έχουν μια σχηματικότητα, δίνουν μια αδρή περιγραφή χαρακτήρων και καταστάσεων που φτάνουν σε κορυφώσεις, αλλά από τα οποία λείπει η ψυχολογική εμβάθυνση και εξέλιξη. Για το λόγο αυτό, διάβασα με πολύ ενδιαφέρον την πρόθεση του Γιάννη Χουβαρδά να αποφύγει κάποια από τα κλισέ που συνοδεύουν τη συγκεκριμένη όπερα και να εστιάσει σε κάτι διαφορετικό: «Σ’ αυτή την αριστουργηματική όπερα, όπου κυριαρχεί η βία σε όλες της τις μορφές και η αγάπη απουσιάζει παντελώς, ο Ντον Τζοβάννι κακοποιεί τους πάντες και τα πάντα, αλλά πρωτίστως τον εαυτό του, ψάχνοντας τη βαθιά επαφή με κάτι, που προφανώς έχει στερηθεί από την παιδική του ηλικία. Η γοητεία της παράστασης έγκειται στη σκοτεινή έλξη που ασκεί σε γυναίκες και άνδρες ο πρωταγωνιστής του έργου».

Αναμενόμενα, καθώς η όπερα δεν επιτρέπει αυτό που ονομάζεται «ψυχολογική δουλειά πάνω στον ρόλο», ο Χουβαρδάς μεταχειρίστηκε άλλα σκηνοθετικά εργαλεία, με κυριότερο νομίζω την απογύμνωση του έργου από το χωροχρονικό του πλαίσιο, καταργώντας την αισθητική του 18ου αιώνα και, κατ’ επέκταση, ό,τι αυτός ορίζει για τα δραματικά πρόσωπα, όπως οι ταξικές διαφοροποιήσεις ή η θέση και ο ρόλος των δύο φύλων. Μεταφέροντας, όμως, τη δράση στο κοντινό σήμερα, έχω την αίσθηση ότι ο σκηνοθέτης δημιούργησε ένα κενό ανάμεσα σε ό,τι βλέπαμε και ό,τι ακούγαμε, δηλαδή σχεδόν σημερινές γυναίκες, ντυμένες μάλιστα «επιθετικά», να εκφράζουν με μελοδραματικό ύφος την απελπισία ή την οργή τους για την εξαπάτησή τους από έναν άκαρδο γόη. Και θεωρώ, επίσης, πως η τόσο κραυγαλέα κιτς αίσθηση των κοστουμιών προκαλούσε περισσότερο αισθητική δυσαρέσκεια -και απορία- παρά αποδοχή κάποιου σκηνοθετικού/ενδυματολογικού σχολίου, που μάλλον έμεινε αδιευκρίνιστο (εκτός αν αποτελούσε αναφορά σε μιαν άλλη ιεραρχικά δομημένη κοινωνία, αυτή του «Νονού»). Έτσι, καταλυτικό εύρημα της σκηνοθετικής επιθυμίας έμεινε, θεωρώ, η ωμοφαγία των ερωμένων από τον Ντον Τζοβάννι, που όχι μόνο για γουχάισμα δεν ήταν, αλλά αποτέλεσε και μία από τις πιο ενδιαφέρουσες σκηνές της παράστασης.

Κατά τ’ άλλα, κι ενώ η παρουσία ενός σκηνοθέτη θεάτρου σε παράσταση όπερας με προδιέθετε για κάτι περισσότερο, έμεινα με την εντύπωση τόσο ότι οι σκηνές συνόλου ήταν ακαθοδήγητες όσο και ότι η συνεχής παρουσία των τεσσάρων κλοσάρ λειτούργησε περισσότερο ως συμπλήρωμα του σκηνικού παρά ως λειτουργικό μέρος της δράσης. Επίσης, έχω την αίσθηση ότι η διακωμώδηση, η ειρωνική ανάγνωση του κεντρικού ήρωα ήταν περισσότερο κυρίαρχη από όσο υπονοούσε η αρχική σκηνοθετική πρόθεση – αλλά απολύτως θεμιτή, παρ’ όλ’ αυτά.

Φυσικά, η παράσταση όχι απλώς δεν ήταν για αποδοκιμασίες, αλλά χάρισε και καλές στιγμές, ενώ θα πρέπει να επισημανθεί και η δουλειά πάνω στην κίνηση των τραγουδιστών, που απέφυγαν τη στατική ερμηνεία, έστω κι αν δεν απέβαλαν πλήρως τον αφύσικο, έντονο χαρακτήρα του μελοδραματικού ύφους. Αναγνωρίζω, μάλιστα, πως όλα αυτά μπορεί να μην είναι καν αυτονόητα για τα ελληνικά οπερατικά δεδομένα, οπότε το επίτευγμα του Χουβαρδά -που στη δική μου περίπτωση συνίσταται στο ότι παρακολούθησα με ενδιαφέρον την τρίωρη και πλέον παράσταση– δεν είναι διόλου αμελητέο. Διατηρώ απλώς την επιφύλαξη ότι στην περίπτωση της όπερας, αυτού του τόσο κόντρα στον ρεαλισμό είδους, ένας σκηνοθέτης, αν δεν αποθεώσει από άποψη αυτό το χαρακτηριστικό, έχει πολύ δύσκολη δουλειά στην προσπάθεια να το φέρει «στα μέτρα μας».

Η όπερα «Ντον Τζοβάννι» παρουσιάστηκε στο Ωδείο Ηρώδου Αττικού από 11 έως 15 Ιουνίου 2014