Ας ξεκινήσουμε από τα βασικά: όταν λέμε ότι ο Μασάδο ντε Ασίς (1839-1908) ήταν και παραμένει ένας μεγάλος συγγραφέας, δεν εννοούμε σε σχέση με τα δεδομένα της χώρας του της Βραζιλίας, ούτε και σε σχέση με την πορτογαλική γλώσσα εν γένει. Ο Μασάδο ντε Ασίς υπήρξε ένας μεγάλος συγγραφέας σε απόλυτες τιμές, ανεξαρτήτως καταγωγής ή γλωσσικής παράδοσης. Ναι, θεωρείται (και είναι) ο ακρογωνιαίος λίθος της βραζιλιάνικης πεζογραφίας και ένας από τους μεγαλύτερους πεζογράφους που έγραψαν ποτέ στην πορτογαλική γλώσσα, αλλά ο Ασίς κατά κύριο λόγο είναι ένας κλασικός συγγραφέας και από αυτή την οπτική γωνία έχει μια θέση στον κανόνα της δυτικής λογοτεχνίας του δέκατου ένατου αιώνα.

Ο αυτοδίδακτος μιγάς συγγραφέας συγκαταλέγεται λόγω εποχής στην κατηγορία του ρεαλισμού. Υπήρξε όμως χρόνια μπροστά από την εποχή του και εισήγαγε μοντέρνα και μεταμοντέρνα στοιχεία δεκαετίες μέχρι αυτά να αφομοιωθούν από το κύριο πολιτισμικό ρεύμα.

Ο Ασίς υπήρξε μάστορας της ειρωνείας, της καυστικής σάτιρας και του μαύρου χιούμορ. Ήταν αντιδογματικός χωρίς να είναι πολιτικά ρηξικέλευθος, ενώ είχε διακρίνει από πολύ νωρίς τις αφηγηματολογικές δυνατότητες που προσέφερε η οπτική γωνία στο μυθιστόρημα.

Το σημαντικότερο όλων όμως ήταν το ότι ο Ασίς υπέσκαπτε, εξέθετε και εξευτέλιζε την πομπώδη μεγαλοστομία και τη συρραφή από κλισέ που διέκρινε παντού στη λογοτεχνία αλλά και την κοινωνική ετικέτα της εποχής του. Το ύφος του είναι φρέσκο και ιδιαίτερο, απλό αλλά ταυτόχρονα οξύ, εύκολα αναγνωρίσιμο και έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τις κοινοτοπίες που αποτελούν ένα είδος κινούμενης άμμου για τη δημιουργική φαντασία.

Ο Δον Κασμούρο (1899) είναι το πιο διάσημο μυθιστόρημα του Βραζιλιάνου συγγραφέα, και ένα από τα δύο κατά γενική ομολογία αριστουργήματά του (το άλλο είναι Οι Μεταθανάτιες Αναμνήσεις του Μπρας Κούμπας ή, όπως ήταν γνωστό παλιότερα, Επιτάφιος για έναν Μικρό Νικητή, το κορυφαίο εκ των δύο κατά τη γνώμη μου). Θεωρείται ένα από τα κλασικά έργα (υποτιθέμενης) σεξουαλικής προδοσίας καθώς και ένα από τα πιο γνωστά παραδείγματα αναξιόπιστης αφήγησης.

Πράγματι, η ουσία του έργου έγκειται στην αφηγηματική τεχνική του Ασίς, ο οποίος δημιουργεί λεπτές αλλά ουσιαστικές αποστάσεις ανάμεσα στον αφηγητή (ο πενηνταπεντάρης ώριμος Σαντιάγκο, ο οποίος πλέον έχει αποκτήσει το παρατσούκλι Δον Κασμούρο και ο οποίος αφηγείται την ιστορία της σχέσης του με την Καπιτού από όταν ήταν ακόμη παιδιά), και τον πρωταγωνιστή της ιστορίας όπως τον αντιλαμβάνεται ο Δον Κασμούρο, δηλαδή τον ίδιο του τον εαυτό αλλά σε διαφορετικές ηλικίες.

Έτσι, ο Ασίς αναπτύσσει τρεις μυθοπλαστικούς χαρακτήρες που δεν αποτελούν παρά το ίδιο πρόσωπο: τον ώριμο Δον Κασμούρο, τον έφηβο Μπεντσίνιο και τον άντρα Σαντιάγκο. Αν και οι τρεις χαρακτήρες φιλτράρονται από την πρωτοπρόσωπη αφήγηση του πρώτου, αποτελούν διαφορετικούς χαρακτήρες που υποκρύπτουν διαφορετικές οπτικές γωνίες. Η περίφημη προδοσία που θεωρεί ο Σαντιάγκο ότι έχει λάβει χώρα ανάμεσα στην Καπιτού και τον καλύτερό του φίλο Εσκομπάρ, είναι βασισμένη σε μια παρανοϊκή ψύχωση που έχει τις ρίζες της στην παθολογική του ζήλεια. Ο αναγνώστης εύλογα διακρίνει ότι δεν υπάρχουν και πολλά στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι συνέβη στην πραγματικότητα. Επίσης, γίνεται σταδιακά σαφές ότι η Καπιτού κλέβει την παράσταση σαν μια ευφυής, σαγηνευτική, ώριμη από την παιδική της κιόλας ηλικία γυναίκα, μια πεμπτουσία της θηλυκότητας. Ίσως αυτός είναι και ο λόγος που τελικά δεν μπορεί να γίνει ανεκτή χωρίς καχυποψία από την παραδοσιακή πατριαρχική οπτική γωνία.

Σε όλη αυτή την εξίσωση πρέπει να προσθέσουμε και τις κοινωνικές προεκτάσεις. Ο Μασάδο ντε Ασίς δεν θίγει σχεδόν καθόλου το φυλετικό ζήτημα στη Βραζιλία του δέκατου ένατου αιώνα, αν και μιγάς ο ίδιος, κάτι που έχει σχολιαστεί αρνητικά και έχει αποδοθεί στην ανάγκη του να διαφυλάξει τα κεκτημένα σε μια συντηρητική κοινωνία. Το ότι δεν επιλέγει να ανοίξει ένα τέτοιο ζήτημα όμως δεν σημαίνει ότι δεν έχει εξαιρετικό μάτι για την κοινωνική κινητικότητα που χαρακτηρίζει όλο και περισσότερο την περίοδο της δεύτερης Αυτοκρατορίας και την ακόλουθη περίοδο της Δημοκρατίας. Δεν είναι τυχαίο που αφ’ ενός η οικογένεια της Καπιτού, αν και γείτονες των Σαντιάγκο, είναι μάλλον μικροαστοί και σε καμία περίπτωση αντίστοιχης κοινωνικής τάξης με τους εύπορους Σαντιάγκο, ενώ αφ’ ετέρου, ο Εσκομπάρ είναι και αυτός ένας αυτοδημιούργητος επιχειρηματίας παρά γόνος μιας μεγαλοαστικής οικογένειας. Άρα λοιπόν, η προδοσία στα μάτια του Σαντιάγκο ενέχει και στοιχεία ταξικά.

Η παράνοια του Σαντιάγκο οφείλεται εν μέρει και στην αίσθηση ανασφάλειας μιας ολόκληρης τάξης ευγενών στη Βραζιλία που διαπιστώνουν ότι τα προνόμιά τους σταδιακά υποβαθμίζονται προς όφελος μιας νέας τάξης φιλόδοξων ανθρώπων που επιχειρούν να ανελιχθούν οικονομικά και κοινωνικά. Ο Δον Κασμούρο συνεπώς μπορεί κάλλιστα να διαβαστεί και ως αλληγορία για την πτώση ενός παλιού κατεστημένου και την αντικατάστασή του από ένα καινούριο, για την παρακμή, οικονομική, κοινωνική αλλά και ηθική ενός συστήματος.

Δημοσιευμένο πάνω στην αλλαγή τού αιώνα, ο Δον Κασμούρο είναι ένα σημαντικό όσο και νευραλγικό κείμενο που συνδυάζει την παράδοση του ρεαλισμού με στοιχεία μοντερνισμού. Παράλληλα, είναι μια έντεχνη σπουδή πάνω στην αφηγηματική οπτική και τη νεωτερική σχετικότητα της αλήθειας.

Το βιβλίο «Δον Κασμούρο» του Μασάδο ντε Ασίς, κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Έναστρον