Στο εξαιρετικό ντοκιμαντέρ “Jodorowsky’s Dune”, στο οποίο καταγράφεται η προσπάθεια τoυ Αλεχάντρο Χοδορόφσκι να γυρίσει στα μέσα της δεκαετίας του ’70, ταινία βασισμένη στο μυθιστόρημα του Φρανκ Χέρμπερτ “Dune”, έχοντας στο πλευρό του ως «πνευματικούς πολεμιστές» – συνεργάτες, από τον Σαλβαντόρ Νταλί ως τον Όρσον Γουελς, από τον Μικ Τζάγκερ ως τους Pink Floyd, μέχρι και τον έφηβο γιο του, τον οποίο προετοίμαζε για τον πρωταγωνιστικό ρόλο με καθημερινά υπερεντατικά μαθήματα πολεμικών τεχνών για δύο ολόκληρα χρόνια, o Xoδορόφσκι λέει ότι ήθελε να κάνει μια ταινία που θα άλλαζε τις αντιλήψεις των νέων ανθρώπων, όχι μόνο μια ταινία με μεσσιανικό θέμα, αλλά μια ταινία με μεσσιανικό χαρακτήρα, μια ταινία – προφήτη, μια ταινία ιερά ελεύθερη. Από τη «σπουδαιότερη ταινία που δεν γυρίστηκε ποτέ», φτάσαμε τελικά στο 1984 και στο “Dune” του Ντέιβιντ Λιντς, στη μακράν χειρότερη στιγμή της ιδιοφυούς κατά τα άλλα φιλμογραφίας του, σε μια παταγώδη καλλιτεχνική και εμπορική αποτυχία.

Ο Ντενί Βιλνέβ έρχεται στην πίστα του “Dune” με πολύ μικρότερες φιλοδοξίες από τον Χοδορόφσκι. Δεν θέλει να αλλάξει τον κόσμο. Θέλει μόνο να πετύχει εκεί που οι Χοδορόφσκι και Λιντς απέτυχαν, θέλει να παραδώσει μια μεγάλη ταινία για το “Dune”. Το πετυχαίνει; Ω ναι, το πετυχαίνει. Yπάρχει κάποιος αστερίσκος στην κατηγορηματικότητα της καταφατικής απάντησης; Όπως το πάρει κανείς. Αν δώσουμε την έμφαση στην ιστορία, όσο μεγάλη κι αν είναι η ταινία, άλλο τόσο είναι και ημιτελής· ημιτελής εκ των πραγμάτων, καθώς πρόκειται για πρώτο μέρος και θα ακολουθήσουν τουλάχιστον ένα και ίσως δύο μέρη ακόμη για την κατάληξη της ιστορίας· αλλά σε ένα βαθμό ημιτελής και στο πόσο κατάφερε να μας εμπλέξει συναισθηματικά για τις τύχες των ηρώων και την πλοκή εν γένει.

Αν δώσουμε την έμφαση όμως στο οπτικοακουστικό και εικαστικό κομμάτι, η ταινία είναι αυτάρκης, η ταινία είναι νέτα σκέτα μεγάλη, χωρίς αστερίσκους. Αν στο επόμενο μέρος ή στα επόμενα μέρη φτάσουμε και σε μια μεγαλύτερη συναισθηματική εμπλοκή για τα τεκταινόμενα της ιστορίας προφανώς και θα είναι κάτι πολύ σημαντικό. Αλλά προσωπικά νιώθω και πάρα πολύ γεμάτος από αυτό που πρόσφερε ο Βιλνέβ στο πρώτο μέρος του “Dune”. Όταν το παρακολουθούσα δεν ένιωθα πως μου λείπει τίποτα. Εισέπραττα, απολάμβανα, χόρταινα, γέμιζα με μεγάλο σινεμά, με εικόνες ομορφιάς και δέους που μόνο το μεγάλο σινεμά μπορεί να προσφέρει.

Είναι σαν σε αυτό το πρώτο μέρος του ‘Dune” ο Bιλνέβ να απομύζησε από το βιβλίο του Χέρμπερτ τις εικόνες. Ως προς τα υπόλοιπα, θα μας πει συνοπτικά τι γίνεται, αλλά αλήθεια δεν θα σταθεί σε αυτά, αλήθεια δεν χολοσκάει τόσο για αυτά, ζητώντας μας μάλλον να μην χολοσκάσουμε τόσο κι εμείς, να μην πολυσταθούμε σε νοήματα, διακυβεύματα και τέτοια, ζητώντας μας να δούμε έναν άλλον κόσμο που πρωτοφαντάστηκε ο Χέρμπερτ, πως τον φαντάζεται τώρα με τη σειρά του κι εκείνος, πώς μπολιάστηκαν οι φαντασίες τους.

Είναι λοιπόν αυτός ο πλανήτης, ο Αράκις, που καλύπτεται από τεράστιες ερήμους. Που βγάζει αυτό το μπαχάρι, που είναι ταυτόχρονα ναρκωτική ουσία και καύσιμη ύλη, η πιο πολύτιμη στον γαλαξία, γιατί χωρίς αυτήν δεν υπάρχουν διαπλανητικά ταξίδια. Και οι αυτόχθονες κάτοικοι, οι Φρέμεν, καταπιέζονται από ξένους αποικιοκράτες που το απομυζούν. Και ο παλιός καταπιεστής, ο Οίκος των Χάρκονεν, αποσύρεται κατ’ εντολή του Αυτοκράτορα, για να αναλάβει την εξόρυξη ο Οίκος των Ατρειδών. Πιο προοδευτικοί εκμεταλλευτές οι Ατρείδες, δεν θέλουν να καταπιέσουν, θέλουν να έρθουν σε επαφή και σε στρατηγική συμμαχία με τους γηγενείς. Αλλά γιατί ξαφνικά ο Αυτοκράτορας άλλαξε τη διοίκηση του Αράκις; Το έκανε για να επέλθει η ειρήνη ή για να ξεσπάσει γενικότερος πόλεμος ανάμεσα στους Χάρκονεν και τους Ατρείδες;

Και τι ρόλο σε όλα αυτά θα παίξει ο νεαρός Πολ Ατρείδης; Ο πατέρας του τον προορίζει μεν για διάδοχο, αλλά είναι και πιο λαρτζ και του λέει, χαλάρωσε αγορίνα μου, θέλω πολύ να με διαδεχθείς, αλλά για μένα είσαι ό,τι πιο πολύτιμο ούτως ή άλλως, αίμα μου είσαι, γιος μου είσαι. Η μάνα του όμως, που προέρχεται από άλλη φυλή, με μαγικές ιδιότητες, έχει πολύ μεγαλύτερες φιλοδοξίες από μια απλή πολιτική ηγεσία: προορίζει τον γιο της για μεσσία. Δεν μπορεί να ξέρει δηλαδή αν είναι όντως ο εκλεκτός, αλλά σειρές γενετικών διασταυρώσεων που κατέληξαν στη γέννησή του, την κάνουν να ελπίζει πως ο κανακάρης της μπορεί και να είναι όντως ο εκλεκτός. Κι αν δεν είναι δηλαδή, κακό του μη μεσσιανικού κεφαλιού του. Ας ήταν. Εν τω μεταξύ ο ίδιος, ανάμεσα στις άλλες δυνάμεις που έχει, αρχίζει και έχει οράματα, οράματα στα οποία πρωταγωνιστεί μια άγνωστη νέα γυναίκα που τον καλεί προς τα μέρη της. Γιατί και για μεσσίας να προορίζεσαι, τίποτα πιο μυστηριακό και τίποτα πιο κινητήριο από κάτι που θα κάνει την καρδιά σου να σκιρτήσει σαν σε έρωτα.  

Το όνομα του Βιλνέβ δίπλα σε αυτά του Χοδορόφσκι και του Λιντς, δεν είναι το όνομα απλώς ενός τεχνίτη, απλώς ενός ικανού κινηματογραφάνθρωπου, απλώς ενός ανθρώπου που μπορεί να φέρει σε πέρας τη δουλειά, σε αντιδιαστολή με τα ονόματα καλλιτεχνών του σινεμά. Καμία αντιδιαστολή, ο Βιλνέβ δικαιούται να αναγνωρίζεται κι αυτός ως οραματιστής και καλλιτέχνης του σινεμά. Το “Αrrival“, το “Blade Runner 2049“, το “Dune” τώρα, δείχνουν ότι η επιστημονική φαντασία μόνο να κερδίσει είχε από τη διασταύρωση των δρόμων της με τον δρόμο του Ντενί Βιλνέβ. Και κέρδισε. Και προσμένουμε ακόμη μεγαλύτερα κέρδη στο επόμενο μέρος του “Dune”.

Για μια ταινία τόσο λίγο εξαρτημένη από λέξεις, ας κάνω το λάθος κι ας κλείσω το κείμενο με λέξεις από το βιβλίο που υπάρχουν και σε αυτήν: «Δεν πρέπει να φοβάμαι. Ο φόβος σκοτώνει το νου. Ο φόβος είναι ο μικρός θάνατος που φέρνει ολoκληρωτικό αφανισμό. Θα αντιμετωπίσω κατάματα τον φόβο μου. Θα του επιτρέψω να με διαπεράσει. Και όταν έχει βγει από μέσα μου, θα στρέψω το εσωτερικό μου βλέμμα προκειμένου να δω το μονοπάτι. Όταν ο φόβος θα έχει φύγει, δεν θα μένει τίποτα άλλο στη θέση του, παρά μόνο εγώ».

Εντάξει, ξέρω, μπορεί να μην ακούγεται πρωτότυπο, μπορεί να ακούγεται σαν απόσπασμα από οδηγό αυτοβοήθειας, αλλά, ναι, ο φόβος εξακολουθεί να παραμένει ο πιο υποτιμημένος εχθρός μας, ο πιο καταλυτικός και πιο ύπουλος υπονομευτής μας. Φοβόμαστε να παραδεχτούμε το ποσοστό της ζωής μας που καθορίζεται από τον φόβο, φοβόμαστε, καθηλωνόμαστε για να μην πάθουμε τίποτα, παθαίνουμε καθήλωση. Δεν χρειάζεται να είσαι υποψήφιος μεσσίας για να μην αφήνεις τους φόβους σου να σε συντρίβουν.