Έτυχε να ξεναγηθώ πριν λίγες μέρες με ένα γκρουπ στο Μουσείο της Ακρόπολης. Σε μια φάση ο ξεναγός μάς δείχνει και μάς μιλά για την αντιθετική κίνηση στο σώμα των αγαλμάτων της κλασικής περιόδου, που στηρίζονται στο ένα πόδι και το άλλο τείνει μπροστά, που εν πάση περιπτώσει δεν εξαντλείται μόνο σε αυτό το γνώρισμα και δεν το μεταφέρω τώρα ικανοποιητικά, αλλά ήταν πάντως μια προσπάθεια των αρχαίων Ελλήνων καλλιτεχνών να σπάσουν την ακινησία και να καταστήσουν πιο ζωντανά τα δημιουργήματά τους. Μας εξηγεί ότι αυτό είχε τόσο ανεξίτηλη επίδραση, ώστε είκοσι αιώνες αργότερα το εφάρμοσαν οι καλλιτέχνες της Αναγέννησης και ονομάστηκε μάλιστα «contrapposto».

Tότε μια κυρία από το γκρουπ ρωτάει: «Γιατί όμως; Γιατί αφού ήταν ελληνική σύλληψη μας πήραν το όνομα;». Και σκέφτομαι ότι είναι ακριβώς αυτή η ερώτηση, αυτό ακριβώς το τόσο άκυρο παράπονο, αυτό ακριβώς το σύνδρομο της αδικίας εκεί που θα έπρεπε να υπάρχει μόνο δέος (ή, αν το πάρουμε αλλιώς, και υπερηφάνεια), που αν το εφαρμόσεις στην μεγάλη του εικόνα φανερώνει όλην την με στρεβλή έννοια ιδιοκτησιακή σχέση που έχουμε για την πολιτιστική μας κληρονομιά, φανερώνει το πόσο στενόμυαλα και στείρα εσωτερικεύουμε την ιστορία του τόπου μας, φανερώνει το πόσο φοβικά έχουμε συγκροτήσει την ταυτότητά μας σε σχέση με αυτή.

Φωτογραφία άρθρου: Στις 27 Νοεμβρίου τo MIRfestival προσγειώνεται για τέταρτη φορά στην Αθήνα μαζί με ευρηματικά καλλιτεχνικά projects του σύγχρονου ζωντανού θεάματος

**

Για να λαμβάνετε κι εσείς το editorial μαζί με τις προτάσεις της εβδομάδας, δεν έχετε παρά να εγγραφείτε στο ελcmag