Μετά από μάχη 19 ημερών στην εντατική του «Αττικόν», ο αγαπημένος ηθοποιός Κώστας Βουτσάς άφησε στις 2:24 τα ξημερώματα την τελευταία του πνοή. Ήταν από τις 7 Φεβρουαρίου στο νοσοκομείο με λοίμωξη του αναπνευστικού. Την τελευταία εβδομάδα υποβλήθηκε σε τραχειοστομία. Άφησε την τελευταία του πνοή τα ξημερώματα, έχοντας δίπλα του τη σύντροφο και τα παιδιά του. Η είδηση του θανάτου του καταξιωμένου και δημοφιλή κωμικού ηθοποιού που άφησε ανεξίτηλο στίγμα στον χρυσό ελληνικό κινηματογράφο και το θέατρο, με την καλλιτεχνική του διαδρομή να ξεπερνά τα 70 χρόνια, σκορπά θλίψη και συγκίνηση σε όλη τη χώρα.

Το τελευταίο ιατρικό δελτίο για τον Κώστα Βουτσά, που άφησε την τελευταία του πνοή τα ξημερώματα στη ΜΕΘ, εξέδωσε η διοίκηση του νοσοκομείου «ΑΤΤΙΚΟΝ»:

«Ο Κώστας Βουτσάς εισήχθη στο Π.Γ.Ν. «ΑΤΤΙΚΟΝ» στις 7 Φεβρουαρίου 2020 με λοίμωξη του αναπνευστικού και σημαντική καρδιακή και αναπνευστική δυσλειτουργία, που οδήγησαν σε διασωλήνωση και εισαγωγή στη Μονάδα Εντατικής Θεραπείας. Ετέθη σε μηχανική υποστήριξη της αναπνοής και της νεφρικής λειτουργίας. Η κατάστασή του σταθεροποιήθηκε αρχικά, αλλά την 24η Φεβρουάριου το βράδυ παρουσίασε σημαντική επιδείνωση που εξελίχθηκε σε πολυοργανική ανεπάρκεια και κατέληξε πάρα τις γενόμενες θεραπευτικές παρεμβάσεις, στις 26/02/2020 στις 02:24» αναφέρει το ιατρικό δελτίο.

Ο Κώστας Βουτσάς, ένας από τους δημοφιλέστερους Έλληνες κωμικούς γεννήθηκε στις 31 Δεκεμβρίου 1931. Μεγάλωσε στη Θεσσαλονίκη από προσφυγική οικογένεια με καταγωγή από τους Επιβάτες Ανατολικής Θράκης. Το οικογενειακό επίθετο ήταν Σαββόπουλος, αλλά το «Βουτσάς» επικράτησε από τον παππού του που έφτιαχνε βαρέλια και τα βαρέλια παλαιότερα τα έλεγαν «βουτσιά».

Όταν ξεκίνησε την καριέρα του, τού είχε προτείνει θιασάρχης να το αλλάξει σε «Βέσελης», αλλά αρνήθηκε. Σπούδασε στη Δραματική Σχολή του Μακεδονικού Ωδείου, απ’ όπου αποφοίτησε το 1953 και αρχικά έλαβε μέρος σε παραστάσεις περιπλανώμενων θιάσων (μπουλούκια).

Στα 70 χρόνια της καριέρας του ο Κώστας Βουτσάς συνόψισε όσο λίγοι αυτό που σημαίνει «κωμικός ηθοποιός». Ανέμελος, επιπόλαιος, πάντα νέος, πάντα λίγο αφελής, γκαφατζής, αθώος ψεύτης, το ζωντανό και φωτεινό σύμβολο της χρυσής εποχής του ελληνικού κινηματογράφου.

Όταν κατέβηκε στην Αθήνα σε ηλικία 21 ετών, άρχισε να εμφανίζεται στο θέατρο Ακροπόλ, και παράλληλα να παίρνει μικρούς ρόλους σε ταινίες. Η πρώτη του κινηματογραφική εμφάνιση έγινε το 1953 στην ταινία «Ο Μπαμπάς Εκπαιδεύεται». Το 1961 εμφανίζεται σε δύο ταινίες της Φίνος Φιλμ, «Η Αλίκη στο Ναυτικό» του Αλέκου Σακελλάριου και «Ο Σκληρός Άνδρας», του Γιάννη Δαλιανίδη, ο οποίος του εμπιστεύεται την επόμενη χρονιά σημαντικό και απαιτητικό ρόλο, για τη νεορεαλιστική δραματική ταινία «Ο Κατήφορος», πάλι για λογαριασμό της Φίνος Φιλμ. Η ερμηνεία του Βουτσά, σε ρόλο ξιπασμένου νέου, δικαιώνει τον σκηνοθέτη για την επιλογή του και αποτελεί το έναυσμα για την απογείωση της καριέρας του.

Η δεκαετία του ΄60 ήταν για τον Βουτσά η περίοδος της καθιέρωσης και της αναγνώρισης. Πρωταγωνιστεί σε θρυλικές κωμωδίες, πραγματοποιώντας εκπληκτικές ερμηνείες και στιγματίζοντας όλους τους ρόλους που υποδύεται.

Το πληθωρικό, μπριόζικο, και φυσικό παίξιμο του, μαζί με το αμίμητο υφολογικό του στυλ, κάνουν θραύση και αποτελούν εγγύηση γέλιου, ενώ οι ατάκες του αφήνουν εποχή – «Έχω και κότερο πάμε μια βόλτα;», «Κααατίνα σαλααμάκι». Οι καρπαζιές του στον Τζανετάκο και στον Τζεβελέκο δημιουργούν… «σχολή καρπαζιάς», και η σκηνή που τραγουδάει το περίφημο «Φσστ μποινγκ» στο μιούζικαλ «Κάτι να Καίει» προκαλεί πανζουρλισμό στις αίθουσες.

Παίζει διάφορους τύπους ρόλων με την ίδια ερμηνευτική ικανότητα και γίνεται ο σταρ του Δαλιανίδη και της Φίνος Φιλμ. Κάποιοι από τους ρόλους του, που μένουν αξέχαστοι είναι ο μικροαστός στο «Ανθρωπάκι», ο Κωνσταντινοπολίτης μαμάκιας στη «Νύχτα Γάμου», ο τεμπέλης γιος στη «Χαρτοπαίχτρα» ο λαϊκός ποδοσφαιριστής στο «Μια Κυρία στα Μπουζούκια», ο μικροαπατεώνας στον «Γόη», ο Άραβας γιαλαντζί στο «Ξυπόλητος Πρίγκηψ», ο Ράμογλου με το κότερο, στο «Κορίτσια για Φίλημα», αλλά και τόσοι άλλοι.

Παράλληλα, διακρίνεται σε όλα τα είδη του θεάτρου – πρόζα, επιθεώρηση, μιούζικαλ – και καθιερώνεται στη συνείδηση του κοινού ως κορυφαίος νέος Έλληνας κωμικός. Τα έργα «Αγάπη μου Παλιόγρια» του Τσιφόρου (γυρίστηκε και επιτυχημένη ταινία με τον ίδιο και την Ξ. Καλογεροπούλου), «Οι Απάνω και οι Κάτω» των Τσιφόρου-Βασιλειάδη, «Ο Αρχοντοχωριάτης» του Μολιέρου, ήταν κάποιες από τις πιο σημαντικές θεατρικές του επιτυχίες. Το 1986 ανέβασε στο θέατρο Γκλόρια την παγκόσμια θεατρική επιτυχία «Τούτσι», διασκευασμένη και μεταφρασμένη στα ελληνικά, σπάζοντας τα ταμεία, παθαίνοντας, ωστόσο, οικονομική ζημιά από τα υπέρογκα έξοδα. Την επόμενη χρονιά επανέκαμψε οικονομικά, ανεβάζοντας το έργο «Η γλυκιά Ούτσι» της Μαρίας και Ελένης Παξινού, γνωρίζοντας εκ νέου εισπρακτική επιτυχία.

Ο Κώστας Βουτσάς έβαλε τη σφραγίδα του σε κωμωδίες, οι οποίες απέκτησαν διαχρονική αξία και προβάλλονται αδιάλειπτα από τη μικρή οθόνη. Συνολικά, έχει γυρίσει περίπου 70 ταινίες. Η Φίνος Φιλμ αποτελεί γι’ αυτόν το πολυτιμότερο κεφάλαιο της καριέρας του, αφού γύρισε μαζί της 30 ταινίες – τις περισσότερες που γύρισε ηθοποιός σε πρωταγωνιστικούς ρόλους. Παρά την πτώση του κινηματογράφου, από τις αρχές της δεκαετίας του ’70 και μετά, συνέχιζε μέχρι σήμερα τις κινηματογραφικές εμφανίσεις του, παράλληλα με τις θεατρικές και τηλεοπτικές του συμμετοχές.

Υπήρξε σύζυγος της ηθοποιού και χορεύτριας Έρρικας Μπρόγερ, με την οποία απέκτησε μια κόρη, τη Σάντρα (1972). Έχει άλλες δύο κόρες από τον δεύτερο γάμο του, με τη Θεανώ Παπασπύρου, τη Θεοδώρα (1977) και τη Νικολέτα (1979), με την πρώτη να ακολουθεί τα δικά του βήματα στο χώρο της ηθοποιίας. Ο θετός γιος του (από προηγούμενο γάμο της τρίτης γυναίκας του Εύης Καραγιάννη, πρώην μοντέλου και ηθοποιού), Άνθιμος Ανανιάδης, είναι επίσης ηθοποιός.

Το 2015, ο Κώστας Βουτσάς έκανε σχέση με τη 39 χρόνια μικρότερή του ηθοποιό, Αλίκη Κατσαβού, με την οποία παντρεύτηκε στις 27 Φεβρουαρίου 2016 και στις 23 Ιουλίου του ίδιου έτους απέκτησαν ένα γιο, τον Φοίβο.