Θέατρο ντοκουμέντο: θέατρο που χρησιμοποιεί μόνο ντοκουμέντα και αυθεντικές πηγές, που επιλέγονται και «ανεβάζονται» ανάλογα με την κοινωνικοπολιτική άποψη του δραματουργού (Patrice Pavis, Λεξικό του θεάτρου, 2006)*

«Και τι κάνουμε με τη συγκίνηση; Αυτή δεν μας ενδιαφέρει πια;» Αυτό ήταν το ερώτημα ενός εκ του κοινού στο πρόσφατο Συνέδριο που διοργάνωσε το Τμήμα Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αθηνών, ύστερα από σχετική εισήγηση (όχι τη μοναδική, μάλιστα) για το θέατρο-ντοκουμέντο. Καθώς πρόκειται για ένα είδος που από τη γέννησή του υπηρετεί ευδιάκριτους κοινωνικούς ή/και πολιτικούς στόχους με όχημα όχι τη μυθοπλασία αλλά τις πηγές και την κατάθεση της πληροφορίας, θα μπορούσε να πει κανείς ότι το ερώτημα ήταν κάτι παραπάνω από εύλογο. Πόσο άμεσο, βιωματικό μπορεί να γίνει ένα έργο/θέαμα όταν καλείται να λειτουργήσει σε έναν χώρο κάπου μεταξύ του ντοκιμαντέρ, του ρεπορτάζ και του πρωτοσέλιδου; Από την άλλη, για το θέατρο-ντοκουμέντο ισχύει ό,τι για οποιοδήποτε άλλο είδος θεάτρου: πρωταρχικό μέλημα οφείλει να είναι η αισθητική απόλαυση, καμία από τις ιδεολογικές προθέσεις δεν θα πρέπει να λειτουργεί εις βάρος της θεατρικότητας.

Το κατά πόσο είναι εφικτό το παραπάνω εξαρτάται φυσικά, κατά κύριο λόγο, από τις ικανότητες του δημιουργού. Παρ’ όλ’ αυτά, μία μικρή μετατόπιση στο περιεχόμενο μπορεί να διασφαλίσει, πληρουμένων φυσικά και των καλλιτεχνικών κριτηρίων, τη σκηνική γοητεία και τη θεατρική επίδραση του θεάτρου-ντοκουμέντου. Παίρνοντας, π.χ., υπόψη τη δουλειά των Rimini Protokoll -που συνέβαλαν αποφασιστικά (αν όχι αποκλειστικά όσον αφορά την ελληνική εμπειρία) στην άνθιση του είδους την τελευταία δεκαετία- παρατηρεί κανείς ότι η ομάδα εστιάζει κάθε φορά, ανεξαρτήτως θέματος, στην έκθεση επί σκηνής της άμεσης ανθρώπινης εμπειρίας και της υποκειμενικής μαρτυρίας. Σε αυτό το θέατρο-ντοκουμέντο, η ανεπίσημη προσωπική μαρτυρία υποκαθιστά την «επίσημη εκδοχή» και η Ιστορία γράφεται από τους αθέατους πρωταγωνιστές της, που σε κάθε άλλη περίπτωση μπορεί να έμεναν στο περιθώριο. Αυτό το θέατρο-ντοκουμέντο δεν θυμίζει τόσο την αντικειμενικότητα, την ψυχρότητα μιας δημοσιογραφικής ή επιστημονικής δουλειάς αλλά το νοιάξιμο της ανθρώπινης επαφής.

Το θέατρο-ντοκουμέντο, σίγουρα χάρη και στις σημαντικές επιρροές των RP, έχει γοητεύσει τους νέους δημιουργούς μας, που μοιάζουν να έχουν βρει σε αυτό ένα χρηστικό θεατρικό εργαλείο. (Το παράδειγμα των Ανέστη Αζά και Πρόδρομου Τσινικόρη είναι το πλέον χαρακτηριστικό, καθώς έχουν ήδη καταθέσει τέσσερις τέτοιες δουλειές, με τελευταία την «Utopia in progress» στο ΚΘΒΕ. Οι παραστάσεις «Έ_Φυγα» σε σύλληψη και σκηνοθεσία της Γιολάντας Μαρκοπούλου και «Από πρώτο χέρι» σε σκηνοθεσία της Γεωργίας Μαυραγάνη, που έκαναν αίσθηση όταν παρουσιάστηκαν πέρυσι και επαναλαμβάνονται, επιχειρούν ακριβώς αυτό: να φέρουν στο φως τις μικρές ανθρώπινες ιστορίες που φωτίζουν και δημιουργούν τη «μεγάλη» «Ιστορία».

Η Γιολάντα Μαρκοπούλου με το «Έ_Φυγα» έδωσε το βήμα σε «αληθινές ιστορίες ανθρώπων που έφυγαν από πολύ μακριά»· για την ακρίβεια, ακολουθώντας το παράδειγμα των RP, ανέβασε στη σκηνή τους ίδιους για να μας πουν την ιστορία τους. Ιστορίες μεταναστών από το Αφγανιστάν, το Πακιστάν και το Μπαγκλαντές, κατοίκων Μεταξουργείου πια, που συμμετέχουν στο Καλλιτεχνικό [και θεραπευτικό] Εργαστήρι Θεάτρου που προσφέρει το «Συνεργείο» στους κατοίκους της πολυπολιτισμικής περιοχής. Με αποσκευές σχεδόν άδειες από προσωπικά αντικείμενα -κάποια από τα οποία συμπληρώνουν τη σκηνογραφία της παράστασης- αλλά γεμάτες μνήμες και συγκλονιστικές εμπειρίες ζωής, καθένας από τους πέντε μετανάστες υποδέχεται τους θεατές στο «σπίτι» του, καθώς η πενταώροφη πολυκατοικία του «Συνεργείου» όπου περιηγούνται οι θεατές έχει μεταμορφωθεί ανάλογα, και διηγείται την ιστορία που τον οδήγησε μακριά από τον τόπο του, μαζί και την επίπονη προσπάθεια ένταξης στην ελληνική πραγματικότητα.

Η παράσταση της Μαρκοπούλου διαθέτει την επιδραστική δύναμη ενός θεατρικού γεγονότος, όχι απλώς επειδή έχει να αφηγηθεί «δυνατές» ιστορίες, αλλά επειδή ακριβώς αποτελεί έργο τέχνης με ευδιάκριτο αισθητικό πλαίσιο: Η αναβίωση των αφηγούμενων γεγονότων γίνεται με θεατρικά μέσα και, σε σημεία, με τη χρήση της δραματοποίησης, υπάρχει συγκεκριμένη σκηνοθετική παρτιτούρα και είναι φανερό ότι οι πέντε άνδρες καλούνται -και σε μεγάλο βαθμό καταφέρνουν- να μεταδώσουν την ιστορία τους όχι απλώς ως ομιλώντες φορείς μιας εμπειρίας αλλά ως ηθοποιοί που απευθύνονται σε ένα κοινό. Η σκηνογραφία, η όψη δηλαδή αλλά και η χρήση του χώρου, συνδράμει από την πλευρά της αποφασιστικά στο παραπάνω, καθώς δεν μένει στο επίπεδο μιας επιτυχημένης ρεαλιστικής αναπαράστασης κάποιων ιδιωτικών χώρων, αλλά στις περισσότερες περιπτώσεις τούς υποδηλώνει με ευρηματικότητα και φαντασία.

Το «Από πρώτο χέρι» της Γεωργίας Μαυραγάνη, παραγωγή του Μικρού Θεάτρου Αγρινίου, αφορμάται από ένα θέμα «τοπικού» ενδιαφέροντος, τη διαδεδομένη καλλιέργεια καπνού στην περιοχή του Αγρινίου. (Η σύνδεση των παραστάσεων θεάτρου-ντοκουμέντου με θέματα που αφορούν τις τοπικές κοινωνίες -αλλά εντέλει ολόκληρη την κοινωνία- είναι εύλογη. Ενδεικτική ήταν και η παράσταση «Sugar babes» που σκηνοθέτησε το 2009 ο Ανέστης Αζάς στο ΔΗΠΕΘΕ Σερρών, με θέμα την Ελληνική Βιομηχανία Ζάχαρης.) Για τις ανάγκες της παράστασης, η Μαυραγάνη και οι υπόλοιποι συντελεστές έκαναν μια εκτεταμένη έρευνα στις ήδη υπάρχουσες πηγές και, παράλληλα, συνέλεξαν νέες, πρωτότυπες μαρτυρίες από καπνεργάτες και καπνοκαλλιεργητές, τις οποίες επεξεργάστηκαν μέσα από ένα αμιγώς θεατρικό πρίσμα.

Το δημιούργημα της Μαυραγάνη, που υπηρετείται από επαγγελματίες ηθοποιούς, είναι αρκετά θεατροποιημένο· εντοπίζεται η διάθεση θεατρικής μεγέθυνσης και όχι «ρεαλιστικής αληθοφάνειας», όπως το έντονο παίξιμο σε σημεία, χρησιμοποιούνται θεατρικά στοιχεία (ρόλοι, κοστούμια, μουσική), ακόμη και οι πρωτότυπες συνεντεύξεις δεν ακούγονται όλες ηχογραφημένες, κάποιες τις «δανείζονται» οι ηθοποιοί. Η Μαυραγάνη δεν κάνει εκπτώσεις στη θεατρικότητα και τη σκηνική ευφράδεια, αλλά ούτε και στον ιδεολογικό στόχο του είδους που υπηρετεί η παράσταση, και δημιουργεί ένα σκηνικό αποτέλεσμα που -ταυτόχρονα- πληροφορεί, προβληματίζει και ψυχαγωγεί· μία παράσταση που είναι μαζί θεατρική απόλαυση, ύμνος στο μόχθο των καθημερινών ανθρώπων, χρονικό των εργατικών αγώνων και διεκδικήσεων και αποτύπωση της κοινωνικής-οικονομικής-πολιτικής πορείας της χώρας για διάστημα τουλάχιστον έξι δεκαετιών.

Είναι φανερό ότι και οι δύο σκηνοθέτιδες εμπιστεύονται τη δύναμη του προσωπικού βιώματος, χωρίς, παράλληλα, να επαναπαύονται σε αυτό, αφού η ολοζώντανη μεταφορά του από τη σκηνή στην πλατεία γίνεται με απόλυτη γνώση των θεατρικών κωδίκων. Εν μέσω μιας εποχής όπου η «αποσυναισθηματοποίηση» στο θεατρικό συμβάν γίνεται όλο και περισσότερο της μόδας, δεν φοβούνται το συγκινησιακό συναίσθημα που συνεπάγεται η ίδια η φύση του θεάτρου. Μήπως αυτή η συγκινησιακή επίδραση αποκλείει τη λειτουργία της σκέψης του θεατή, ειδικά σε παραστάσεις με τόσο σαφές κοινωνικό περιεχόμενο; Δεν θα το έλεγα. Είναι ακριβώς αυτή η θεατρικότητά τους που αφήνει το μήνυμα να περάσει κάτω, χάρη στην αμεσότητα που διαθέτει η σκηνική τέχνη, όταν δεν γίνεται από σκηνής διάλεξη.

Σημ. Η Γεωργία Μαυραγάνη σκηνοθετεί επίσης, στη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών, την εφηβική παράσταση «Όχι αθώος πια».

* Παρά τον περιορισμό που προτείνει ο Pavis, οι θεατρολόγοι πλέον μάλλον συγκλίνουν στην άποψη πως ο όρος «θέατροντοκουμέντο» εμπεριέχει οποιαδήποτε δραματουργία που μεταχειρίζεται ως υλικό αυθεντικές πηγές (μαρτυρίες, ντοκουμέντα), είτε κατ’ αποκλειστικότητα είτε σε συνδυασμό με μυθοπλασία. Επιπλέον, το θέατροντοκουμέντο δεν θα μπορούσε παρά να έχει ακολουθήσει τον ρου των εξελίξεων της σκηνικής πρακτικής. Από αμιγώς δραματουργικό φαινόμενο, έχει καταλήξει στις μέρες μας να αποτελεί περισσότερο ένα σκηνικό γεγονός· η γραπτή παρτιτούρα (αποτελούμενη από το διακειμενικό υλικό) συνιστά περισσότερο ένα κείμενο παράστασης παρά θεατρικό έργο.

Info:
Η παράσταση «Έ_φυγα», που ανέβηκε στο Συνεργείο, ολοκλήρωσε τον κύκλο των παραστάσεων της στις 7/11
Η θεατρική παράσταση «Από πρώτο χέρι» συνεχίζει τις παραστάσεις της στο Bios, μετά από παράταση, μέχρι τις 7 Δεκεμβρίου