Ο Μίκης Θεοδωράκης, ο μεγάλος Έλληνας μουσικοσυνθέτης, πέθανε σήμερα την Πέμπτη 2 Σεπτεμβρίου σε ηλικία 96 ετών.

Ο Μίκης Θεοδωράκης γεννήθηκε στην Χίο στις 29 Ιουλίου 1925, καταγόταν από την Κρήτη, ήταν ένας από τους σημαντικότερους σύγχρονους Έλληνες μουσικοσυνθέτες. Ασχολήθηκε αρκετά με την κλασική μουσική γράφοντας συμφωνίες, ορατόρια, μπαλέτα, όπερες και μουσική δωματίου.

Συνέθεσε ίσως τον πιο αναγνωρίσιμο ελληνικό ρυθμό διεθνώς, το συρτάκι «Ζορμπάς» (1964), βασισμένο σε παραδοσιακή κρητική μουσική.

Το έργο του χωρίζεται σε τρεις κύριες περιόδους. Από το 1937 έως το 1960 συνέθεσε έργα συμφωνικά και μουσικής δωματίου, σύμφωνα με δυτικοευρωπαϊκές μορφές και σύγχρονες τεχνικές. Από το 1960 έως το 1980 επιχείρησε σύζευξη της συμφωνικής ορχήστρας με λαϊκά όργανα και δημιούργησε νέες φόρμες με βάση τη φωνή, οι οποίες εξελίχθηκαν σε καλλιτεχνικό κίνημα με μοναδική λαϊκή απήχηση. Από το 1981 και μετά επέστρεψε στις συμφωνικές μορφές και ασχολήθηκε με το είδος της όπερας. Η τριλογία του με τις όπερες «Μήδεια» (1990), «Ηλέκτρα» (1994) και «Αντιγόνη» (1996) ήταν αφιερωμένη στους μεγάλους Ιταλούς συνθέτες Βέρντι, Πουτσίνι και Μπελίνι

Συνθέσεις του έχουν ερμηνευτεί από καλλιτέχνες παγκοσμίου φήμης, όπως οι Beatles, η Σίρλεϊ Μπάσεϊ, η Τζόαν Μπαέζ και η Εντίθ Πιάφ.

Σημαντική ήταν και η συμβολή του στον κινηματογράφο, καθώς έγραψε μουσική για ταινίες όπως: «Φαίδρα» του Ζυλ Ντασέν (1962), «Αλέξης Ζορμπάς» (1964), «Ζ» του Κώστα Γαβρά (1969) και «Serpico» του Σίντνεϊ Λιούμετ (1973). Μέσα από πρωτότυπες μουσικές συνθέσεις ήρθε και η ενασχόλησή του με το θέατρο, αρχικά με την τραγωδία του Ευριπίδη, «Φοίνισσες» (1960), που παρουσιάστηκε στην Επίδαυρο, σε σκηνοθεσία Αλέξη Μινωτή και στη συνέχεια με την παράσταση «Ένας όμηρος», του Ιρλανδού Μπρένταν Μπίαν, σε σκηνοθεσία Λεωνίδα Τριβιζά.

Το πιο σημαντικό του έργο θεωρείται η μελοποιημένη ποίηση, χρησιμοποιώντας ως στίχους ποιήματα βραβευμένων ποιητών ελληνικής και ξένης καταγωγής, όπως οι Γιάννης Ρίτσος (Βραβείο Ειρήνης Λένιν 1976), Γιώργος Σεφέρης (Νόμπελ 1963), Πάμπλο Νερούδα (Νόμπελ 1971), Οδυσσέας Ελύτης (Νόμπελ 1979).

Ο Θεοδωράκης συνέθεσε μουσική για το μπαλέτο της Ludmilla Tcherina, το Κόβεντ Γκάρντεν, το Μπαλέτο της Στουτγκάρδης. Το 1957 τού απονεμήθηκε το πρώτο βραβείο στο Φεστιβάλ της Μόσχας από τον Σοστακόβιτς για το έργο του Suite No 1 για πιάνο και ορχήστρα, ενώ συγχρόνως συνέθεσε πολλά έργα συμφωνικής μουσικής και μουσικής δωματίου.

Το 1960 ο Μίκης Θεοδωράκης επιστρέφει από το Παρίσι στην Ελλάδα και ηχογράφησε για πρώτη φορά τον «Επιτάφιο» του Γιάννη Ρίτσου, παντρεύοντας τη σύγχρονη λαϊκή μουσική με τη σύγχρονη ελληνική ποίηση. Την ίδια χρονιά ακολούθησε το «Άξιον Εστί» του Οδυσσέα Ελύτη, ενώ έγραψε τη μουσική για τον δίσκο «Επιφάνια» σε ποίηση Γιώργου Σεφέρη και συνέθεσε δεκάδες κύκλους τραγουδιών.

Το 1970, για τη μουσική στην ταινία «Ζ», του απονεμήθηκε το βραβείο BAFTA για πρωτότυπη μουσική, ενώ ήταν υποψήφιος στην ίδια κατηγορία του 1974 για την ταινία ”State of Siege” και το 1975 για την ταινία ”Serpico”. Το 1966 και το 1975 ήταν υποψήφιος και για Γκράμι για το μουσικό θέμα των ταινιών «Ζορμπάς» και ”Serpico” αντίστοιχα.

Το 2000 προτάθηκε για βραβείο Νόμπελ Ειρήνης. Ως πολιτικός υπήρξε υπουργός και τέσσερις φορές εκλεγμένος βουλευτής του ελληνικού κοινοβουλίου με το Κ.Κ.Ε και την Ν.Δ, ενώ παράλληλα ήταν ακτιβιστής τιμημένος με το Βραβείο Ειρήνης Λένιν το 1983.

Συλλυπητήριο μήνυμα της Υπουργού Πολιτισμού και Αθλητισμού Λίνας Μενδώνη για την απώλεια του Μίκη Θεοδωράκη

«Σήμερα χάσαμε ένα κομμάτι από την ψυχή της Ελλάδας. Ο Μίκης Θεοδωράκης, ο Μίκης όλων μας, ο δάσκαλος, ο διανοούμενος, ο ριζοσπάστης έφυγε. Εκείνος που έκανε όλους τους Έλληνες να τραγουδήσουν τους ποιητές. Έζησε όλη του τη ζωή δημιουργώντας. Αγωνίστηκε, πέρα από τα όρια, ξεπερνώντας τις ανθρώπινες αδυναμίες που θέτουν πλαίσια και καθορίζουν τυπικές συμπεριφορές. Δεν απέφυγε ποτέ να δίνει όλες τις μάχες, σε όλα τα μέτωπα, καθώς το εύρος της προσωπικότητας και του ταλέντου του δεν μπορούσε ούτε να περιοριστεί, ούτε να χαλιναγωγηθεί. Ο Μίκης ήταν κι έκανε όσα ξεπερνούν την ανθρώπινη φύση. Με το έργο του, την έντονη κοινωνική και πνευματική παρουσία, τον βαθύ πατριωτικό του λόγο, ο Μίκης Θεοδωράκης σημάδεψε την Ελλάδα του 20ου αιώνα.

Ο Μίκης ήταν παγκόσμιος και το έργο του ανήκει σε όλο τον κόσμο. Έργο τεράστιο, οικουμενικό, που άγγιξε και θα συνεχίσει να αγγίζει εκατομμύρια καρδιές. Δεν θα είναι πια μαζί μας, αλλά ο Γαλαξίας του έργου του θα μας περιβάλλει και θα μας φωτίζει.

Οι Έλληνες πενθούμε σήμερα.»