Κείμενο: Κωστής Καλογρούλης

Από τη δεκαετία του ογδόντα ακόμα, δηλαδή εδώ και πάνω από τριάντα χρόνια, έχουν σημειωθεί ενδιαφέροντες πειραματισμοί γύρω από το σημείο τομής λογοτεχνικών ειδών όπως η βιογραφία, τα απομνημονεύματα και η ίδια η μυθοπλασία. Τα υβρίδια που έχουν διαμορφωθεί χαρακτηρίζονται από διαφορετικές προσεγγίσεις με διαφορετικές δυνατότητες, αλλά σε κάθε περίπτωση έχουν έναν κοινό παρονομαστή: όταν είναι καλογραμμένα και προκύπτουν από ειλικρινή ανάγκη του συγγραφέα να τιμήσει τα πρόσωπα που τον ενέπνευσαν στη συγγραφή, το αποτέλεσμα είναι πάντα συγκινησιακά φορτισμένο, ενίοτε και σπαρακτικό.

Ο Ηλίας Μαγκλίνης στο βιβλίο του Είμαι όσα έχω ξεχάσει ανήκει στην παραπάνω κατηγορία. Αρχικός στόχος του είναι να βιογραφήσει την οικογένεια της μεριάς του πατέρα του, με αφορμή το μυστηριώδες γεγονός της δολοφονίας του παππού του πιθανότατα από αριστερή οργάνωση στο Αγρίνιο το 1944, στην αρχή δηλαδή του Eμφυλίου (λέω πιθανότατα επειδή ο φόνος ποτέ δεν διαλευκάνθηκε). Ουσιαστικά όμως ο Μαγκλίνης μιλάει για τη σχέση του με τον πατέρα του, και είναι αυτό που αποτελεί την κινητήρια δύναμη του έργου. Η ιστορική έρευνα στην οποία προχωράει αλλά και η απόπειρά του να συλλέξει κάθε ψήγμα αναμνήσεων των παιδικών, και όχι μόνο, χρόνων του τον φέρνει αντιμέτωπο με την ίδια τη μνήμη, τον μηχανισμό της, την ισχυρή αλλά ταυτόχρονα φευγαλέα επίδραση που έχει στο ανθρώπινο μυαλό. Πιστεύω όμως ότι το ουσιαστικότερο ερώτημα που τελικά προσπαθεί να απαντήσει είναι κατά πόσο η μνήμη αποτελεί αντίδοτο στην απώλεια, ή αν λειτουργεί σαν αλάτι που κρατάει την πληγή ανοιχτή.

Ο Ηλίας Μαγκλίνης ως αφηγητής ταξιδεύει συνεχώς στον χρόνο. Κινείται μεταξύ αφενός των δικών του εμπειριών με τον πατέρα του, από τις παιδικές του αναμνήσεις μέχρι τις τελευταίες μέρες της ζωής του πατέρα του, και αφετέρου των γεγονότων του παρελθόντος πολύ πριν τη γέννησή του, στο Αγρίνιο (μεταξύ άλλων) του Mεσοπολέμου και ιδιαίτερα της Kατοχής, ώστε να ξετυλίξει το κουβάρι της δολοφονίας του παππού του. Ενδιάμεσα μπολιάζει την αφήγηση με ποιητικά αποσπάσματα ως αντίστιξη, τα οποία λειτουργούν σαν αφιλτράριστος συναισθηματικός σχολιασμός όσων εξιστορεί ο πιο αποστασιοποιημένος αφηγητής.

Το κείμενο διανθίζεται με αρκετές φωτογραφίες που στη συνέχεια ο Μαγκλίνης σχολιάζει και χρησιμοποιώντας τη φαντασία του προσπαθεί να εικάσει τις σκέψεις των ανθρώπων που απεικονίζονται, επιχειρώντας να συσχετίσει τη χρονική περίοδο που πάρθηκε η κάθε φωτογραφία με την προσωπική τους ιστορία. Αυτή η χρησιμοποίηση των φωτογραφιών θυμίζει λίγο τα επίσης υβριδικά βιβλία του Β. Γκ. Ζέμπαλντ.

Αντίστοιχα το βιβλίο του Μαγκλίνη φέρνει στο μυαλό κι έναν άλλον, λιγότερο γνωστό είναι αλήθεια, Ευρωπαίο συγγραφέα, ο οποίος επιδεικνύει μια ανάλογη διάθεση να φιλοτεχνήσει βιογραφικά πορτρέτα προσώπων από το οικογενειακό του δέντρο, χρησιμοποιώντας τη φαντασία για να καλύψει τα κενά που αφήνει η έρευνα και τα γεγονότα. Μιλάμε για τον Γάλλο Πιερ Μισόν, του οποίου το έργο Βίοι Ελάσσονες αποτέλεσε σταθμό στην εξέλιξη αυτής της υβριδικής μορφής βιογραφίας, αυτοβιογραφίας και μυθοπλασίας, ένα έργο πολυεστιακό, χωρίς καθαρό πρωταγωνιστή, που επικεντρώνεται σε πολλά πρόσωπα ώστε να δημιουργήσει εν, τέλει ένα ψηφιδωτό.

Ο Ηλίας Μαγκλίνης επίσης αποπειράται να περιλάβει πολλά πρόσωπα στην αφήγησή του, όχι μονάχα μέλη της οικογένειάς του αλλά και φίλους, εραστές, συνεργάτες ή και εχθρούς καθ’ όλη τη διάρκεια του εικοστού αιώνα. Όμως εκεί που διαφοροποιείται από τον Μισόν είναι ότι το έργο του έχει ξεκάθαρο πρωταγωνιστή. Αν και φαινομενικά η αφήγησή του κινείται γύρω από τον παππού του, η δολοφονία του οποίου είναι το αίνιγμα που λειτουργεί ως πυρήνας, ο πρωταγωνιστής είναι ο πατέρας του. Φαίνεται πως τα ερωτήματα που αιωρούνται γύρω από τον παππού, αν και φαινομενικά περισσότερα και δυσκολότερο να λάβουν απάντηση, υπολείπονται σε αμεσότητα των ερωτημάτων που αφορούν τον πατέρα του και τη σχέση του με τον ίδιο, κι αυτό επειδή εφάπτονται με τα βιώματα του ίδιου του συγγραφέα και άρα αντανακλούν ερωτήματα που καλείται να απαντήσει και ο ίδιος για τον εαυτό του ως νέος πατέρας. Η σχέση του αφηγητή Μαγκλίνη με τον πατέρα του χρήζει εξιχνίασης ιδίως λόγω της συναισθηματικής αυτοσυγκράτησης που επέδειξαν και οι δύο στη διάρκεια της κοινής τους ζωής. Η συνειδητοποίηση αυτής της ανάγκης για κάθε παιδί εντείνεται με το πέρασμα των ετών και τη σταδιακή ωρίμανση. Η ανάγκη για την ανάλυση των σιωπών, των ανομολόγητων μυστικών και όσων πολλών έχουν παραμείνει ανέκφραστα γίνεται επιτακτική όταν πια το ίδιο το παιδί αποκτάει την ιδιότητα της πατρότητας/μητρότητας. Έτσι και ο Μαγκλίνης, ανατέμνει αυτή τη σχέση για να απαντήσει στον εαυτό του και για να οριοθετήσει τη θέση του στην εναλλαγή των γενεών. Το αποτέλεσμα είναι ειλικρινές και συγκινησιακά φορτισμένο, αφού κάθε αναγνώστης μπορεί εν μέρει να ταυτιστεί με αυτή την αναζήτηση.

Info:

«Είμαι όσα έχω ξεχάσει» του Ηλία Μαγκλίνη από τις εκδόσεις Μεταίχμιο