Ο Αντώνης Σπετσιώτης ξυπνάει νωρίς. Στα αυτιά του αντηχεί η καθημερινότητα της Αθήνας, στο μπαλκόνι του, στην πολυκατοικία του κέντρου από όπου ξεκινά τη μέρα του. Η μέρα του Αντώνη Σπετσιώτη δεν είναι καθόλου ποιητική. Είναι μια αγχωμένη μέρα στο δικηγορικό γραφείο που δουλεύει, στον επόμενο μικρόκοσμο που συναντά ο αναγνώστης και του θυμίζει καταλεπτώς τον δικό του. Είναι μέρα χωρίς καμία υπερβολή, κανένα «τσίμπημα» ωραιοποίησης, είναι η μέτρια αυτή πραγματικότητα, η αντι-φεϊσμπουκική σχεδόν, μέσα στην οποία τα ψηλά τακούνια στραβοπατάνε στις λακκούβες της πρωτεύουσας, τα βιβλία είναι σε στοίβες αδιάβαστα, οι άνθρωποι ιδρώνουν αντιαισθητικά από άγχος, τα βράδια δεν έχουν στη λίστα μαγαζιά που γράφουν γι’ αυτά τα μοδάτα περιοδικά, το φαγητό στα πιάτα δεν είναι τόσο εμφανίσιμο.

Ο Αντώνης Σπετσιώτης, λίγο καιρό πριν εγκαταλείψει την Ελλάδα για μια καλύτερη δουλειά στο Λουξεμβούργο, σε μια καλοκαιρινή μέρα έχει να αντιμετωπίσει μια δύσκολη υπόθεση στη χαοτική Ευελπίδων, -και ούτε εδώ πρόκειται για μια υπόθεση τρανή-, να συναντήσει τον πρώτο του έρωτα και να συνοδεύσει τον πατέρα του στο τελευταίο του δροµολόγιο πριν βγει στη σύνταξη.

Ο Χρίστος Κυθρεώτης καταφέρνει να γράψει ένα περιπετειώδες μυθιστόρημα με τα καθημερινά υλικά για μια μέρα που δεν διαφαίνεται εντυπωσιακή, αλλά είναι κωμικοτραγική περιπετειώδης και λίγο λυπημένη.

Το εικοσιτετράωρο του ήρωά του ξεκινάει στα δικαστήρια, συνεχίζεται σε µια καφετέρια στα Πατήσια, σε ένα οικόπεδο στο Χαλκούτσι και σε ένα πάρκινγκ στον Ορχοµενό, πριν τελειώσει απρόβλεπτα τα ξηµερώµατα στους δρόµους της Αθήνας.

Δεν υπάρχει τίποτα δραματικό και τίποτα ηρωικό σε αυτή την ιστορία, μόνο η περιγραφή της καθημερινότητας, σε ένα νήμα μαζί με τα αισθήματα, τις σκέψεις ενός έξυπνου ανθρώπου από αυτούς που συναντάμε καθημερινά, ζουν δίπλα μας και τους αδικούμε συχνά, μη δίνοντάς τους σημασία. Γιατί δεν είναι σπουδαίοι επιδειξίες στους οποίους είμαστε τελικά εθισμένοι.

Ο ήρωας του Χρίστου Κυθρεώτη είναι σπουδαίος γιατί καταφέρνει να βλέπει το παρελθόν σαν παρατηρητής και αγγίζει το τραύμα του παρόντος χωρίς μιζέρια, ένας ήρωας που παλεύει να μη χάσει τον εαυτό του, δεν ψάχνει τον φταίχτη της ζωής του, έναν νεαρό που ξεκινάει μια μάχη με τον αστάθμητο παράγοντα αυτής της χώρας κάθε μέρα, ένας καλλίφωνος, λίγο μπερδεμένος, σε μια κακόφωνη χορωδία με τους ανθρώπους γύρω του να γίνονται όλο και πιο ξένοι, πιο μόνοι, πιο περίεργοι. Δεν υπάρχουν δύσκολες λέξεις στο στόμα του Αντώνη Σπετσιώτη, ούτε περίπλοκες σκέψεις είναι ένας ήρωας της κοινής λογικής, σχεδόν φαντάζει εξωτικός, τολμηρός που μπορεί και βλέπει τα πράγματα «ως έχουν», και αναμετριέται με την ιστορία μιας πατρίδας που κοντανασαίνει στο να πιάσει την καλή.

Είναι αυτό που ζεις σήμερα το μυθιστόρημα του Κυθρεώτη. Είναι αυτό που καταλαβαίνεις κάθε μέρα. Είναι αυτό που σκέφτεσαι και αυτό που δεν θα τολμήσεις να κάνεις. Σε αυτό το μυθιστόρημα οι σκέψεις μπήκαν σε λόγια, σε ένα υλικό που ξεχωρίζει για το ύφος του και θυμίζει μια Ελλάδα που δεν άλλαξε και πολύ από τότε που έγραφε γι’ αυτήν ο Δημήτρης Κεχαΐδης.

Το βιβλίο «Εκεί που ζούμε» του Χρίστου Κυθρεώτη κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πατάκη