Καλοκαίρι, περίεργο τουλάχιστον καλοκαίρι μιας περίεργης τουλάχιστον χρονιάς, αλλά τα σινεμά άνοιξαν ξανά, με τις επανεκδόσεις να είναι κι αυτό το περίεργο καλοκαίρι το πιο δυνατό χαρτί τους, και μια ευκαιρία να επισκεπτόμαστε είτε για πρώτη είτε για πολλοστή φορά ταινίες που κέρδισαν το στοίχημα με τον χρόνο, ταινίες που είχαν να δείξουν και να πουν πράγματα που αφορούσαν και αφορούν, που συγκινούσαν και συγκινούν, που ταρακουνούσαν και ταρακουνούν τον θεατή της εποχής τους ή τον θεατή πολλών δεκαετιών μετά· ήδη σχεδόν έξι, στην περίπτωση της γυρισμένης το 1962 «Έκλειψης» του Μικελάντζελο Αντονιόνι.

Ένα ζευγάρι σε ένα διαμέρισμα. Ο άντρας μεγαλύτερος από τη γυναίκα. Ο άντρας κάθεται, η γυναίκα είναι όρθια, ο χώρος του διαμερίσματος και τα αντικείμενα γύρω τους σαν τρίτη εξίσου σημαντική παρουσία. Σιωπή. Πολλή σιωπή. Παγωμάρα. Αμηχανία. Σκοτεινιασμένα πρόσωπα. Στο πάτωμα ένα τασάκι πλημμυρισμένο από καπνισμένα τσιγάρα. Η προηγούμενη νύχτα ήταν δύσκολη. Είπαν ό,τι είχαν να πουν. Τώρα είναι η ώρα να προχωρήσουν στη ζωή τους. Είναι η γυναίκα που θέλει να χωρίσουν και που αποφάσισε να χωρίσουν.

«Ήθελα να σε κάνω ευτυχισμένη», της λέει. Του απαντάει πως τη γνώρισε όταν ήταν είκοσι χρονών και πως στα είκοσι κανείς είναι ούτως ή άλλως ευτυχισμένος. «Ήθελα να σε κάνω ευτυχισμένη»: να μια φράση ούτε αυτονόητη ούτε ταυτόσημη με κάθε είδους έρωτα. Μπορεί να υπάρχουν έρωτες εντελώς ισχυροί, εντελώς αναμφισβήτητοι, εντελώς πρωταρχικοί στη ζωή του ερωτευμένου, όπου όμως ο ερωτευμένος δεν έχει ως ζητούμενο το να κάνει τον άλλο ευτυχισμένο. Όπου ο ερωτευμένος πλημμυρίζεται τόσο από παντού από την ισχύ του ερωτικού βιώματος, ώστε θεωρεί πως η ευτυχία πηγάζει από αυτό καθαυτό το βίωμα. Όπου εν τέλει ο ερωτευμένος μπορεί να ζει έναν έρωτα απόλυτο μεν, αλλά εγωιστικά απόλυτο δε. Ή αν όχι ακριβώς εγωιστικά, το πεδίο αναφοράς του να είναι το «Πόσο την αγαπώ», «Πόσο τη σκέφτομαι συνέχεια», «Πόσο θέλω να είμαστε μαζί», το πεδίο αναφοράς του δηλαδή να είναι μια λάμψη ερωτικής αλληλεπίδρασης, όπου με έναν τρόπο όμως όλα ξεκινάνε και τελειώνουν σε αυτή τη λάμψη, όπου δηλαδή ο άλλος άνθρωπος δεν αυτονομείται ποτέ στα μάτια μας, το μυαλό και την καρδιά μας από τον έρωτα, όπου δηλαδή εξετάζουμε κάθε τι που τον αφορά σε σχέση με την επίδρασή του στον έρωτά μας, όπου δηλαδή αδυνατούμε να απεξαρτήσουμε τον άνθρωπο από τον έρωτα και να σκεφτούμε ότι εγώ μέσα από αυτή τη σχέση θέλω να σε κάνω ευτυχισμένη.

Eν πάση περιπτώσει, ακόμη και στις περιπτώσεις που κάποιος θέλει να κάνει ευτυχισμένο τον άλλον, το ζητούμενο είναι να είναι κι ο άλλος ευτυχισμένος. Κι εκείνη του λέει ότι δεν είναι πια. «Πότε σταμάτησες να με αγαπάς;», τη ρωτάει. Μα τι ερωτήσεις. Τι θλιβερές ερωτήσεις. «Δεν ξέρω», του απαντάει. Πώς μπορείς να ξέρεις πότε ακριβώς σταμάτησες να αγαπάς τον άλλο. Δεν είναι μια στιγμή – είναι μια πορεία. Εκείνος επιμένει στο θλιβερό μοτίβο: «Μα θα πρέπει να υπάρχει ένας λόγος». Ή δεν θα πρέπει. Ή το γιατί αγαπάμε κάποιον ερωτικά και γιατί παύουμε να αγαπάμε κάποιον ερωτικά δεν εξηγείται ακριβώς βάσει λόγων.

Φεύγει. Την ακολουθεί. Θα περπατήσουν μαζί, αλλά έχει ήδη φύγει. Θα πει σε μια φίλη της πως νιώθει κουρασμένη, θλιμμένη, αηδιασμένη, μπερδεμένη. Πως υπάρχουν μέρες που είτε κρατά στο χέρι της ένα βιβλίο, είτε βελόνα και κλωστή, είτε έναν άνδρα, ένα και το αυτό της φαίνεται. Μα τι έχει; Μα γιατί είναι έτσι; Στο διαμέρισμα μιας άλλης φίλης ένα τραπεζάκι στηρίζεται στο πόδι ενός ελέφαντα. Η φίλη μεγάλωσε στην Αφρική, οικογένεια αποικιοκρατών. Ίσως όλα είναι αλλιώς εκεί, από τους ρυθμούς ως τη σχέση με τη φύση και τη φυσικότητα, ίσως στη Δύση τα συστατικά της υλικής ευμάρειας, τα συστατικά τα εν μέρει απαλλοτριωμένα από άλλα μέρη του κόσμου, είναι ταυτόχρονα και συστατικά ψυχικής αποξένωσης, ίσως εδώ κάνουμε τα απλά περίπλοκα και τα φυσικά κατασκευασμένα, ίσως εδώ μας βαραίνει διαρκώς το αίτημα της ευτυχίας, το πρέπει της, το πρέπει να είμαι καλά, το πρέπει να έχω μια σημαντική σχέση.

Όλη η παγωμάρα των διαπροσωπικών σχέσεων, όλη η θανάσιμη σιωπή του χωρισμού αντιδιαστέλλεται με τον πανζουρλισμό, την οχλοβοή και την ερωτική μανία των πολλών και μακροσκελών σκηνών στο χρηματιστήριο της Ρώμης. Εδώ το διακύβευμα δεν είναι το με αγαπάς – σε αγαπώ και συναισθηματικές σαχλαμάρες, εδώ το διακύβευμα είναι τιμές μετοχών, πλουτισμός ή οικονομική κατάρρευση μέσα σε λίγα λεπτά της ώρας, εδώ ο δυτικός άνθρωπος μπορεί να ζήσει την επιτομή του κόσμου που έχει χτίσει, τη σύνοψη του, τη μετάφραση των πάντων στη χρηματική τους αποτίμηση, εδώ ο καπιταλισμός είναι ταυτόχρονα τζόγος, έξαψη, πλήρωση και καύλα.

Ο Αλέν Ντελόν είναι χρηματιστής, η Μόνικα Βίτι έχει βγει πια από την προηγούμενη σχέση της, είναι και οι δύο νέοι, ακτινοβολούν ομορφιά και γοητεία, γοητεύουν ο ένας τον άλλο. Εκείνος τη ρωτά ερωτήσεις. Μα γιατί τη ρωτά ερωτήσεις; «Αν δυο άνθρωποι θέλουν να ερωτευτούν ο ένας τον άλλο, καλό θα ήταν να μην γνωριστούν καλά πρώτα. Ίσως βέβαια θα ήταν ούτως ή άλλως προτιμότερο να μην ερωτευόμαστε καθόλου».

Κι άλλες σκόρπιες ατάκες: «Όσο ήμασταν ερωτευμένοι με καταλάβαινε. Γιατί τότε δεν υπήρχε τίποτα να καταλάβει». «Μαζί σου νιώθω σαν να είμαι στο εξωτερικό». «Θα ήθελα να μην σε αγαπώ. Ή να σε αγαπώ πολύ περισσότερο». «Θα βρεθούμε αύριο. Και μεθαύριο. Και την επόμενη μέρα. Και απόψε. Στο γνωστό μέρος. Στις οκτώ».

Όσο κι αν γίνεται συχνά κατάχρηση του όρου, το φινάλε της «Έκλειψης» είναι αριστουργηματικό. Και μολονότι δεν είναι ο ορισμός του «ανοικτού» τέλους, μολονότι υπονοεί σαφώς κάτι προς μία κατεύθυνση της ιστορίας, ταυτόχρονα είναι κι ένα φινάλε που μέσα στην εντελώς κινηματογραφικής διάστασης ποιητικότητά του και τα κύματα της σχεδόν αβάσταχτης τρυφερής ψυχρότητας και ψυχρής τρυφερότητας που μεταδίδει,  μπορεί να χωρέσει κι όλων των ειδών τις ερμηνείες. Όλα είναι εκεί. Όλα είναι εδώ. Το παρελθόν, το παρόν, το μέλλον, οι ερμηνείες τους, οι δυνατότητες τους, οι δρόμοι οι γεμάτοι με εμάς, οι δρόμοι οι άδειοι από μας, οι δρόμοι που θα συνεχίσουν σε κάθε περίπτωση να έχουν μέσα τους ζωή και ιστορίες και ανθρώπους και κτίσματα που δεν ολοκληρώθηκαν ποτέ, ίσως γιατί εξαρχής κάτι πήγαινε λάθος με την κατασκευή τους, ίσως γιατί κάπου στην πορεία έγινε αντιληπτό ότι μερικές οικοδομές δεν θα κατάφερναν ποτέ να γίνουν σπίτια.