Η Αντικουλτούρα είναι ένα φαινόμενο που ξεκινά από τη δεκαετία του 1960 στην Αμερική και την Ευρώπη και συνδέεται με την εναντίωση στον πόλεμο του Βιετνάμ – και κατ’ επέκταση σε κάθε πόλεμο, με την υπεράσπιση των δικαιωμάτων των μειονοτήτων, με την τέχνη και τις εναλλακτικές μορφές της, εντέλει με ένα εναλλακτικό κοινωνικό μοντέλο χωρίς την ηγεμονία της επιχειρηματικής και τεχνολογικής γνώσης. Ποιες ήταν οι διαστάσεις και τα αποτελέσματα αυτού του φαινομένου στην χώρα μας;

Η έκθεση Αντικουλτούρα σε μεγάλο βαθμό είναι σαν να κάνει φλας μπακ στην εφηβεία μου, όταν το Ιδεοδρόμιο, η Βαβέλ και το Αμφί, μαζί με βιβλία του ντε Σαντ και του Κέρουακ, απλώνονταν προς πώληση πάνω στον μαρμάρινο περίβολο του Πολυτεχνείου, ενώ δίπλα, στα «πηγαδάκια», μιλούσαν για πολιτική. Όταν ακόμα δεν είχαν γίνει εκθέματα, αλλά έμοιαζε να έχουν μια πολύ συγκεκριμένη και σημαντική αποστολή. Να επηρεάσουν, να γαλουχήσουν, μεγαλύτερα τμήματα της κοινωνίας. Τα κατάφεραν άραγε; Ποιος ήταν ο αντίκτυπος της εγχώριας αντικουλτούρας στην Ελληνική κοινωνία; Δεν σας ακούγεται σαν πολύ σύντομο ανέκδοτο; Όχι γιατί δεν υπήρξαν άνθρωποι ή ομάδες που προσπάθησαν να έχουν μια διαφορετική κοινωνική στάση, υπήρξαν. Αλλά από αποτέλεσμα… μηδέν. Γιατί είτε μιλήσουμε για την αντικουλτούρα την δεκαετία του ’60 στην Αμερική και την Ευρώπη, είτε για το Πανκ στην Αγγλία αργότερα, η επιρροή των κινημάτων είναι προφανής. Εδώ όμως;

Όπως σωστά επισημαίνει ο Νίκος Ξυδάκης σε μια αποστροφή του εισαγωγικού κειμένου του στην έκδοση που πραγματοποιήθηκε με αφορμή την έκθεση «…η αντικουλτούρα στην Ελλάδα ανθεί υπό συνθήκες αφθονίας και καπιταλιστικής επέκτασης. Τα παιδιά της Αντικουλτούρας είναι τα παιδιά των ανερχόμενων μικρομεσαίων στρωμάτων». Γιαλατζί δηλαδή, ή τουλάχιστον άνευρη αντικουλτούρα. Κι ας έχουμε συμπλοκές στους δρόμους. Κι ας έχουμε κι εμείς Πανκ και γκοθάδες και street artists στο ενεργητικό μας. Κι όσο κι αν τα κείμενα προσπαθούν να με πείσουν για ένα μαθητικό κίνημα που ξεκίνησε από την δεκαετία του ’90, εγώ συνεχίζω να βλέπω στους μαθητές απολιτικούς νέους που ψάχνουν την ευκαιρία για λίγο αλατοπίπερο στη ζωή τους. Χωρίς τη δυνατότητα να αρθρώσουν απόψεις, πόσο μάλλον να κάνουν τομές. Κι έτσι από την έκθεση και την παράλληλη έκδοση κρατώ την ρομαντική διάθεση των συντελεστών της, τη δική τους διάθεση να «κάνουν εμετό στο πρόσωπο της κοινωνίας». Αν και δεν μπορώ παρά να διαφωνήσω και με κάποιες τοποθετήσεις τους ως προς τα θέματα της τέχνης. Τι δουλειά έχουν σε μια έκθεση για την αντικουλτούρα καλλιτέχνες των οποίων τα έργα πουσάρονταν και ντιλάρονταν με επιμονή και ζέση από τις γκαλερί τους, έναντι εκατομμυρίων δραχμών τότε, και χιλιάδων ευρώ σήμερα; Πως κάνεις αντικουλτούρα όταν είσαι μέρος του συστήματος; Φυσικά, δεν εννοώ ότι δεν μπορεί να έχει η δουλειά σου πολιτική χροιά και να είσαι μέρος του συστήματος. Αλλά όχι και να θεωρείσαι αντισυστημικός!

Για όσους λοιπόν δεν πήραν είδηση την πορεία της αντικουλτούρας στην Ελλάδα τα τελευταία τριάντα χρόνια (φαντάζομαι οι περισσότεροι), αλλά και για να δείτε ενδιαφέροντα έργα -όπως αυτά του Τάκη Γερμενή και του Ανδρέα Βούσουρα ή τα πάντα μεστά και εξαιρετικής αρμονίας και σύνθεσης (δηλαδή αισθητικής) έργα του Ηλία Καφούρου– η έκθεση στο Camp σας περιμένει.

Να ομολογήσω πάντως πως θεωρώ ότι αν δεν είχαμε έστω κι αυτή την περιορισμένης εμβέλειας αντικουλτούρα, σήμερα ως κοινωνία θα ήμασταν σε ακόμα χειρότερη κατάσταση, αν υπάρχει χειρότερη.

Η έκθεση «Αντι-κουλτούρα – Η ανάδυση ενός νέου κοινωνικού υποκειμένου 1983-2012» παρουσιάζεται στο χώρο του CAMP.
(Φωτογραφία άρθρου: λεπτομέρεια του Αftermath (2012), έργο του Ηλία Καφούρου)