Το 2018 διηύθυνε για πρώτη φορά την Κρατική Ορχήστρα Αθηνών, αφήνοντας τις καλύτερες εντυπώσεις και έκτοτε το όνομά του βρίσκεται συχνά στον προγραμματισμό της. Ο λόγος για τον ραγδαία ανερχόμενο Έκτορα Ταρτανή, που επιστρέφει στο πόντιουμ για την πέμπτη συναυλία του Κύκλου Σολίστ της ΚΟΑ. Εν μέσω δοκιμών, μιλά για τη σχέση που έχει αναπτύξει με την πρώτη Ορχήστρα της χώρας, τον τρόπο που προσεγγίζει τη μουσική, αλλά και όσα τον συνδέουν με την Ελλάδα.

Με την Κρατική Ορχήστρα Αθηνών έχετε συμπράξει πολλές φορές άρα υπάρχει μια αρκετά βαθιά γνώση των δυνατοτήτων της. Ποια τα δυνατά σημεία και ποιες οι αδυναμίες της;

Όντως έχουμε συνεργαστεί επανειλημμένα και με κάθε παραγωγή ο καλλιτεχνικός μας δεσμός γίνεται όλο και πιο ισχυρός. Η ΚΟΑ είναι καταρχήν μια ορχήστρα που αποτελείται από εξαιρετικούς μουσικούς με μεγάλο καλλιτεχνικό δυναμικό. Η πιο αξιοθαύμαστη ιδιότητα θα έλεγα ότι είναι η ετοιμότητα να τα δίνει όλα εκεί που μετράει, είτε είναι κονσέρτο είτε, εν προκειμένω, μια ηχογράφηση/μαγνητοσκόπηση. Έχουν τη δυνατότητα να εμψυχώσουν τη μουσική, πράγμα το οποίο είναι πολύ σπάνιο. Από την άλλη, αυτό που κατά τη γνώμη μου θα προωθούσε την εξέλιξη αυτού του συνόλου κατά πολύ, θα ήταν η πλήρης εκμετάλλευση του ταλέντου που όλοι τους έχουν. Με άλλα λόγια, η προθυμία να αξιοποιήσουν όλο τους το δυναμικό με κάθε παραγωγή. Αυτό βέβαια λέγεται εύκολα, αλλά πραγματοποιείται δύσκολα. Είναι μία διαδικασία που απαιτεί επιμέλεια, πειθαρχία και πνευματική εστίαση πάνω στο μουσικό υλικό. Αν συνδυαστεί αυτό με την ευχέρεια και το χιούμορ της ορχήστρας, το αποτέλεσμα θα είναι συγκλονιστικό πιστεύω. Η ΚΟΑ τα έχει όλα, είναι καθαρά θέμα προσέγγισης και εσωτερικού προσανατολισμού.

Το πρόγραμμα της συναυλίας είναι πολύ ευρύ. Με επιρροές από το Μπαρόκ, τον κλασικισμό και τον πρώιμο ρομαντισμό μέχρι την τζαζ. Αυτές οι εναλλαγές είναι μια επιπλέον δυσκολία για τον μαέστρο; Υπάρχει κάποια τεχνική που βοηθά να περνάτε από το ένα σύμπαν στο άλλο;

Ένα ευρύ πρόγραμμα, όπως αυτό, απαιτεί μία ιδιαίτερα αναλυτική μελέτη πάνω στα διαφορετικά είδη μουσικής, ώστε να γίνουν οι ιδιότητες και το σημαινόμενο κάθε σύνθεσης απόλυτα κατανοητές. Μου προκαλεί αλλεργία όταν ακούω ένα μπαρόκ κομμάτι η μία Συμφωνία του Σούμπερτ σε ρομαντική εκτέλεση. Ο χαρακτήρας κάθε εποχής και κάθε συνθέτη είναι μοναδικός και ο στόχος του ερμηνευτή θα έπρεπε να είναι η μετάδοση αυτής της ιδιαίτερης αύρας. Κάθε μουσικό κομμάτι έχει και ένα σημαινόμενο (εάν είναι σημαντικό), το οποίο εγώ ως μαέστρος οφείλω να το εγκλείσω, να το μεταδώσω στην ορχήστρα και εν τέλει να το ακούσω. Αποκωδικοποιώντας έτσι τις διάφορες στυλιστικές επιρροές, προσπαθώ να σημαντικοποιήσω όσο το δυνατόν καλύτερα το μουσικό περιεχόμενο. Αυτή η διαδικασία ταυτοχρόνως αποκαλύπτει σχεδόν αυτόματα και τον τρόπο ερμηνείας. Γι’ αυτό δεν υποστηρίζω την άποψη πως η ερμηνεία είναι και θα έπρεπε να είναι υποκειμενική. Στοχεύοντας την αντικειμενικότητα, καταλήγουμε στην υποκειμενικότητα, χωρίς να το θέλουμε. Επειδή η ουτοπία δεν κατακτάται ποτέ. Είναι όπως τα λέει ο da Vinci «Προσπαθώ να ζωγραφίσω την αλήθεια και το αποτέλεσμα είναι ομορφιά. Εάν θέλω να ζωγραφίσω την ομορφιά, παρουσιάζω το ψέμα».

«Η καλή μουσική δεν έχει σχέση με σοβαρότητα, αλλά με βάθος και τη βρίσκεις σε όλα τα στιλ και σε όλες τις εποχές»

Πώς σχολιάζετε την άποψη ότι η σοβαρή μουσική είναι μία, ανεξαρτήτως εποχής και στιλ;

Απορρίπτω αυτήν την έκφραση εξαρχής. Είναι μία αλαζονική ορολογία της κεντροευρωπαΐκής ελίτ για να τεκμηριώσουν ψευδοφιλοσοφικά την ανωτερότητα και το status της και τίποτα παραπάνω. Η καλή μουσική δεν έχει σχέση με σοβαρότητα, αλλά με βάθος και τη βρίσκεις σε όλα τα στιλ και σε όλες τις εποχές. Και η ποιότητα της μουσικής προσδιορίζεται από το πνευματικό υπόβαθρο που εμπεριέχει και όχι από τη σοβαρότητα. Κάθε καλή μουσική αγγίζει την ψυχή. Αυτό όμως δεν είναι θέμα σοβαρότητας, αλλά συγκίνησης και δέους. Κάτι τόσο ανούσιο μόνο γερμανόφωνοι φορμαλιστές θα μπορούσαν να καθορίσουν. Αν και δεν θα έπρεπε να μας εκπλήσσει αυτό, μιας και η αυθεντική και εγκάρδια συγκίνηση τούς είναι άγνωστο και ακατανόητο φαινόμενο. Το λέω εγώ, που ζω μια ζωή στη Γερμανία. Πρέπει να αντισταθούμε πολύ πιο σφοδρά απέναντι στη σύγχυση που υπάρχει και στη συντηρητική παράδοση της δήθεν σοβαρής μουσικής. Μία ορχήστρα όπως η ΚΟΑ παρουσιάζει καλή μουσική. Ας την ονομάσουμε κλασική – αλλά ως εδώ.

Με δεδομένο το ευρύ πρόγραμμα της συναυλίας που διευθύνετε, αναρωτιέμαι αν εσείς ο ίδιος έχετε προτιμήσεις;

Πιο κοντά στην προσωπική μου ιδιοσυγκρασία είναι ο Σούμπερτ. Θα έλεγα πως είναι ο αγαπημένος μου συνθέτης της κλασικής περιόδου και σίγουρα ο πιο υποτιμημένος. Αν και ο ανταγωνισμός είναι μεγάλος δίπλα σε έναν Μότσαρτ και Μπετόβεν, αλλά παρόλα αυτά η μουσική του έχει μοναδικά στοιχεία. Δύο τον ξεχωρίζουν ιδιαίτερα από όλους τους άλλους συνθέτες. Είναι ο κατεξοχήν αρχιτεχνίτης της μελωδίας. Σε κανέναν άλλο συνθέτη το μελωδικό στοιχείο δεν έχει φτάσει την τελειότητα του Σούμπερτ. Και το δεύτερο είναι πως όλα τα κομμάτια του – και τα πιο χαρούμενα – εκπέμπουν μία νοσταλγική μελαγχολία.

Έχετε αρνηθεί να διευθύνετε πρόγραμμα που δεν σας άρεσε;

Σίγουρα υπήρχαν προγράμματα που μου άρεσαν λιγότερο από άλλα. Αλλά πάντα συμβαίνει το εξής: μελετώντας και εμβαθύνοντας τις γνώσεις μου πάνω σε ένα κομμάτι, αυτομάτως αποκαλύπτονται πολλές όμορφες εκφάνσεις του, τις οποίες δεν τις έβλεπα πριν επικεντρωθώ σ’ αυτό. Έτσι κατέληξα να μην απορρίπτω εξαρχής προγράμματα, αλλά αντιθέτως προσπαθώ να παραμένω ανοιχτός και με μία όρεξη περιπέτειας.

Είπατε πως ζείτε μια ζωή στο εξωτερικό. Με ποιον τρόπο κρατάτε την επαφή με την Ελλάδα;

Αν και έχω γεννηθεί και μεγαλώσει στη Γερμανία, το εσωτερικό μου σύμπαν και η νοοτροπία μου είναι κατά βάθος ελληνική. Έχω πολύ καλούς και στενούς Έλληνες φίλους, οι οποίοι ζουν στην Ελλάδα αλλά και στο εξωτερικό. Αυτό θα έλεγα πως είναι μία ισχυρή άγκυρα στην ξενιτιά. Το άλλο είναι πως εδώ και χρόνια η αποκωδικοποίηση της ελληνικής μυθολογίας, φιλοσοφίας και του ελληνικού αποκρυφισμού μέσω του δασκάλου μου, Αναστάση Ασημακόπουλου, μου δίνει μία σημαντική βάση, η οποία αποτελεί πλέον το πνευματικό μου θεμέλιο. Βοηθάει σίγουρα και το γεγονός πως διαβάζω κάθε μέρα ελληνική λογοτεχνία. Έχω μία ιδιαίτερη αδυναμία στον Πλάτωνα και το ευρύτατό του έργο. Και παρόλο που προχωράω σχετικά αργά, έχω την εντύπωση πως με διασυνδέει με μια πολύ παλιά αλλά ταυτοχρόνως αέναη ιδέα του ελληνικού συνειδέναι. Αυτή με τροφοδοτεί.

Ο ρόλος του Καλλιτεχνικού Διευθυντή σάς επηρέασε ως αρχιμουσικό;

Σίγουρα οι εμπειρίες που έχω ως Καλλιτεχνικός Διευθυντής σε συμφωνικές παραγωγές, αλλά και στον τομέα της όπερας, έδωσαν μεγάλη ώθηση στην εξέλιξη μου ως αρχιμουσικός. Την ευθύνη για ένα τελικό μουσικό αποτέλεσμα, η οποία συνεπάγεται άμεσα με τον ρόλο του καλλιτεχνικού διευθυντή, την παίρνω πολύ σοβαρά. Έτσι προσπαθώ, με κάθε παραγωγή που διευθύνω, να δώσω ό,τι πιο πολύτιμο έχω, ελπίζοντας πως μέσω αυτής της διαδικασίας μπορώ να εξελιχθώ ως μουσικός και να μεταδώσω κάτι ουσιώδες στην Ορχήστρα και στο κοινό.

Info:
Τέσσερις Εποχές της Μουσικής | Σάββατο 29 Μαΐου στις 20:30

Η συναυλία μεταδίδεται δωρεάν στη σελίδα Facebook και το κανάλι YouTube της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών