Το «Μουσικό Κουτί», η εκπομπή που επιμελείται και παρουσιάζει κάθε Τετάρτη βράδυ στην ΕΡΤ1 ο Νίκος Πορτοκάλογλου, έχοντάς συμπαρουσιάστρια του τη Ρένα Μόρφη, πρωτόκανε την εμφάνισή του στην αρχή της δεύτερης και πολύμηνης όπως τελικά αποδείχτηκε καραντίνας. Έχουμε φτάσει στα μισά του Ιούνη, ποτό πια επιτρέπεται να πιεις βράδυ έξω, μουσική πια επιτρέπεται να ακούσεις βράδυ έξω, αλλά αν ένα βράδυ Τετάρτης σαν το χθεσινό συντονιζόσουν μαζί της, το πιθανότερο ήταν να πεις πόσο τυχερός ή τυχερή είμαι που αυτή την ώρα δεν είμαι έξω, αλλά βλέπω και ακούω αυτή την εκπομπή. Κι αν δεν ήσουν τυχερός ή τυχερή, υπάρχει και στο ΕΡΤflix, ενώ τα τραγούδια τα βρίσκεις και στο ΥοuΤube.

Μια εκπομπή που καλούνται τραγουδιστές και τραγουδοποιοί, συζητούν με τον Πορτοκάλογλου και τη Μόρφη και τραγουδούν μαζί τους. Ναι, γιατί όχι; Ναι, αν δεν πήγαινε κάτι πάρα πολύ στραβά, το αποτέλεσμα θα ήταν σε κάθε περίπτωση ευπρόσδεκτο, θα είχε σε κάθε περίπτωση θετικό πρόσημο. Αλλά κι ως εκεί. Δεν πήγε κάτι πάρα πολύ στραβά. Συνέβη το ακριβώς αντίθετο. Πήγε κάτι πάρα πολύ καλά, ξεπερνώντας κατά πολύ τις αρχικές προσδοκίες και μετατρέποντας το «Μουσικό Κουτί» σε κάτι διαφορετικό από μια απλή μουσική εκπομπή, σε κάτι πολύ πιο πλούσιο, σε κάτι πολύ πιο γόνιμο, σε κάτι που ο πλούτος και η γονιμότητα του οποίου συχνά καταφέρνουν να σε παρασύρουν και να σε οδηγήσουν σε διάθεση ευφορική, ή σε ένα μαλάκωμα της ψυχής, ή εν πάση περιπτώσει στα όχι εύκολα περιγραφόμενα με λέξεις μονοπάτια που σε οδηγεί η μουσική, ακριβώς γιατί η μουσική είναι η κατάλυση των λέξεων, η μουσική είναι η κατάλυση της γλώσσας, η μουσική είναι ελευθερία από τη φυλακή της γλώσσας, είναι λύτρωση από την τοξικότητα της γλώσσας.

Εκείνο λοιπόν που πηγαίνει το «Μουσικό Κουτί» σε άλλο επίπεδο και το κάνει να ξεχωρίζει, είναι ότι τα τραγούδια αντιμετωπίζονται από την εξαιρετική μπάντα της εκπομπής ως ζωντανοί, ως ολοζώντανοι, οργανισμοί. Τα τραγούδια -ελληνικά και ξένα, των καλεσμένων, των συντελεστών της εκπομπής ή άλλων- δεν αντιμετωπίζονται ως αφορμή για επίδειξη δεξιοτήτων της μπάντας, είναι μια πρώτη ύλη στην οποία οι μουσικοί πατούν με αγάπη και σεβασμό, αλλά όχι με τον σεβασμό απέναντι σε ένα μουσειακό είδος που δεν πρέπει να αγγιχθεί απ’ τον φόβο μην μολυνθεί ή μην σπάσει. Γινόμαστε μάρτυρες ενός «Ελα να παίξουμε», ενός «Έλα να παίξουμε μουσική», ενός «Έλα να τραγουδήσουμε», να τραγουδήσουμε τραγούδια που αγαπάτε, να τα τραγουδήσουμε αλλιώς, να τα ακούσουμε αλλιώς, να τους επιτρέψουμε να βγει από μέσα τους διαφορετική μουσική, να τους επιτρέψουμε να ακουστούν με νέο τρόπο, χωρίς να παύουν να θυμίζουν τον λόγο για τον οποίο τα αγαπήσαμε, χωρίς να παύουν να θυμίζουν τι αγαπήσαμε πάνω τους.

Στην ούτως ή άλλως καλοσκηνοθετημένη εκπομπή, οι μουσικοί της μπάντας (Θανάσης Τσακυράκης, τύμπανα, Μύρων Τσουράπης, μπάσο, Στέλιος Φραγκούς, πιάνο, Δημήτρης Καζάνης, βιολί, Λάμπης Κουντουρόγιαννης, κιθάρα, Γιάννης Δίσκος, πνευστά και μαέστρος – ενορχηστρωτής των τραγουδιών) δεν είναι ούτε σκηνοθετικά κομπάρσοι. Τους βλέπουμε διαρκώς, βλέπουμε νέους ανθρώπους και φρέσκα πρόσωπα να παίζουν μουσική και να τραγουδούν και να το απολαμβάνουν.

Κι αν η μουσική αναδεικνύεται ο μεγάλος κερδισμένος, δεν πρέπει καθόλου να παραβλέψουμε την αύρα της εκπομπής, μια θετική ατμόσφαιρα που δεν έχει τον υστερικό ψυχαναγκασμό και την τοξική θετικότητα πρωινάδικων και μεσημεριανάδικων. Χωρίς πολλά πολλά, χωρίς παχιά λόγια, με λίγα λόγια και καλά, με λίγα λόγια και μεστά, με λίγα λόγια και σεμνά ο Πορτοκάλογλου έχει φτιάξει μια περιρρέουσα ατμόσφαιρα μακριά από φιοριτούρες και βερμπαλισμούς, μια περιρρέουσα ατμόσφαιρα απλότητας, μια περιρρέουσα ατμόσφαιρα ανθρώπων που περνάνε καλά με αυτό που κάνουν, μια περιρρέουσα ατμόσφαιρα μακριά από την οίηση και το φαίνεσθαι.

Το γεγονός ότι η εκπομπή προβάλλεται στην ΕΡΤ και όχι σε κάποιο ιδιωτικό κανάλι, μόνο ως συμπτωματικό δεν μπορεί να εκληφθεί, η ελληνική ιδιωτική τηλεόραση και ο πολιτισμός έχουν σχέση εχθρότητας, είναι ξένοι μεταξύ τους, η ελληνική ιδιωτική τηλεόραση έχει υπάρξει για πάνω από τρεις δεκαετίες ένας πολιτιστικός και πολιτικός οδοστρωτήρας.

Γράφω αυτές τις γραμμές Πέμπτη απόγευμα. Εξακολουθώ να τελώ υπό την επήρεια μιας ενσταλαγμένης γλύκας από το «Μουσικό Κουτί» της νύχτας της Τετάρτης. Μπράβο σε όσους το φτιάχνουν. Μπράβο κι ευχαριστώ.