Ο Ιούλιος ετοιμάζεται να δύσει, στα μισά ενός παράξενου καλοκαιριού που γελάει στα μούτρα του Έκο για τις πάλαι ποτέ ήσυχες ειδησεογραφικά ημέρες του Αυγούστου. Λίγο τα υπερδραστήρια θερινά τμήματα της Βουλής, λίγο το τόξο κόλασης και παράνοιας που έχει απλωθεί πάνω από τα κεφάλια μας, από Ουκρανία μέχρι Γάζα, το φετινό καλοκαίρι μπορεί να ενέσκηψε νωρίς, αλλά ουδόλως κατάφερε να ανακόψει το κουρέλιασμα που μας φόρεσε ο χειμώνας.

Η τροπική Θεσσαλονίκη, με τους μουσώνες και τα απ’ όλα της, μοιάζει αυτό το καλοκαίρι να έχει μετατραπεί σε νησί. Μπορεί οι Χαλκιδικάνθρωποι και οι λοιποί διακοπάνθρωποι να είναι καιρό τώρα commuters ή γενικώς φευγάτοι, και οι υπόλοιποι να παραθερίζουν στο άστυ, περνώντας όπως-όπως με πικνίκ στα πάρκα, μπύρες στα μπαλκόνια, βόλτες στην παραλία, θερινά σινεμά, μουσική και κινηματογράφο στον δρόμο, spooky περιπλανήσεις στη στοιχειωμένη ιστορία της πόλης, μονοήμερες εκδρομές με τον «Κωνσταντή» στην Περαία, και με «παντεσπάνι» τα καλλιτεχνικά «αποφάγια» της Αθήνας, στους δρόμους όμως της πόλης κυκλοφορεί καθημερινά μια τουριστική Βαβέλ.

Τα πρωινά οι κόρνες των αυτοκινήτων στους δρόμους αντιστίζουν τις κόρνες των κρουαζιερόπλοιων που καταφτάνουν στο λιμάνι, τα μεσημέρια τα «σσσσους» στα πιτσιρίκια για να μη χαλάσει η μεσημεριανή σιέστα του μπαμπά ακούγονται με όλες τις προφορές της γης, και τα βράδια, οι βόλτες στα πλακόστρωτα της πόλης θυμίζουν τα πιο κοσμοπολίτικα κυκλαδίτικα σοκάκια -παρηγοριά στους αταξίδευτους. Η Θεσσαλονίκη κέρδισε το στοίχημα για την -εντυπωσιακή- αύξηση του τουρισμού της, αλλά λίγα σκυμμένα κεφάλια κατάφεραν να σηκωθούν εξαιτίας αυτής της νίκης.

Δώδεκα -συνήθως- σχολικά χρόνια είναι επαρκής χρόνος παβλοφικής εκπαίδευσης για να μάθεις να μετράς τη ζωή με καλοκαίρια και χειμώνες, από Σεπτέμβρη μέχρι Ιούλιο, και όχι με πρώτες Γενάρη και 31ες Δεκέμβρη, να απολογίζεις «σχολικές» χρονιές και όχι ημερολογιακά έτη. Τον χειμώνα η ζωή είναι η άσκηση της τέχνης του εφικτού (αυτό που μπορείς, όχι αυτό που θέλεις), το καλοκαίρι είναι εκκολαπτήριο υποσχέσεων: τα σκυμμένα κεφάλια υπέμειναν τον ζόρικο χειμώνα αναμένοντας καρτερικά τη θερινή «παύση πυρών».

Τη «σχολική» χρονιά που πέρασε, τα σκυμμένα κεφάλια κατέφυγαν συχνά στην τέχνη και τον πολιτισμό για να βρουν τρόπο να αντέχουν, να ελπίζουν ή να αντιστέκονται, να θυμούνται, όσο σκοτάδι κι αν κάνει εκεί έξω, να διαχειρίζονται τον θόρυβο ξορκίζοντας τη κόλαση με μουσική, να διακονούν αυτό που χάνεται αντιπαραβάλλοντας στην αριθμητική της οικονομίας τη γεωμετρία του πολιτισμού.

Η αρχή της σχολικής χρονιάς μάς βρήκε να κρυφοκοιτάζουμε από ένα παράθυρο στρατοπέδου, ψάχνοντας να βρούμε τρόπο να καθελκύσουμε τα κάθε είδους «τείχη» στη θάλασσα στο βάθος. Χρειάστηκε στη διάρκειά της να διαβάσουμε πίσω από τις κινηματογραφικές, θεατρικές, μουσικές, εικαστικές γραμμές που έπεσαν στα χέρια μας και να σκεφτούμε σοβαρά όλα αυτά που μας χωρίζουν, τα φαντάσματα του παρελθόντος, τα κίβδηλα διλήμματα, την αδικία που μας σπέρνει μέχρι να μας θερίσει. Να στρέψουμε το βλέμμα στην πραγματικότητα που αγνοούμε, σ’αυτό που ζει δίπλα μας αλλά κάνουμε ότι δεν το βλέπουμε, στις κρίσιμες αποφάσεις που πρέπει να πάρουμε. Να μάθουμε να ζούμε με έναν διαφορετικό δημιουργικό τρόπο, με την τέχνη των απλών ή των «υψηλών» ανθρώπων.

Το τέλος της σχολικής χρονιάς μάς ξαναβρίσκει στη θάλασσα, «να αγναντεύουμε τις ημέρες που φεύγουν και το μέλλον που έρχεται», το μέλλον που συχνά ξεχάσαμε. Οι παράγοντες της πόλης μάς υπόσχονται ένα καλύτερο μέλλον με πολλή μουσική, πολύ θέατρο, πολύ κινηματογράφο, πολλή τέχνη και μια καθημερινότητα αναπλασμένη. Μένει να δούμε αν οι αντιλήψεις μας για το μέλλον συμπίπτουν, αν μπορούμε να βρούμε τρόπο να διασταυρώσουμε τις παράλληλες τροχιές μας, αν αυτοί που έχουν αναλάβει να μας βγάλουν από τον βούρκο μπορούν να ακολουθήσουν το παράδειγμα των λίγων, φωτεινών εξαιρέσεων και να στρέψουν το βλέμμα προς τα άστρα.

Διάλειμμα όμως τώρα. Από Σεπτέμβρη πάλι, να μετρηθούμε να δούμε ποιοι λείπουμε και ποιες από τις θερινές υποσχέσεις εκπληρώθηκαν. Και να βρούμε τρόπους να παλεύουμε τα τέρατα του χειμώνα. Έτσι κι αλλιώς, εμείς ξέρουμε πια πολύ καλά πώς να αντιμετωπίζουμε τους φόβους μας και πώς να «πεθαίνουμε» γι’αυτά που αγαπάμε. Από Σεπτέμβρη όμως. Τώρα είναι ώρα για Lemmy Caution και για ‘κείνον τον καφέ που έλεγε ο Βακαλόπουλος…