«Η φαντασία σου, φίλε μου, αξίζει πολύ περισσότερο από όσο φαντάζεσαι», έγραφε ο Λουί Αραγκόν και μοιάζει μέσα από αυτήν τη σκέψη να γεννιέται το σαγηνευτικά απελευθερωτικό Elenit του Ευριπίδη Λασκαρίδη. Μια παράσταση-hommage στη δημιουργικότητα, το γκροτέσκο, τις ασυνείδητες δυνάμεις που κινούν τον εαυτό και τον κόσμο, μια δουλειά που φανερώνει την ώριμη αυτοπεποίθηση του χαρισματικού καλλιτέχνη, αλλά κυρίως –και αυτό είναι το πιο σημαντικό– τη βαθιά του πίστη στη δημιουργική ικανότητα του θεατή. Γιατί το αλλόκοτο, ανοιχτών νοημάτων και πολλαπλών αναγνώσεων, σύμπαν του Elenit καλεί τον θεατή να απογυμνωθεί από το άγχος του νοήματος, να προσλάβει το παραστασιακό γεγονός με όλες του τις αισθήσεις, να απελευθερώσει απενοχοποιημένα και τη δική του φαντασία –πώς αλλιώς να αντιμετωπίσει κανείς αυτόν τον καταιγιστικό κόσμο μεταμορφώσεων, ψυχεδέλειας, καθηλωτικών εικόνων;– και να γίνει και ο ίδιος δημιουργός της δικής του παράστασης-ζωής.

Μια ασημένια κυματοειδής λαμαρίνα χορεύει εκστατικά στον ρυθμό ενός ηχητικού βόμβου σαν να το ‘χει σκάσει από ταινία του Ντέιβιντ Λιντς για να μας πει την ιστορία της. Και μοιάζει αυτό το περίεργο βραχυκύκλωμα, αυτή η ηλεκτρισμένη ζωντανή παρουσία ενός αντικειμένου να μας «κλέβει» από την πραγματικότητα, μεταφέροντάς μας σ’ ένα άχρονο τοπίο, όπου όλα είναι δυνατά. Εκεί συμβαίνουν οι πιο παράδοξες «συναντήσεις»: ο Βελάσκεθ και οι Las Meninas του, ο Μποτιτσέλι, ο Γκόγια διεισδύουν σε παράξενα όντα που συνυπάρχουν με κάποια καθημερινά αντικείμενα –έναν ψύκτη, πολλά κομμάτια ελενίτ, έναν κύκλο με φωτεινά λαμπάκια–, που και αυτά μοιάζει να έχουν τη δική τους ζωή, ακόμη και με έναν δεινόσαυρο με υπέροχη φωνή από το Jurrasic Park. Δάνεια από το μιούζικαλ, την επιθεώρηση, το τσίρκο, την αρχαία τραγωδία, την όπερα, τον χορό, το σινεμά υφαίνουν μια ακατάτακτη δραματουργία της διαφορετικότητας. Μια παράσταση που κινείται στα όρια των ειδών, στα όρια των τεχνών. Όπου ακόμη και τα στοιχεία που την απαρτίζουν –τα καταπληκτικά κοστούμια του Άγγελου Μέντη, οι έξοχοι φωτισμοί της Ελίζας Αλεξανδροπούλου, η υποβλητική μουσική σύνθεση του Γιώργου Πούλιου– φαίνεται να έχουν τη δική τους ανεξάρτητη φωνή, να μην υποτάσσονται σε μια κεντρική ιδέα, αλλά να τη συν-διαμορφώνουν, ενίοτε να πρωτοστατούν, να προκαλούν, να αναδρομολογούν την ίδια την αφήγηση. Όσο για τους περφόρμερ του Elenit (Μιχάλης Βαλάσογλου, Αμαλία Κοσμά, Χαρά Κότσαλη, Μάνος Κότσαρης, Ευριπίδης Λασκαρίδης, Θάνος Λέκκας, Δημήτρη Ματσούκα, Ευθύμιος Μοσχόπουλος, Γιώργος Πούλιος, Φαίη Τζούμα) υπηρετούν ένα είδος ανάμεσα στα είδη με αξιοσημείωτη άνεση, τεράστια μεταμορφωτική δύναμη και γκροτέσκα λάμψη.

Ένα σημαντικό έργο τέχνης, όπως το Elenit, ιδιαίτερα όταν υιοθετεί τις τεχνικές του ονείρου στη μορφή του, εκπνέει τις αγωνίες του δημιουργού του συνήθως μέσα από θραύσματα-εικόνες. Η φύση ως χαμένος παράδεισος, η ευτέλεια μεταμορφωμένη σε θανατηφόρα τέχνη, η τέχνη ως εμπόρευμα, η γλώσσα ως τόπος ακατάσχετης ασυνεννοησίας, τα όνειρα από …ελενίτ με τα οποία χτίστηκε όλη η σύγχρονη Ελλάδα, αλλά και η έκρηξη θεατρικότητας που οδηγεί σε μια παροξυσμική εξέγερση συνιστούν ιδέες γύρω από τις οποίες πλέκεται ένα αόρατο νήμα εικόνων-συνειρμών. Κρατώ τις …ελενίτ αρχαιοελληνικές κολόνες, το μίνι καροτσάκι σούπερ-μάρκετ (το «πείραγμα» των διαστάσεων αντικειμένων ή όντων επιτείνει ακόμη πιο πολύ το παιχνίδι της διαφορετικότητας) με τη ξεσκισμένη Μόνα Λίζα κι ένα ματωμένο πόδι κούκλας να περιφέρεται επί σκηνής, τον χορό των νεκροζώντανων όντων-σκιών γύρω από την παράγκα από ελενίτ (στα μάτια μου δίδυμος του τσάμικου της χαμένης ευημερίας στη Γκόλφω του Νίκου Καραθάνου), την επιβλητική, γκρίζα ανεμογεννήτρια που γυρίζει σταθερά, ανεπαίσθητα στο βάθος, σαν να μετρά τον χρόνο που περνά. Τον χρόνο της παράστασης, τον χρόνο του κόσμου έτσι όπως τον ξέρουμε, τον χρόνο της ζωής. Και μια αίσθηση παιδικότητας, παιχνιδιού, ελευθερίας, που κατακλύζει τη σκηνή απ’ άκρη σ’ άκρη, φανερώνοντας ότι εδώ, στο βασίλειο της φαντασίας, όλα είναι πιθανά.

Καθώς κυλούσε η παράσταση και παρακολουθούσα όλο αυτό το αλλόκοτο σύμπαν, όλα αυτά τα πλάσματα και τα στοιχεία που συνυπήρχαν επί σκηνής, από διαφορετικές αφετηρίες, από διαφορετικές ρίζες, από διαφορετικές καταβολές, σκεφτόμουν ότι το μεγαλείο του Elenit είναι η πραγμάτωση μιας σκηνικής, αλά Φουριέ, ουτοπίας: «ενός κόσμου, όπου δεν (θα) υπάρχουν παρά μόνον διαφορές, έτσι που διαφοροποιούμαι δεν (θα) σημαίνει πια αυτο-αποκλείομαι [1]».

Ο Ευριπίδης Λασκαρίδης, στην πρώτη του απόπειρα στη μεγάλη κλίμακα, δείχνει ότι έχει αφομοιώσει πλήρως τις επιρροές του κυρίως μέσα από τη μα-θητεία του δίπλα σε καλλιτέχνες όπως ο Δημήτρης Παπαϊωάννου, ο Robert Wilson, ο Lemi Ponifasio, έχοντας διαμορφώσει μια ολοδική του, διακριτή σκηνοθετική ταυτότητα. Με το Elenit, ο σημαντικός σκηνοθέτης και περφόρμερ αλλάζει πίστα, φλερτάροντας πια ανοιχτά με την ευρεία διεθνή καταξίωση. Το επόμενο βήμα έχω την αίσθηση ότι είναι το σπάσιμο της τάφρου σκηνής-πλατείας, η σκηνική συμβίωση, σε μεγάλη κλίμακα, θεατή-δρώμενων. Έτσι, λίγο πριν το Elenit ανοίξει τα φτερά του για να συναντηθεί με το κοινό σπουδαίων φεστιβάλ και θεάτρων του κόσμου –στη Στέγη παρακολουθήσαμε την παγκόσμια πρεμιέρα του–, εμείς μένουμε καταγοητευμένοι από μια παράσταση που επιβεβαιώνει ότι μια απολύτως προσωπική δημιουργία, όταν στηρίζεται σε γερές αισθητικές βάσεις, μπορεί να βάλει φωτιά στις αισθήσεις, να διεγείρει όνειρα, εφιάλτες, συνειρμούς αποκαλυπτικούς, να πλέξει ένα αόρατο νήμα υποκειμενικών αφηγήσεων που αιωρούνται, φωτίζουν, γιγαντώνουν, ενώνονται με το ίδιο το πρωταρχικό ερέθισμα-έργο τέχνης, προεκτείνοντας την πολυσυλλεκτική, ποιητική, ου-τοπική δυναμική του.

[1] Ο Ρολάν Μπαρτ από τον Ρολάν Μπαρτ, εκδ. Ράππα, μτφ. Φλοράνς Πουανιάν, Αθήνα, 1983, σελ. 97.