«Ένας Ελέφαντας Στέκεται Ακίνητος»· άκου τίτλος. Τέσσερις ώρες· άκου διάρκεια. Είναι και κινέζικη. Αν ήθελες να τρολάρεις τους κουλτουριάρηδες και τους δήθεν, αν ήθελες να μιλήσεις για τον κινηματογράφο που διώχνει τον κόσμο απ΄τις αίθουσες και βασανίζει τον θεατή, δεν θα μπορούσες να σκεφτείς πιο ταιριαστό συνδυασμό. Tετράωρη κινέζικη ταινία. Προβάλλεται μόνο σε μία αίθουσα. Η αίθουσα είναι γεμάτη. Θα μπορούσε να είναι γεμάτη, επειδή η ταινία αποθεώθηκε από τη μεγάλη πλειοψηφία των κριτικών. Θα μπορούσε να είναι γεμάτη, επειδή την συνοδεύει ως πρόσθετο αξιοπερίεργο «δέλεαρ» ένα εξωκινηματογραφικό γεγονός: είναι το πρώτο και το τελευταίο φιλμ μεγάλου μήκους του δημιουργού της, Χου Μπο, που αυτοκτόνησε λίγο μετά την ολοκλήρωσή του, στα 29 του μόλις χρόνια.

Στον «Ελέφαντα» ο χρόνος δεν είναι ένα τεστ κοπώσεως, είναι μια ροή συνείδησης

Θα μπορούσε να είναι γεμάτη για διάφορους λόγους από ανθρώπους που θεώρησαν ότι «πρέπει» να τη δουν. Παραμένει όμως γεμάτη στο τέλος (τεσσερισήμισι ώρες μετά αν προσθέσεις και τα διαλείμματα), όχι επειδή έπρεπε να παραμείνει. Κανένα «πρέπει» δεν μπορεί να σε κρατήσει τόσο. Κι αντίστροφα, όταν πηγαίνεις να παρακολουθήσεις ένα έργο για το οποίο ακούς παντού τόσο θερμούς επαίνους, αν σε πετάξει έξω νιώθεις εξαπατημένος, νιώθεις ότι, ή κάπου σε κοροϊδεύουν, ή ότι εσύ είσαι σε τόσο άλλο μήκος κύματος που αδυνατείς να συντονιστείς. Παραμένει γεμάτη στο τέλος, όχι επειδή οι θεατές του ήταν ένα ούτως ή άλλως εκπαιδευμένο κοινό που έκανε υπομονή και τελικά ανταμείφθηκε. Στον «Ελέφαντα» δεν υπάρχει καμία ανάγκη να κάνεις υπομονή για οτιδήποτε, στον «Ελέφαντα» δεν χρειάζεται να πληρώσεις πρώτα οποιοδήποτε σινεφιλικό τίμημα, ώστε να μπορέσεις να ενταχθείς στους ρυθμούς και την ατμόσφαιρα του σκηνοθέτη, στον «Ελέφαντα» ο χρόνος δεν είναι ένα τεστ κοπώσεως, είναι μια ροή συνείδησης, οι τέσσερις ώρες διαρκούν μισή ώρα, δέκα ώρες, ή ίσως, ίσως, και μια ζωή. Είναι πολύ νωρίς ακόμη για να το ξέρεις αυτό; Και ναι και όχι: το ξέρεις αμέσως όταν ένα έργο γράφει μέσα σου αλλιώς.

Μια επαρχιακή πόλη της Κίνας. Όλα θα διαδραματιστούν σε μια μέρα. Ο ουρανός είναι μουντός, αλλά δεν είναι μόνο μια συννεφιασμένη μέρα, πρέπει να είναι κι αυτή η απάλευτη αιθαλομίχλη από τη μόλυνση του περιβάλλοντος, που όποιος έχει πάει Κίνα έχει βιώσει από πρώτο χέρι ότι είναι κάτι σχεδόν απτό, κάτι σε σχεδόν στέρεα μορφή, ότι στην Κίνα όχι μόνο ξεχνάς το χρώμα του ουρανού, αλλά κι ότι το νέφος κατακλύζει τα ρουθούνια σου, τα μάτια σου, το μυαλό σου, την καρδιά σου. Στα πρώτα λεπτά της ταινίας, μια οικογένεια θα διαπληκτιστεί για τη σκουπιδίλα που μπαίνει στο σπίτι απ’ το παράθυρο της κουζίνας, ενώ ένας ήρωας θα παρέμβει ειρωνικά σε έναν τσακωμό που γίνεται για το αν τα σκουπίδια της γειτονιάς πρέπει να καούν σε αυτήν ή σε άλλη. Ένα τοπικό σχολείο θα κλείσει για χωροταξικούς λόγους και οι μαθητές του θα πρέπει να βρουν μόνοι τους σε ποιο θα φοιτήσουν την επόμενη χρονιά. Υπάρχουν καλύτερες περιοχές με καλύτερα σχολεία και το αντίστροφο, ούτως ή άλλως οι μαθητές του συγκεκριμένου κατά κανόνα δεν προορίζονται για σπουδαία πράγματα, ίσως γίνουν μικροπωλητές σαν τους γονείς τους. Μια άλλη κινέζικη ταινία πριν λίγα χρόνια, η «Αίσθηση Αμαρτίας», πάλι γυρισμένη στην κινέζικη επαρχία, πρόβαλε σκηνικά ακραίας βίας, τα οποία είχε μάλιστα εμπνευστεί από πραγματικά περιστατικά. Στο κείμενο για την «Αίσθηση Αμαρτίας» έγραφα ότι «εντοπίζει σε αυτά τα ανεξάρτητα μεταξύ τους εγκλήματα την αντανάκλαση μιας χώρας στην οποία οι ταξικές ανισότητες γιγαντώνονται κι όπου η διαφθορά, η εκμετάλλευση και η αλλοτρίωση δίνουν και παίρνουν, με τη βία να λειτουργεί ως βαλβίδα που απασφαλίζει μέσα σε ένα καζάνι που ούτως ή άλλως βράζει».

Εδώ λοιπόν μπορούμε να εντοπίσουμε εξ αντιδιαστολής ένα βασικό χαρακτηριστικό του Ελέφαντα που στέκεται ακίνητος: ο Χου Μπο τοποθετεί τους ήρωές του μέσα σε ένα κοινωνικό περιβάλλον και μια κοινωνική πραγματικότητα, οι ήρωές του είναι μεν χωρίς καμία αμφιβολία προϊόντα του συγκεκριμένου περιβάλλοντος, η γενικότερη απόγνωση που εκπέμπουν όμως δεν προέρχεται από την σκατούπολη που ζουν, αλλά από κάπου πάρα, μα πάρα, πολύ βαθύτερα. Ναι, οι ήρωες του είναι λούμπεν Κινέζοι που κατοικούν σε μια αστική δυστοπία, ναι, η μουντάδα του ουρανού και η μπόχα των απορριμάτων τους έχει αναπόφευκτα ποτίσει, αλλά η πηγή της σκοτεινιάς δεν εξαντλείται στον χρόνο και τον τόπο που έλαχε να ζουν, η πηγή της σκοτεινιάς είναι για τον Χου Μπο, είτε πολύ πιο ριζωμένη διαχρονικά στην κινέζικη κοινωνία κι ανεξάρτητη από το χρώμα του ουρανού, τη μόλυνση, τον καπιταλιστικό κομμουνισμό, είτε εν τέλει πολύ πιο υπαρξιακή και πανανθρώπινη· η -για να ακριβολογήσουμε-  αυτή είναι η δική του ιδιοσυγκρασιακή ανάγνωση πάνω στην ανθρώπινη συνθήκη και το νόημα της ύπαρξης.

Η ματιά του Χου Μπο πάνω στις σχέσεις των ανθρώπων και τον τρόπο που συνδέονται μεταξύ τους είναι τόσο ανελέητη, που πραγματικά αν πρέπει να επιλέξεις, θα επιλέξεις πως, όχι, αποκλείεται να έχουμε εδώ να κάνουμε με αυτό που συμβαίνει στα αλήθεια: δεν είναι έτσι οι Κινέζοι, δεν είναι έτσι κάποιοι Κινέζοι, δεν είναι έτσι οι άνθρωποι, δεν είναι έτσι κάποιοι άνθρωποι, έτσι είναι μόνο οι ήρωες του Ελέφαντα, όχι γιατί θέλει μέσω αυτών να μας δείξει το πώς πιστεύει ότι είναι οι άνθρωποι, αλλά γιατί θέλει μέσω αυτών να βγάλει μια κραυγή προσωπικής, τοπικής και μαζί οικουμενικής απελπισίας.

Ο Χου Μπο περιγράφει μια κοινωνία που αποτελείται από ανθρώπους, οι οποίοι ξέχασαν πώς να συνδέονται μεταξύ τους. Μια κοινωνία από ανθρώπους που είναι άτομα, που δρουν ατομικά, σκέφτονται ατομικά, οριοθετούνται ατομικά. Απουσιάζει αυτό που τους συνδέει. Αγνοείται ο τρόπος που μπορούν να βρουν ένα οποιοδήποτε «εμείς». Έχει ξεχαστεί κάθε τρυφερότητα, κάθε ένδειξη στοργής. Όλοι στέκονται μόνοι. Όλοι είμαστε μόνοι σε αυτό το περιβάλλον μεταβιομηχανικής αστικής σήψης. Στεκόμαστε ακίνητοι. Κρατάμε τον χώρο μας. Στον άλλο θα μιλήσουμε σκληρά κι απότομα, θα του φερθούμε σκληρά κι απότομα. Είμαστε σκουπίδια. Οι άλλοι είναι σκουπίδια. Μισούμε τον εαυτό μας. Μισούμε την κάθε μέρα μας. Προσπαθούμε να κρατηθούμε από κάπου. Από μια καψούρα, από μια φιλία, από ένα καθαρό διαμέρισμα, από ένα σκυλί. Μας πιάνει στα πράσα ο δικός μας άνθρωπος με τη γυναίκα του. Δεν θα του μιλήσουμε, δεν θα τον πλησιάσουμε, δεν θα του πούμε κάτι. Θα σταθούμε ακίνητοι. Ό,τι πλησιάζει το συναίσθημα πονάει. Δεν θέλουμε να πονάμε. Είμαστε συνεχώς επιθετικοί. Είμαστε συνεχώς σε επίθεση. Πιάνουμε χώρο. Θέλουν να μας ξεφορτωθούν. Κανείς δεν θα πει λυπάμαι, κανείς δεν θα πει στεναχωριέμαι, όλοι θα πουν τι θέλεις από μένα, πας να με εκβιάσεις;

Τα κάδρα του «Ελέφαντα» γίνονται ριγκ. Στη δεξιά γωνία ο ένας μποξέρ, στην αριστερή ο άλλος. Η βία είναι διαρκής. Είναι βία λεκτική, βία συναισθηματική, είναι άτομα που αρνούνται να γίνουν πρόσωπα, πονάει να είσαι πρόσωπο, όταν είσαι άτομο χτυπάς πρώτος για να πονέσεις λιγότερο. Η κόλαση είναι εδώ. Η κόλαση είναι η ύπαρξη μέσα σε τέτοιες συνθήκες. Η κόλαση είναι η ύπαρξη μέσα σε τέτοιες συνθήκες ανθρώπινων σχέσεων. Η δυστοπία των αστικών χαλασμάτων, αντίστροφα εδώ από ό,τι στις ταινίες κοινωνικής καταγγελίας,  είναι περισσότερο το αιτιατό παρά το αίτιο.

Η πόλη που ζουν οι ήρωες του «Ελέφαντα» είναι η καβαφική πόλις

Το περιβάλλον χάλασε επειδή χάλασαν οι άνθρωποι. Που ίσως και να ήταν πάντα χαλασμένοι. Αλλά πώς γίνεται, πώς γίνεται μια ταινία που εικονογραφεί την κόλαση να, είναι την ίδια ώρα, τις ίδιες τέσσερις ώρες, η μεταφορά σου σε έναν κινηματογραφικό παράδεισο; Πώς γίνεται να εισπράττεις τόση ομορφιά, τόση καθαρότητα, τόσο φως μέσα από τέτοιο σκοτάδι; Ο Χου Μπο βάζει τα ανθρώπινα πρόσωπα στο κέντρο των κάδρων του. Και μετά αρχίζει να κινεί την κάμερά του αποκαλύπτοντάς μας τι υπάρχει γύρω τους. Η κάμερα είναι σαν να κολυμπά στα πρόσωπα και στο περιβάλλον. Μαζί της κολυμπάμε κι εμείς. Η κάμερα διηγείται μια ιστορία, ενώ ταυτόχρονα με την κίνησή της γίνεται και η ίδια μέρος της ιστορίας, συνδιαμορφώνει την ιστορία. Όσο σκληροί κι αδυσώπητοι κι αν είναι μεταξύ τους οι ήρωες κι όσο εσωτερική ερήμωση κι αν αντανακλά το αστικό τοπίο, η κάμερα τα κινηματογραφεί με τρυφερότητα, με αγάπη, με σπαρακτική θέρμη. Η κίνηση της κάμερας αντικαθιστά την αγκαλιά, το χάδι και τον ζεστό λόγο που οι ήρωες αδυνατούν να πραγματώσουν.

Η πόλη που ζουν οι ήρωες του «Ελέφαντα» είναι η καβαφική πόλις. Ο κόσμος όλος στον οποίο ζουν οι ήρωες του «Ελέφαντα» είναι η καβαφική πόλις. Κι ακόμη χειρότερα, δεν ρήμαξαν μόνοι τους τη ζωή τους, η ζωή τους ήταν προδιαγεγραμμένο να ρημαχθεί. Να μη φύγουν λοιπόν; Να μην δοκιμάσουν να πάνε απέναντι; Το καλύτερο που έχουν να κάνουν είναι να μείνουν εδώ στο ρήμαγμά τους, ώστε να μην διαψευστεί η ελπίδα τους ότι υπάρχει απέναντι κάτι άλλο, καλύτερο; Να ρίξουν μια ματιά; Σκοτάδι και βουνά. Στο σκοτάδι ο ουρανός είναι μαύρος, δεν είναι επιτέλους μουντός. Ναι, στο σκοτάδι είμαστε μόνοι. Ναι, στη ζωή είμαστε μόνοι. Από σκοτάδι σε σκοτάδι η σύντομη εμπειρία της ζωής, το τεχνητό της φως ας μας φωτίσει για λίγο, ας ομορφύνει αισθητικά το τοπίο, ας φτιάξει μια εικόνα, μια εικόνα να μείνει, μια εικόνα να μας στοιχειώσει. Δεν υπάρχει καμία ελπίδα. Ας παίξουμε λίγο. Ας παίξουμε χωρίς ελπίδα για νόημα, χωρίς ελπίδα για άλλο φως. Ανατριχιάζουμε. Ζούμε. Όλα είναι στοιχειωμένα. Μας στοιχειώνει μια εικόνα, μια κραυγή, μια αυτοκτονία μετά, ένα αριστούργημα για πάντα.