Ο Αχιλλέας Κυριακίδης είναι ένας από τους σημαντικότερους μεταφραστές μας τα τελευταία σαράντα χρόνια, έχοντας μεταφράσει εξαιρετικά λογοτεχνικά έργα από τέσσερις (!) γλώσσες. Είναι επίσης εξαιρετικός γνώστης της λογοτεχνίας αλλά και πολύ ικανός συγγραφέας με εξειδίκευση στη φόρμα του σύντομου πεζού (δεν θα το αποκαλέσω απαραιτήτως διήγημα, καθώς, όπως και στην παρούσα συλλογή, τα κείμενα του Κυριακίδη δεν μπορούν να οριστούν ως ατόφια διηγήματα, είναι πιο σύντομα και η ιδιοσυγκρασία τους διαφέρει).

Παρά τις ποικίλες μεταφράσεις του, ο Κυριακίδης έμεινε γνωστός κυρίως για τις μεταφράσεις των απάντων του μεγάλου Αργεντίνου Χόρχε Λουίς Μπόρχες από τα ισπανικά. Η σχέση του με τον Μπόρχες όμως υπερβαίνει εκείνη του μεταφραστή και συγγραφέα, φαίνεται πως καθόρισε ουσιαστικά την πορεία του Κυριακίδη ως συγγραφέα. Αυτό βεβαίως είναι και καλό και κακό. Καλό, διότι ενέπνευσε τον Κυριακίδη να προσεγγίσει τη φόρμα του σύντομου πεζού με την ίδια ανανεωτική διάθεση με την οποία ο Μπόρχες αναθεώρησε τις δυνατότητες της λογοτεχνίας, της γραφής, της ίδιας της γλώσσας στη μακρά και σπουδαία πορεία του στα παγκόσμια γράμματα.

Κακό, διότι αποδεικνύεται δύσκολο να υπερβείς μια τόσο έντονη επιρροή, μια σχέση σχεδόν εξάρτησης με ένα αναγνωρίσιμο ύφος. Αυτό σημαίνει ότι παρά την πρωτοτυπία του, τη διάθεσή του να ενσωματώσει στοιχεία της σύγχρονης Ελλάδας και προσωπικά του βιώματα στα κείμενά του, ο Κυριακίδης είναι «στοιχειωμένος» από τους καθρεφτισμούς, τα αυτοαναφορικά τρικ, τη διαρκή διακειμενικότητα, τα λαβυρινθώδη μοτίβα και παραλλαγές, την περιπαικτική εμμονή με υποβόσκοντες κωδικούς και αινιγματικούς συμβολισμούς, την υβριδική διασταύρωση λογοτεχνικών ειδών, εν ολίγοις όλα τα χαρακτηριστικά της γραφής του Μπόρχες.

Για του λόγου το αληθές ας εξετάσουμε την τελευταία του συλλογή «Έλγκαρ», η οποία αποτελείται από 24 πολύ σύντομα πεζά (πολλά εκ των οποίων δεν ξεπερνούν ούτε τις 500 λέξεις) και επεξηγηματικές σημειώσεις σχετικά με τις πηγές των μότο για κάθε κείμενο.

Στην παρούσα συλλογή λοιπόν, ο Κυριακίδης μας δίνει εξ’ αρχής δύο ερμηνευτικά κλειδιά: τις παραλλαγές enigma του Άγγλου συνθέτη Έντουαρντ Έλγκαρ και τους «τέσσερις κύκλους» τίνος άλλου; του Μπόρχες. Το πρώτο είναι αναφορά στο πιο δημοφιλές έργο του Έλγκαρ, το οποίο αποτελείται από δεκατέσσερις παραλλαγές κάθε μία εκ των οποίων έχει ένα αρχικό γράμμα και αφορά κάποιο αγαπημένο του πρόσωπο, ενώ ένα ευρύτερο μοτίβο περιβάλλει όλες τις παραλλαγές, το οποίο όμως δεν αποκαλύπτεται. Έτσι, μιλάμε για μια μουσική κρυπτογραφία.

Το δεύτερο είναι μια αναφορά του Μπόρχες σχετικά με τις τέσσερις αρχέτυπες ιστορίες, από των οποίων τις παραλλαγές αποτελείται ουσιαστικά ολόκληρη η ιστορία της λογοτεχνίας. Έτσι, ο Κυριακίδης μας προκαλεί να επιχειρήσουμε, να αποκρυπτογραφήσουμε το δικό του αίνιγμα, να προσπαθήσουμε δηλαδή να αποκαλύψουμε τι ενώνει τα είκοσι τέσσερα σύντομα πεζά του, να εντοπίσουμε το βασικό του μοτίβο.

Το πρόβλημα εδώ είναι ότι ο Κυριακίδης υπερεκτιμάει τη διάθεση του αναγνώστη να λύσει ένα γρίφο που ενέχει προσωπικά στοιχεία του συγγραφέα, κείμενα αφιερωμένα σε πρόσωπα που μόνο εκείνος γνωρίζει. Ο κόσμος δεν ακούει τις παραλλαγές enigma του Έλγκαρ για να λύσει τον γρίφο, αλλά επειδή του αρέσει η μουσική. Έτσι πρέπει να κριθεί κατά τη γνώμη μου και αυτό το βιβλίο, όπως και όλα τα βιβλία: από το ίδιο το κείμενο.

Και η αλήθεια είναι ότι τα είκοσι τέσσερα πεζά είναι άνισα. Η επιλογή του Κυριακίδη είναι αντίθετη με την τάση του σύγχρονου διηγήματος, (τουλάχιστον από τον Τσέχωφ και μετά), να επικεντρώνεται σε μια στιγμή, ένα επεισόδιο, την αποτύπωση της απόχρωσης ενός συναισθήματος που αποκαλύπτει μια, έστω φευγαλέα, αλήθεια σχετικά με τον μυθοπλαστικό χαρακτήρα.

Τα μικρά πεζά του Κυριακίδη άλλοτε μοιάζουν με παραβολές, άλλοτε με παιχνιδιάρικες ασκήσεις φορμαλισμού. Ενίοτε το αποτέλεσμα είναι επιτυχημένο, άλλες φορές πάλι όχι. Από αυτά τα κείμενα όμως θεωρώ ότι πρέπει να κριθεί το βιβλίο από τον αναγνώστη του, και όχι από τον υποτιθέμενο συνδετικό κρίκο που κρύβεται από πίσω υπό τη μορφή αινίγματος. Έχω μάλιστα την αίσθηση ότι ο ίδιος ο συγγραφέας αντιλαμβάνεται πλήρως την κριτική και εν μέρει την ενστερνίζεται.

Στο προτελευταίο πεζό «Εν αριθμώ», το οποίο ουσιαστικά είναι μια εφαρμογή της ακολουθίας Φιμπονάτσι στις παραγράφους με τις λέξεις να αντικαθιστούν τους αριθμούς, ο κύριος Ψ κάνει την αυτοκριτική του με τρόπο χαρακτηριστικό:

«…μα ποιον θα μπορούσε να ενδιαφέρει ένα τέτοιο ακροβατικό εγχείρημα, ποιον να κεντρίσει πέρα από κάποιον κριτικό που, έστω ότι εντόπιζε το εύρημα, θα το στιγμάτιζε ως τεχνητή πιρουέτα, ως ένα έργο υπομηδενικής συναισθηματικής θερμοκρασίας…»

Ένας αναμφίβολος συνδετικός κρίκος είναι η τέχνη σε όλες της τις μορφές: λογοτεχνία, κινηματογράφος, μουσική και ζωγραφική σχηματίζουν ένα διακειμενικό και πολυαναφορικό πλέγμα που λειτουργεί σαν απόπειρα εύρεσης ενός κώδικα, άλλοτε κώδικα αξιών και άλλοτε κώδικα έκφρασης και επικοινωνίας. Η τέχνη έτσι πλαισιώνει τη ζωή, ορισμένες φορές συνοδεύοντάς την στα αδιέξοδά της, άλλες προτείνοντας διεξόδους ή ανατρέποντας προκαθορισμένες αντιλήψεις.

Σε κάθε περίπτωση όμως, συνειδητοποιώ ότι παρά τις όποιες ενστάσεις το κείμενο που γράφω πλησιάζει τις χίλιες λέξεις χωρίς να έχω θίξει ακόμη όλα όσα ήθελα. Αυτό από μόνο του είναι ένα μέτρο επιτυχίας της συλλογής του Αχιλλέα Κυριακίδη, η δυνατότητα που έχει να εγείρει προβληματισμούς και να οδηγεί σε προεκτάσεις, κάτι που αποτελεί έναν από τους στόχους κάθε μορφής τέχνης.

«Έλγκαρ» του Αχιλλέα Κυριακίδη, κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πατάκη