Επιμέλεια: Αργυρώ Μποζώνη

Περνώντας τον καιρό της καραντίνας: Το ελculture ζητάει σε πρόσωπα απ’ τον κόσμο των τεχνών να μας στείλουν τη δική τους ανταπόκριση για τις μέρες της καραντίνας μοιράζοντας ελεύθερα μαζί μας τις σκέψεις τους.

Η συγγραφέας  Ελισάβετ Χρονοπούλου μάς στέλνει τη δική της ανταπόκριση:

Αγαπημένο μου ημερολόγιο,

Ποτέ, σε καμιά στιγμή της μακράς ζωής μου, δεν θα μπορούσα να φανταστώ πως εγώ, κι ίσως πολλοί από τους εκλεκτικά συγγενείς μου, θα συναινούσαμε σιωπηλά ή όχι, κρυφά ή φανερά και ίσως με μια ένοχη ανακούφιση, σε μια απαγόρευση σαν τη σημερινή. Ποτέ δεν φαντάστηκα ότι κρυφά ή φανερά, με ενοχή σίγουρα, θα την ευχόμουν πριν συμβεί. Ποτέ άλλοτε δεν έζησα ένα τέτοιο τσουνάμι πληροφορίας μέσα σε τόσο μικρό χρονικό διάστημα να μ’ εκσφενδονίζει απ΄την άμμο της παραλίας μου σ’ αιχμηρές βουνοκορφές, να με κρατάει μεταίωρη στο κενό, σαν αστροναύτη στη Σελήνη. Η Ιταλία, τόσος ανεξήγητος πόνος, η επηρμένη αυτοπεποίθηση των ευρωπαϊκών ναυαρχίδων να καταρρέει άλλοτε γενναία κι άλλοτε γελοία, προσπαθώντας να περισώσει μια  πολιτική που σε μια στιγμή και μόνο έχασε το γόητρο που έχτιζε με τόσο κόπο και τόση πονηριά, σε τόσες πολλές δεκαετίες.

Συναινώ, αλλά έκλαψα. Περίμενα με αγωνία αυτό το διάγγελμα, αγωνία γιατί ήξερα τι θ’ ακούσω, γιατί φοβόμουν να το ακούσω και ταυτόχρονα ήθελα να το ακούσω. Όμως όταν το άκουσα έκλαψα. Έκλαψα κι ένιωσα πιο μεταίωρη από ποτέ, ένιωσα το βάθος της αμφιθυμίας, τη μοναξιά του να ζεις σ’ έναν κόσμο τόσο ανοίκειο που δεν ξέρεις πώς να είσαι ο εαυτός σου.

«Ποτέ άλλοτε δεν έζησα ένα τέτοιο τσουνάμι πληροφορίας μέσα σε τόσο μικρό χρονικό διάστημα να μ’ εκσφενδονίζει απ΄την άμμο της παραλίας μου σ’ αιχμηρές βουνοκορφές, να με κρατάει μεταίωρη στο κενό, σαν αστροναύτη στη Σελήνη»

Και μετά, ξαφνικά, το σκυλί άρχισε να γαβγίζει κι απ’ έξω ακούγονταν κόρνες κα σφυρίγματα. Βγήκαμε στο μπαλκόνι. Ήταν εννιά η ώρα κι οι γείτονες βγήκαν να χειροκροτήσουν τους ήρωες γιατρούς και νοσηλευτές. Οι πολυκατοικίες γύρω ήταν φωτισμένες όπως στα Χριστούγεννα και στην Ανάσταση. Όμως υπήρχε μια σχετική αμηχανία, σαν να ντρεπόμαστε να εκδηλωθούμε, ντρεπόμαστε ο ένας τον άλλον, τον απέναντι, τον εαυτό μας, ήταν κι η καπηλεία της Μαρέβας κι όλ’ αυτά, ώσπου κάποιος ξαφνικά τόλμησε και φώναξε μια φράση κάπως γελοία και φοβερά συγκινητική: «Υγεία, παιδιά, υγεία σε όλους, να’ μαστε καλά και θα τα καταφέρουμε.» Και ξέσπασε το χειροκρότημα απ’ όλα τα μπαλκόνια βουερό και παρατεταμένο γιατί όλοι είχαν ανάγκη αυτόν τον έναν που θα τολμούσε να σπάσει τη ντροπή και την αμφιθυμία και να πει απλά ότι όλοι είμαστε σαστισμένοι και αποκαρδιωμένοι και δεν ξέρουμε τι μας γίνεται και τι μας ξημερώνει οπότε κάπως βοηθάει να ξέρουμε πως είμαστε εδώ, κάπου εδώ κι ας μην γνωριζόμαστε, ο ένας για τον άλλο.

Μετά πέρασαν μερικές ώρες με όλες αυτές τις σκέψεις που όλοι ή έστω οι εκλεκτικά συγγενείς κάνουμε, τις πολιτικές, τις ανθρωπιστικές, την αγωνία του μετά, την ανάλυση του πριν και μετά άρχισε σιγά – σιγά να με παίρνει και να με τυλίγει μια ανάγκη παιδική, που ήρθε κατευθείαν απ’ τα παιδικά μου χρόνια, να μην κοιμηθώ, να μην σπαταλήσω με τον ύπνο τις ελάχιστες ώρες ελευθερίας, ως τις έξι το πρωί, να μην κοιμηθώ, αλλά τι να κάνω; Μια λαχτάρα να βγω στον δρόμο, να πάρω το αυτοκίνητο και να γυρίσω όλη την Αθήνα ως τις 6 το πρωί, άσκοπα, ελεύθερη. Δεν θα το κάνω φυσικά, είμαι περισσότερο πειθαρχημένη από ελεύθερη, αυτό είναι το κέρδος και η απώλεια της ηλικίας μου. Όταν ήμουν παιδί, η μητέρα μας έβγαινε καμιά φορά το βράδυ καθημερινή, αφού μας έβαζε για ύπνο.  Εμείς με την αδελφή μου περιμέναμε ν’ ακούσουμε την πόρτα να κλείνει κι αμέσως πεταγόμαστε απ’ τα κρεβάτια μας, έμπλεες ενθουσιασμού, για να αδράξουμε τη νύχτα. Να μην αφήσουμε την ελευθερία να πάει χαμένη.  Όσο πέρναγε η ώρα τα βλέφαρά μας βούλιαζαν, νυστάζαμε αφόρητα αλλά προσπαθούσαμε, προσπαθούσαμε τόσο φιλότιμα να κρατηθούμε ξύπνιες, να σταθούμε στο ύψος της ελευθερίας που είχαμε την ευκαιρία έστω να κλέψουμε, βασανιζόμαστε για ώρες υπακούοντας στο βασικό ένστικτο της ανθρώπινης φύσης, την ανάγκη για ελευθερία. «Δεν θα κοιμηθούμε ως το πρωί» υποσχόμαστε η μία στην άλλη. Ποτέ δεν τα καταφέραμε. Μας νικούσε πάντα ο ύπνος. Αλλά την τελευταία στιγμή, πριν του παραδοθούμε, σιχτιρίζαμε. Με τον παιδικό μας τρόπο.

Δεν θα βγω να πάρω τους δρόμους. Αλλά δεν θα κοιμηθώ ως τις έξι. Το υπόσχομαι στο παιδί που υπήρξα. Θα δω το ξημέρωμα της 23ης Μαρτίου 2020. Θέλω να το θυμάμαι.