Οι οκτώ ελληνικές ταινίες που παρουσιάζονται σε πρώτη προβολή στο 54ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης διέπονται κυρίως από την προβληματική για τις διαφορετικές εκφάνσεις της βίας, την ηθική κρίση της ελληνικής κοινωνίας, υπαρξιακές αναζητήσεις και ηθικά διλήμματα. Λίγο πριν ανέβει η αυλαία του φετινού φεστιβάλ, το ελculture μίλησε με τους σκηνοθέτες τριών ταινιών που σχολιάζουν την ελληνική πραγματικότητα με τις προκαταλήψεις της, την υφέρπουσα βία, τη ματαιοδοξία και τις παντός είδους παραβιάσεις της ιδιωτικής σφαίρας – ακούσιες αλλά κυρίως εκούσιες…

«Wild Duck» ονομάζεται η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του Γιάννη Σακαρίδη και είναι μια από τις δύο ελληνικές ταινίες που συμμετέχουν στο Διεθνές Διαγωνιστικό του Φεστιβάλ. Ο πρωταγωνιστής της ταινίας προσπαθεί να ορθοποδήσει αναλαμβάνοντας την εξιχνίαση μιας υπόθεσης υποκλοπών. Παρακολουθώντας ένα διαμέρισμα, εστιάζει το ενδιαφέρον του στην Παναγιώτα και τα στοιχεία που ανακαλύπτει, τον οδηγούν στη βίαιη συνειδητοποίηση της παραβίασης της ιδιωτικής ζωής και της ασφάλειας, αλλά και της υποβίβασης της ποιότητας ζωής των κατοίκων της σύγχρονης πόλης. Ο σκηνοθέτης σχολιάζει: «Στην Ελλάδα ζούμε μεγάλες και ριζικές αλλαγές και θα πάρει χρόνο να τις συνειδητοποιήσουμε. Μέσα σ’ ένα κλίμα υποτίμησης της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, πόλωσης, υστερίας και σιωπηλής γενοκτονίας το σινεμά έχει μεγάλη ευθύνη αλλά και πρόκληση. Η παραβίαση της ιδιωτικής ζωής γίνεται συνειδητά στα social media. Καθημερινά “εκθέτουμε” τα προσωπικά μας δεδομένα δημόσια. Η ανοχή μας λοιπόν στη παραβίαση της ιδιωτικής μας ζωής μεγάλωσε και πολλαπλασιάστηκε σε σχέση με αυτήν πριν δέκα χρόνια. Οι
παρακολουθήσεις τηλεφώνων δεν είναι κάτι καινούργιο. Αυτή τη στιγμή είναι παγκόσμια η αντίδραση κατά του NSA των ΗΠΑ. Αμφιβάλω αν όλοι αυτοί που αντιδρούν το κάνουν ειλικρινά ή γιατί πρέπει να δείξουν ότι ενοχλήθηκαν. Όπως λέει ο ήρωάς μου στη ταινία “τα αφεντικά είναι πολύ ώριμα για να πάρουν τις υποκλοπές προσωπικά”.
(Παίζουν οι: Θέμις Μπαζάκα, Αλέξανδρος Λογοθέτης, Έφη Τσαπαρέλη, Γιώργος Πυρπασόπουλος, Ηλίας Λογοθέτης, Γιάννης Στάνκογλου, κ.ά.)

«Η αιώνια επιστροφή του Αντώνη Παρασκευά» είναι η δεύτερη ελληνική ταινία που συμμετέχει στο Διεθνές Διαγωνιστικό και η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία της Ελίνας Ψύκου. Ο γνωστός τηλεπαρουσιαστής Αντώνης Παρασκευάς σκηνοθετεί την «απαγωγή» του για να τονώσει τη δημοτικότητά του. Από ένα εγκαταλειμμένο ξενοδοχείο παρακολουθεί τις εξελίξεις σχετικά με την υπόθεσή του. Κι ενώ περιμένει την κατάλληλη στιγμή για να επιστρέψει, ο Αντώνης Παρασκευάς διαπιστώνει προς φρίκη του πως σιγά σιγά το όνομά του αρχίζει να ξεχνιέται και η ζωή συνεχίζεται χωρίς εκείνον. Ο ήρωας, αλλά και ο κόσμος που ο ίδιος δημιούργησε, αναζητούν απεγνωσμένα τη χαμένη τους ταυτότητα. Η Ελίνα Ψύκου μας μιλά για την επιλογή της να τοποθετήσει την ταινία της στον τηλεοπτικό χώρο: «Με όχημα την περσόνα του Αντώνη Παρασκευά, επιχείρησα να πω την ιστορία ενός ανθρώπου που χάνει τον προσανατολισμό του, τις ισορροπίες του, τα κεκτημένα του και τελικά την ίδια την ταυτότητά του. Το τηλεοπτικό τοπίο αποτέλεσε για εμένα καθαρά και μόνο το πλαίσιο μέσα στο οποίο τοποθέτησα τον χαρακτήρα μου. Σίγουρα βέβαια, η επιλογή αυτού του πλαισίου δεν ήταν τυχαία: Κατ’ αρχήν, πάντα με ιντρίγκαραν οι επώνυμοι. Η αθέατη όμως πλευρά τους. Όχι αυτή που φαίνεται στα περιοδικά και στα κανάλια, αλλά η άλλη, αυτή που ξέρουν μόνο οι ίδιοι και οι πολύ οικείοι τους… Αυτή που εμπεριέχει τις αγωνίες, τις φοβίες, τη σκοτεινιά τους, την ανθρώπινη υπόσταση τους δηλαδή, αυτή που δεν αντιστοιχεί στο σχεδόν ηρωικό προφίλ που τους αποδίδουν οι φαν τους. Προσωπικά, με συγκινούν αυτές οι «μικρές» στιγμές στη ζωή ενός «μεγάλου» ανθρώπου. Και ακριβώς αυτές θέλησα να καταγράψω στην ταινία. Συμπληρωματικά, η χρήση της τηλεόρασης παραπέμπει άμεσα στην ψευδαίσθηση και την αναπαράσταση ως ανάγκη, έννοιες που συνδέονται άρρηκτα με τον αποπροσανατολισμό και την απώλεια ταυτότητας του κεντρικού ήρωα της ταινίας.
Τέλος, οι διάφορες τηλεοπτικές αναφορές που υπάρχουν στην ταινία συντελούν στη δημιουργία χιουμοριστικών, σαρκαστικών, αλλά και σουρεαλιστικών στιγμών μέσα σε μια κατά τα άλλα δραματική ιστορία». (Παίζουν οι: Χρήστος Στέργιογλου, Μαρία Καλλιμάνη, Γιώργος Σουξές, Θεοδώρα Τζήμου, Σύλλας Τζουμέρκας, κ.ά.)

Στην ταινία «Να κάθεσαι και να κοιτάς» (Πόσο εύστοχος, αλήθεια, και πικρά ελληνικός αυτός ο τίτλος!) η Αντιγόνη επιστρέφει στην επαρχιακή κωμόπολη Θ., αποφασισμένη να στήσει εκεί τη ζωή της. Η απλή ζωή όμως αποδεικνύεται ότι κρύβει βία, προκαταλήψεις και συνενοχή. Σ’ αυτήν την τελευταία ευκαιρία της Αντιγόνης ν’ αλλάξει τη μοίρα της, θα δράσει, ή θα κάθεται να κοιτάει; Ο σκηνοθέτης Γιώργος Σερβετάς σχολιάζει: «Μια μικρή κοινωνία μου δίνει την δυνατότητα να φέρω σε επαφή χαρακτήρες που δεν θα βρίσκονταν ποτέ σε μια μεγάλη πόλη. Εκτός από αυτό, στην Αθήνα και σε κάθε μεγάλη πόλη, υπάρχει ένας σαφής διαχωρισμός της βρώμικης πίσω αυλής όπου παράγεται το χρήμα, από τις ζώνες όπου γίνεται η κατανάλωση ή λαμβάνονται οι πολιτικές αποφάσεις. Στον “Μεγάλο Ύπνο” του Ρέιμοντ Τσάντλερ περιγράφεται η βίλα ενός πετρελαιά, πάνω στον λόφο που βλέπει τις πετρελαιοπηγές. Με έναν αντίστοιχο τρόπο, στην επαρχία λείπει η αισθητική σεμνοτυφία της Αθήνας, υπάρχει σε κοινή θέα τόσο ο πλούτος, όσο και το βρώμικο υπόβαθρό του. Πέρα από αυτό – και σε μεγαλύτερη συνάφεια με την ταινία μου – με ενδιαφέρει τόσο η διαμόρφωση και η διεκδίκηση της φύσης από τον άνθρωπο, όσο και η επίδραση του πολιτισμικού τοπίου στους ανθρώπους και στις σχέσεις μεταξύ τους. Νομίζω ότι το σύγχρονο ελληνικό τοπίο δεν είναι εξερευνημένο, η σημειολογία του έχει παραμεληθεί και σε μεγάλο βαθμό αυτό συμβαίνει επειδή μας λείπουν και οι εικαστικές και ιδεολογικές αναφορές σε αυτό». (Παίζουν οι: Μαρίνα Συμέου, Γιώργος Καφετζόπουλος, Μαριάνθη Παντελοπούλου, Νίκος Γεωργάκης, κ.ά.)

Ευχόμαστε να είναι καλοτάξιδες οι ταινίες. Καλό μας Φεστιβάλ!

Φωτογραφία: Στιγμιότυπο από την ταινία «Να κάθεσαι και να κοιτάς» του Γιώργου Σερβετά.