«If I can make it here, I’ll make it everywhere»

Η εμπειρία του να ζεις στη Νέα Υόρκη συχνά μου θυμίζει την ξέφρενη πορεία ενός roller coaster. Περπατάω μέσα σε έναν καταιγισμό αισθήσεων, αντανακλώντας ερεθίσματα από κάθε γωνιά της πόλης. Αυτή η κοσμική, γενναιόδωρα όμορφη και σκληρή μεγαλούπολη ανοίγει το χιτώνα του γαλλοφερμένου αγάλματός της για να αγκαλιάσει εκείνους που μπορούν να παίξουν το παιχνίδι της. Πέντε Έλληνες καλλιτέχνες σχηματίζουν το δικό τους δημιουργικό αποτύπωμα εδώ και μοιράζονται μαζί μας τις αλήθειες, τους μύθους, τις δυσκολίες αλλά και τις πηγές έμπνευσης αυτής της πόλης, αυτής της χώρας.

Φωτ. 1 (αριστερά): Νάντια Φώσκολου – Φωτ. 2 (δεξιά): Έλλη Τσάτσου

Η Νάντια Φώσκολου, θεατρική σκηνοθέτις, έκανε το μεγάλο βήμα. «Αποφάσισα να φύγω για μεταπτυχιακό στην Αμερική, γιατί ήθελα να εξειδικευτώ ακριβώς πάνω στην “τέχνη” την οποία είχα επιλέξει, αλλά και γιατί ήθελα να ζήσω την εμπειρία των σπουδών σε αμερικάνικο πανεπιστήμιο. Έδωσα εξετάσεις και έγινα δεκτή στο MFA του Columbia, το οποίο διευθύνει η θρυλική σκηνοθέτης Anne Bogart.»
Το 2008 αποφοίτησε και από τότε μοιράζει τη ζωή της μεταξύ Αθήνας και Νέα Υόρκης. «Τα πάντα εδώ είναι μεγάλα, κάποιες φορές τρομακτικά, σου κόβουν την ανάσα, αλλά ταυτόχρονα τα πάντα είναι δυνατά, όλες οι πιθανότητες είναι ανοιχτές. Σαν να μας ενώνει όλους η συνενοχή ότι έχουμε την τύχη να βρισκόμαστε σε ένα μέρος με τέτοιο παλμό. Ακούγεται κλισέ, αλλά δεν έχω βρει λογική εξήγηση, πιστεύω ότι είναι σχεδόν μεταφυσικό το πόσο ευεργετικό μπορεί να είναι το να περπατήσεις έστω και ένα τετράγωνο στη Νέα Υόρκη. Αμέσως γεμίζεις ενέργεια. Υπάρχει κάτι το ανεξήγητο σε σχέση με το “έξω” σε αυτήν την πόλη: μόλις βρεθείς έξω, ο αέρας σε ανεβάζει. Περπατάω κάθε μέρα, χειμώνα-καλοκαίρι όσο μεγαλύτερη απόσταση μπορώ. Δεν το χορταίνω, οχτώ χρόνια τώρα». Από την άλλη προσπαθεί να προσαρμοστεί σε πρακτικά θέματα. «Ο κλιματισμός! Έπειτα από οχτώ χρόνια στη Νέα Υόρκη, ακόμη δεν μπορώ να ανεχτώ τα “ψυγεία” λεωφορεία, εστιατόρια, σινεμά. Πράγματι, η ζέστη και η υγρασία που επικρατούν το κατακαλόκαιρο είναι παροιμιώδεις.»
Η Νάντια από το 2005 μέχρι σήμερα έχει σκηνοθετήσει παραστάσεις, στο πλαίσιο τόσο των Columbia Stages, όσο και σε θέατρα όπως το Baryshnikov Arts Center, το Theaterlab, το Manhattan Repertory Theatre κ.ά. «Αυτή τη στιγμή ετοιμαζόμαστε για το φετινό διεθνές φεστιβάλ Fringe της Νέας Υόρκης, όπου θα σκηνοθετήσω το έργο “Peninsula” του Nathan Wright».
Συζητάμε για τις συναδελφικές σχέσεις εδώ. «Οι Αμερικανοί, ή τέλος πάντων οι Νεοϋορκέζοι, είναι άνθρωποι συνήθως προικισμένοι με δύο πολύτιμες ικανότητες: ξέρουν να ακούν και είναι ευγενείς. Σπάνια εκδηλώνουν θυμό ή γκρίνια. Τον τόνο στις σχέσεις και στις συνεργασίες δίνει η αρχή ότι είμαστε εδώ για να επιτύχουμε ό,τι καλύτερο μπορούμε. Υπάρχει ανταγωνισμός, αμείλικτος, ναι. Αλλά σε ωθεί στο να δρας, όχι στο να μιζεριάζεις για όσα δεν έχεις. Ο ανταγωνισμός είναι σαρωτικός.»
«Η εμπειρία όμως του Columbia και της Νέας Υόρκης μου προσέφερε το πολύτιμο “know how” – την πρακτική εμπειρία, η οποία είναι αναντικατάστατη, ανεκτίμητης αξίας. Η νοοτροπία και η δομή της αμερικανικής κοινωνίας και του κράτους απέναντι στους καλλιτέχνες είναι καπιταλιστική: εάν η τέχνη μπορεί να βγάλει να λεφτά της, μπράβο της. Ο καλλιτέχνης δεν μπορεί, δηλαδή, να περιμένει να επιχορηγηθεί, πρέπει να ασχοληθεί με το λεγόμενο “fundraising”. Και πράγματι, εάν εργαστείς μεθοδικά, θα ανακαλύψεις πηγές». Στην Αμερική σπάνια ένας καλλιτέχνης ζει από την τέχνη του. Πρέπει να κάνει και κάποια άλλη δουλειά για να επιβιώσει.
Η δική της συμβουλή για τον Έλληνα που σκέφτεται να το προσπαθήσει εδώ; «Εγώ θα στεκόμουν κυρίως στη νοοτροπία. Κάτι βασικό με το οποίο πρέπει να συμφιλιωθεί ένας Έλληνας είναι ότι οι Αμερικανοί προτιμούν να αναλώνουν την ενέργειά τους στην οργάνωση του επόμενου βήματος, παρά στο σχολιασμό αυτών που έχουν ήδη γίνει.» Η Νάντια έχει ήδη πάρει μια γεύση αμερικάνικου ονείρου, όταν σκηνοθέτησε στο Baryshnikov Arts Center. Το καλοκαίρι ανεβάζει την παράσταση «Καλοκαίρι στα σώματα» με τη Γιασεμί Κηλαηδόνη στο Θέατρο Μεταξουργείο.

Στην επόμενη στάση του Μετρό συναντώ τη φωτογράφο και σκηνοθέτη Έλλη Τσάτσου. Η Έλλη πρόσφατα ολοκλήρωσε την επτάμηνη πρακτική της στο περίφημο Show Studio του Nick Knight. Έκτοτε δουλεύει ως freelance φωτογράφος και σκηνοθέτις μη αφηγηματικών φιλμ. Βλέποντας τη δουλειά της, δεν περίμενα τίποτα λιγότερο από μια γλαφυρή περιγραφή της πόλης.
«Στην Νέα Υόρκη εγκαταστάθηκα το Σεπτέμβριο του 2012. Με έφερε εδώ η αγάπη, η δουλειά μου, κατά κάποιον τρόπο ο
Ryan McGinley και η επιθυμία μου για περιπέτεια. Έχω την αίσθηση ότι έχει να κάνει σε μεγάλο βαθμό με τον καιρό και την ηλιοφάνεια, την αίσθηση της θάλασσας κοντά και την ευκολία στην επικοινωνία μου με τους ανθρώπους εδώ. Το Manhattan με κάνει να αισθάνομαι πως είμαι πάνω σε ένα νησί και αυτό φέρνει στο νου ταξίδι.»
Η δική της καθημερινότητα έχει πολλή δουλειά και ωράρια, ανάλογα με το project. «Από το δεύτερο μήνα παραμονής μου στην πόλη, βρέθηκα στο στούντιο του αγαπημένου μου Ryan McGinley, δουλεύοντας μαζί με μια σπουδαία ομάδα στην αποπεράτωση ενός εύρους καλλιτεχνικών project. H εμπειρία αυτή έχει αποδειχθεί υπέροχη σε όλες της τις εκφάνσεις, σχεδόν καθοριστική για εμένα.»

Της ζητάω να μοιραστεί μια δυνατή εικόνα. «Προχτές περπατούσα στο δρόμο κοντά στο σπίτι μας στο Brooklyn, ο ήλιος έδυε, ένιωθα πολύ ζέστη και γύρισα να κοιτάξω το Manhattan στο βάθος από το άνοιγμα δύο δρόμων που διασταυρώνονται. Είδα ακριβώς ευθεία μπροστά μου το Empire State Building, βουτηγμένο σε έναν απολύτως πορτοκαλί ουρανό, και λίγο πιο δίπλα μου ένα μικρό παιδί να τρώει παγωτό βανίλια σε χωνάκι. Ακουγόταν πάλι ο ήχος/νανούρισμα από το van με τα παγωτά και ήταν όλα ένας κύκλος, έβγαζαν απόλυτο νόημα.»
Κλείνουμε την κουβέντα μιλώντας για το επικείμενο φωτογραφικό sea trip της στις Κυκλάδες αλλά και για την έκθεσή της στην Αθήνα το ερχόμενο φθινόπωρο.

Φωτ. 3 (αριστερά): Στέφανος Χυτήρης – Φωτ. 4 (δεξιά): Αναστασία Παπαθεοδώρου

Δε θα μπορούσε λοιπόν να λείπει ένας μουσικός από την παρέα σε μια πόλη που η μουσική βγαίνει κυριολεκτικά από παντού. Ο Στέφανος Χυτήρης παίζει drums από τα δέκα του. Στη Νέα Υόρκη δουλεύει πάνω σε ένα δεύτερο BFA στην τζαζ μουσική. «Έχω αφοσιωθεί στην τζαζ, και η Νέα Υόρκη είναι το κατάλληλο μέρος για να μένεις, γιατί μαθαίνεις από την πηγή την τέχνη αυτή. Εδώ θεωρώ ότι υπάρχει μια συνέχεια σε αυτό που κάνω και νιώθω συνδεδεμένος με τις ρίζες μου, δεν έχω την αίσθηση ότι χάνω την επαφή με τον τόπο και τους ανθρώπους με τους οποίους μεγάλωσα. Θεωρώ τη Νέα Υόρκη μια πόλη δουλειάς, οι ρυθμοί είναι πολύ γρήγοροι, και προσωπικά αυτό μου έχει μάθει πειθαρχία και αφοσίωση. Κρατάω με χαρά το ότι έχω γνωρίσει σπουδαίους ανθρώπους και δασκάλους και έχω δει πολύ ενδιαφέροντα gigs. Κατά καιρούς μπορεί να φαίνεται μια σκληρή πόλη και ίσως γι’ αυτό μερικές φορές μου είναι δύσκολο να ισορροπήσω την ανάγκη μου για δουλειά με την επιθυμία μου να είμαι πιο συχνά πιο κοντά στη φύση.»
Ο δικός του στόχος είναι να εντάξει αυτά που μαθαίνει στον προσωπικό ήχο του. «Όταν κανείς είναι νεότερος και έχει αυτή τη σπίθα για ζωή, έχει κι αυτή την ανυπομονησία να παίξει τώρα, να επιβληθεί στο όργανο, αλλά αυτό θέλει χρόνο και είναι μια αργή διαδικασία κατά την οποία χρειάζεται υπομονή. Στη Νέα Υόρκη θεωρώ ότι δεν υπάρχουν διακρίσεις, ειδικά στο χώρο της μουσικής. Η τζαζ είναι μια πολυπολιτισμική μουσική που έχει τις ρίζες της στην Αφρική, στο blues και επιρροές από την αρμονία της κλασικής μουσικής.»
Ο Στέφανος μου μιλάει για τη δική του αγαπημένη έξοδο. «Με εντυπωσιάζουν συνεχώς τα τζαζ κλαμπ και η ζωή που πηγάζει από αυτά τα υπόγεια. Είναι ενδιαφέρον να παρατηρεί κανείς το μείγμα των ανθρώπων που συναντιούνται εκεί -μουσικοί, ζωγράφοι, τουρίστες, φοιτητές, διάσημοι παίχτες, σκηνοθέτες- είναι όλα μέσα. Είναι ένα σχολείο.»

Κατόπιν, συναντάω την performer Αναστασία Παπαθεοδώρου έξω από το Metropolitan Museum. Μέσα σε δύο χρόνια επισκέπτεται για τρίτη φορά τη Νέα Υόρκη.
«Έχω παρουσιάσει
τη δουλειά μου σε τρεις διαφορετικές γκαλερί, αυτή τη στιγμή με αφορά ιδιαίτερα η εμπειρία της επικοινωνίας, η έννοια της performance, πώς παρουσιάζεται, πόση ελευθερία έκφρασης έχει. Είμαι στη διαδικασία σκηνοθεσίας του καινούργιου μου έργου στη Νέα Υόρκη (26 Ιουλίου, γκαλερί Bureau of General Services). Είναι ένα work in progress (F. From Female) που μιλάει για το γυναικείο φύλο.»
«Με εμπνέει η αθωότητα της γεωγραφικής και υπαρξιακής έκτασης που παίρνουν όλα, ταυτόχρονα με την ετοιμότητα που οφείλεις να έχεις απέναντι σε οποιαδήποτε συμπεριφορά σε προσωπικό αλλά και σε επαγγελματικό επίπεδο. Εδώ η νοοτροπία αλλά και η έννοια της τέχνης είναι τελείως διαφορετική, οπότε εξ ορισμού αντιμετωπίζεται διαφορετικά.»
Τι θα συμβούλευε κάποιον που σκέφτεται να δοκιμάσει την τύχη του εδώ; «Να πάψει να το σκέφτεται σοβαρά και απλά να έρθει. Νομίζω ότι δε χρειάζεται να λύσει θέματα γιατί μόλις έρθει εδώ θα έχει σίγουρα να λύσει πολλά.» Για το αμερικάνικο όνειρο; «Νομίζω ότι όλοι έχουν ξυπνήσει από αυτό το όνειρο.»

Φωτ. 5 (αριστερά) Δημήτρης Μποζίνης – Φωτ. 6 (δεξιά): Ιωάννα Κατσαρού

Οι Eclipse Group Theatre παρουσιάζουν καιρό τώρα το έργο τους εδώ. Ο Δημήτρης Μποζίνης είναι ιδρυτικό μέλος της ομάδας και δουλεύει ως ηθοποιός στη Νέα Υόρκη από το 2011.
«Ο ερχομός μου εδώ ήταν κάτι το οποίο προγραμμάτιζα από τη δραματική σχολή ακόμα. Ένας από τους ανθρώπους που έπαιξε καθοριστικό ρόλο σε αυτήν την απόφαση ήταν ένας από τους καθηγητές μου στη σχολή, ο μεγάλος σκηνοθέτης Ανδρέας Βουτσινάς. Η Νέα Υόρκη είναι πλανεύτρα πόλη. Όμορφη, ζόρικη, απαιτητική, σε θέλει δικό της, αλλά αυτή μπορεί και να ρίχνει ματιές αλλού. Σε κάνει να πιστεύεις ότι ανήκεις εδώ, ότι ήσουν από πάντα εδώ και ότι μπορείς εύκολα να δοκιμάσεις εδώ και να πετύχεις. Αυτό ίσως στην αρχή. Πριν έρθουν τα χαστούκια. Την αγαπάς και μένεις, ή δε σου κάνει και τα μαζεύεις για κάπου αλλού.»
Ο Δημήτρης μου μιλάει με χαρά για τη δουλειά της ομάδας αυτά τα δύο χρόνια. «Χαρακτηριστικά, κρατώ, ως σημαντικότερη στιγμή, την παράσταση “The π-roject” βασισμένη στους Πέρσες του Αισχύλου, όπως αυτή ανέβηκε στη Νέα Υόρκη στο φημισμένο Θέατρο La Mama το Μάρτιο του 2012.»
Μου περιγράφει πόσο ανταγωνιστική είναι η Νέα Υόρκη για τους καλλιτέχνες. «Εδώ οι Aμερικάνοι είναι εξαιρετικοί στο τραγούδι και στο χορό. Σημασία έχει να βρεις και αυτό που ταιριάζει σε σένα και να προσπαθήσεις να το κυνηγήσεις και όχι ό,τι κυνηγούν όλοι. Και θα σε επιλέξουν για κάτι κι ας είσαι ξένος και όχι μέσα στο σύστημα, αρκεί αυτό που κάνεις να το κάνεις μοναδικά καλά. Κάποιος πριν έρθει εδώ πρέπει να ξέρει ότι δεν είναι στρωμένος ο δρόμος με ροδοπέταλα ούτε και όλοι περιμένουν εμάς, τα ταλέντα από την Ελλάδα, για να τους δείξουμε πώς κάνουμε θέατρο. Θέλει τσαμπουκά, τόλμη και τύχη. Και επίσης στήριξη από την οικογένειά σου, ψυχολογική και οικονομική.»

Τέλος, η Ιωάννα Κατσαρού είναι και εκείνη ιδρυτικό μέλος των Eclipse Group Theater και κατά καιρούς σκηνοθετεί στο Κέντρο Ελληνικού Πολιτισμού.
«Στη Νέα Υόρκη έχω συγγενείς και αυτό ήταν πραγματικά μεγάλο στήριγμα. Η Νέα Υόρκη είναι μια πόλη που σου δίνει την αίσθηση πως εδώ οι δυνατότητες είναι απεριόριστες και πως αν προσπαθήσεις μπορείς να τα καταφέρεις. Αυτό είναι και αλήθεια και ψέμα, γιατί ενώ πράγματι οι ευκαιρίες είναι πολλές, από την άλλη το παιχνίδι είναι σκληρό και έχει κανόνες άγνωστους για μας τους Έλληνες, οπότε αυτό το αρχικό συναίσθημα μπορεί στη συνέχεια να απομυθοποιηθεί ή να ανατραπεί τελείως. Στην πόλη αυτή υπάρχει μια αντικειμενική αξιολόγηση των πραγμάτων, όμως αυτή γίνεται πάντα με ένα γνώμονα, το χρήμα. Ο καλλιτέχνης είναι προϊόν και αντιμετωπίζεται έτσι. Επίσης, δεν τους ενδιαφέρει καθόλου ποιος είσαι, από πού έρχεσαι, τι έχεις σπουδάσει, αλλά μόνο αν αυτό που είσαι μπορεί να έχει κάποιο κέρδος και για αυτό ακριβώς δεν απορρίπτουν αρχικά κανέναν, όσο τρελό και αν είναι αυτό που έχει να πει. Αυτό που μου έμαθε η πόλη είναι να είμαι πιο ανοιχτή στο διαφορετικό και με βοήθησε ταυτόχρονα, όσο και αν ακούγεται παράξενο, να επαναπροσδιορίσω τη σχέση μου με τις ρίζες μου. Προφανώς, πάντα χρειάζεσαι την απόσταση από τον εαυτό σου και την παρουσία του “άλλου” για να προσδιορίσεις τη δική σου ταυτότητα και να εκτιμήσεις αυτό που φέρεις και εσύ ως “ξένος” ως “άλλος” μέσα σε μια πόλη που σχεδόν όλοι είμαστε “ξένοι”.»

Μιλάμε για τα πρακτικά ζητήματα για έναν άνθρωπο που θέλει να έρθει να ζήσει εδώ. «Το βασικό πρόβλημα για να ζήσει κάποιος εδώ είναι η βίζα. Δε δίνουν καθόλου εύκολα βίζα παραμονής και εργασίας και, αν κάποιος θέλει να το προσπαθήσει, να ξέρει επίσης πως αυτό σημαίνει δικηγόρο και αμοιβές που υπερβαίνουν τα 3.500 δολάρια τουλάχιστον. Επίσης, πρέπει να ξέρει πως η Νέα Υόρκη είναι μια πολύ ακριβή πόλη με πανάκριβα ενοίκια, οπότε θα πρέπει να έρθει με αρκετά λεφτά στην τσέπη για την αρχή εκτός κι αν έχει κάποιους συγγενείς ή φίλους που μπορούν να τον βοηθήσουν στο ξεκίνημα.»
Κλείνω το μαγνητοφωνάκι με την Ιωάννα με την απάντησή της για το αμερικάνικο όνειρο. «Δεν μπορώ να δω κανένα αμερικάνικο όνειρο παρά μόνο το αμερικάνικο παράδοξο: πώς μια κοινωνία με τόσες παθογένειες, ταξικές και κοινωνικές ανισότητες, με αρκετά αρνητικά στη δομή και λειτουργία της καταφέρνει να ισορροπεί και να πλασάρει τον εαυτό της ακόμη ως το “αμερικάνικο όνειρο”; Αυτό είναι πράγματι θαυμαστό και αξίζει να της βγάλουμε το καπέλο!»

Για το τέλος κρατώ ως επίλογο μια φωτεινή σκέψη της Νάντιας Φώσκολου. «Μπορεί να έχω δει το “αμερικάνικο όνειρο”, πιστεύω όμως εξίσου και στο “ελληνικό θαύμα”!»