Στην αμερικάνικη κομεντί του Γουίτ Στίλμαν με τίτλο Metropolitan (1990), δύο σοφιστικέ και μορφωμένοι νεαροί συζητάνε για τα μυθιστορήματα της Τζέιν Όστεν σε ένα πάρτι στη Νέα Υόρκη, όταν ο ένας ρωτάει τον άλλο ποιο από τα μυθιστορήματά της είναι το αγαπημένο του. Ο άλλος απαντάει, «Δεν διαβάζω ποτέ μυθιστορήματα. Διαβάζω μόνο λογοτεχνική κριτική. Πάω κατευθείαν στην ουσία». Η κυνική αλλά αφοπλιστική αυτή απάντηση υποδηλώνει μεν ως ένα βαθμό την πραγματική δύναμη της κριτικής, αλλά υπονοεί κατά τη γνώμη μου και κάτι ακόμα: το ότι η λογοτεχνική κριτική μπορεί να είναι από μόνη της απολαυστική ανάγνωση, έχει πρωτογενή αισθητική αξία. Γι’ αυτό και υποδέχομαι πάντα με σχετική προσμονή αξιόλογα κριτικά έργα, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν την φιλοδοξία να αποτυπώσουν και να αποκωδικοποιήσουν τη λογοτεχνική παραγωγή μιας ευρύτερης χρονικής περιόδου ή ενός τόπου.

Η Ελισάβετ Κοτζιά δεν χρειάζεται συστάσεις ως κριτικός, έχοντας διανύσει τρεις δεκαετίες επιτελώντας με ικανότητα αυτό τον ρόλο από τις σελίδες της Καθημερινής. Με το βιβλίο της Ελληνική Πεζογραφία 1974-2010: Το Μέτρο και τα Σταθμά, επιχειρεί μία λεπτομερή, εξαντλητική σχεδόν ανασκόπηση της μεταπολιτευτικής ελληνικής πεζογραφίας. Αποκωδικοποιεί, κατηγοριοποιεί, συσχετίζει και συγκρίνει, επιλέγοντας μια πολυπρισματική προσέγγιση που εντάσσει τους δημιουργούς στο ευρύτερο πλαίσιο της εξέλιξης της λογοτεχνίας και της αφηγηματικής πεζογραφίας, πιο συγκεκριμένα στο δεύτερο μισό του εικοστού αιώνα. Η Κοτζιά όμως, εκτός από αυτήν τη λεπτομερή ιστορία της μεταπολιτευτικής ελληνικής πεζογραφίας, προχωράει εμμέσως και σε μια άτυπη ιστορία της σύγχρονης θεωρίας και κριτικής και στον τρόπο που αυτή επηρέασε την πρόσληψη της ελληνικής λογοτεχνίας τα τελευταία σαράντα και πλέον χρόνια. Από την άνοδο των νέων πολιτισμικών θεωριών, την παροδική κυριαρχία της νέας κριτικής και της αποδόμησης μέχρι την αντίδραση και την επάνοδο της παραδοσιακής κριτικής, η Κοτζιά εξετάζει τις τάσεις στην ακαδημαϊκή και κριτική προσέγγιση της πεζογραφίας τόσο διεθνώς όσο βεβαίως και στην Ελλάδα, αναφερόμενη στην εγχώρια θεωρητική αντιπαράθεση.

Έτσι, η Ελισάβετ Κοτζιά επιλέγει μια πολυπαραγοντική θεώρηση της ελληνικής πεζογραφίας: κοινωνιολογική, θεματική, ειδολογική, ιστορική, και η συσχέτιση με τους μετασχηματισμούς της ελληνικής κοινωνίας, σε συνάρτηση με τις πολιτικές και ευρύτερα ιστορικές εξελίξεις, σπάνια απομακρύνεται από την ανάλυσή της. Παραθέτω μερικές θεματικές οπτικές γωνίες, στις οποίες αφιερώνει κεφάλαια της ανάλυσής της: ιδιωτικός βίος, πόλη και σπίτι, οικογενειακές σχέσεις, αριστερά, γυναικεία χειραφέτηση, ευδαιμονισμός και διασκέδαση κλπ. Η ειδολογική κατηγοριοποίηση από την άλλη περιλαμβάνει ενότητες όπως: πρώιμη και όψιμη ρεαλιστικής στόχευσης μυθοπλασία, παρωδιακή μυθοπλασία, ιστορική μυθοπλασία, αστυνομική μυθοπλασία, φανταστική μυθοπλασία κλπ. Εύκολα διαπιστώνει κανείς ότι η μελέτη της Κοτζιά είναι ευρύτατη και συστηματική. Το πιο ενδιαφέρον κομμάτι όμως κατά τη γνώμη μου είναι το τρίτο μέρος, δηλαδή η αξιολογική κριτική της μεταπολιτευτικής πεζογραφίας. Εδώ διατηρώ και τις λιγοστές ενστάσεις μου.

Στο τρίτο μέρος η Κοτζιά επιλέγει να αναφερθεί αξιολογικά στους μεταπολιτευτικούς πεζογράφους, δηλαδή να απονείμει θετικό και αρνητικό αξιολογικό πρόσημο με βάση το γούστο και τις προσωπικές της προσλαμβάνουσες. Ο τρόπος που το κάνει αυτό είναι μέσω μιας αλφαβητικής λίστας με τους μεταπολιτευτικούς συγγραφείς που κατά τη γνώμη της χρήζουν αναφοράς και η οποία περιλαμβάνει σύντομα βιογραφικά σημειώματα και την αξιολογική αναφορά στα σημαντικότερα έργα τους. Εδώ είναι που θα προτιμούσα αναφορά σε λιγότερους συγγραφείς και μεγαλύτερη εμβάθυνση σε επιλεγμένα έργα. Οι αξιολογικοί σχολιασμοί της, οξυδερκείς κατά βάση, είναι αρκετά αφηρημένοι όταν είναι αποκομμένοι από συγκεκριμένα παραδείγματα των έργων τους. Η αξιολόγηση είναι και το πιο ελκυστικό κομμάτι της κριτικής, είναι το σημείο εκείνο που ο κριτικός μπορεί να εκφράσει τι τον/την έχει εμπνεύσει, να ξεφύγει από τη στεγνή ανάλυση και να εισχωρήσει στον μεταδοτικό ενθουσιασμό του πάθους. Με τη σειρά του, αυτό ακριβώς είναι που ανοίγει νέους ορίζοντες στους αναγνώστες, αυτό είναι που σε κάνει να αναζητήσεις ένα βιβλίο, να αγαπήσεις έναν συγγραφέα. Άλλωστε αυτή η ελευθερία είναι που ξεχωρίζει την κριτική δοκιμιογραφία από την ακαδημαϊκή. Γι’ αυτό και πιστεύω ότι η μία πιο επιλεκτική αξιολογική προσέγγιση σε συγκεκριμένα έργα θα ήταν πιο χρήσιμη και ελκυστική στην ανάγνωση.

Αυτό όμως σε καμία περίπτωση δεν αναιρεί το γεγονός ότι η μελέτη της Ελισάβετ Κοτζιά δεν είναι μονάχα εξαιρετικά καλογραμμένη, συστηματική και εξαντλητικά λεπτομερής, το απαύγασμα ετών βαθιάς γνώσης και αγάπης για το αντικείμενο, αλλά και το ότι δεν θα μου έκανε εντύπωση αν αναδειχθεί σαν το απόλυτο βιβλίο κριτικής αναφοράς για τη μεταπολιτευτική πεζογραφία στη χώρα μας.

Info

«Eλληνική πεζογραφία 1974-2020: Το Μέτρο και τα Σταθμά» της Ελισάβετ Κοτζιά κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πόλις

PODpourri: Ακούστε τις Λογοτεχνικές διαδρομές με τον Κωστή Καλογρούλη, ένα podcast για συζητήσεις γύρω από την παγκόσμια λογοτεχνία