Έχει περάσει το καλοκαίρι, αλλά πότε ήρθε; Αναρωτιέμαι και κοιτάζω τα κρεμασμένα ρούχα: χειμωνιάτικα που βαρέθηκα να μαζέψω, καλοκαιρινά που δεν κατέβασα γιατί φοβόμουνα (τι άραγε;). Τώρα ίσως άλλη μια εποχή χαθεί μπροστά στα μάτια μου. Ήμουνα από τους πρώτους που μπήκαν σε καραντίνα. Χωρίζω την περίοδο αυτή της ζωής μου σε προ και μετά Τζον Κέιτζ εποχή, παρόλο που δεν υπάρχει καμία ποίηση ή ποιητική γωνιά, ούτε στο δωμάτιο που πέρασα αυτούς του μήνες, ούτε στον διαχωρισμό. Μπήκα σε καραντίνα στις 7 Μαρτίου, μια μέρα αφότου είδα στην Εναλλακτική Σκηνή το “Europeras 1 & 2” του Τζον Κέιτζ και βγήκα στις 4 Ιουνίου.

Δεν έχει καμία σημασία το πώς πέρασα στην καραντίνα. Θα πω με μια λέξη καλά. Το καλά καθορίζεται μάλλον από τις προσδοκίες που έχει ο καθένας και οι δικές μου είναι πάντα χαμηλές. Σίγουρα πέρασα καλύτερα από τους περισσότερους ανθρώπους που ανήκουν στον επαγγελματικό μου κύκλο και έμειναν χωρίς δουλειά μέσα σε μια μέρα, και εδώ θα κάνω μια παύση, μια παρένθεση για να ευχαριστήσω αυτούς που ήταν σε πολύ δύσκολη κατάσταση και δε μου αρνήθηκαν να μιλήσουν, να γράψουν, να σκεφτούν για λογαριασμό του ελc. Ήθελα πολύ καιρό να τους ευχαριστήσω δημοσίως και είναι η ευκαιρία να το κάνω. Έτσι Ξένια, Γιώργο και Γιώργο, Γεράσιμε, Θωμά, Ελένη, Θοδωρή, Βένια, Παρθενόπη, Γιάννη, Κώστα, Δημήτρη και Δημήτρη, Αργύρη, Άρη, (όλο και κάποιους ξεχνάω τώρα) σας ευχαριστώ ξανά. Είμαι εδώ για εσάς, κάνετε τη ζωή μου καλύτερη.

Petros Klampanis, “Irrationalities”. Κήπος του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών 12/09/2020

Αυτοί λοιπόν, οι καλλιτέχνες που ειλικρινά ντρεπόμουν όταν με ρωτούσαν τι γίνεται με τη δουλειά μου -γιατί εγώ είχα δουλειά- έμαθαν τόσα χρόνια ότι σκοπός του καλλιτέχνη είναι να μειώνει την απόσταση με το κοινό. Η πανδημία ήρθε να το κάνει κάπως διαφορετικό, να μειώνουν την απόσταση και να μένουν μακριά.

Στις 4 Ιουνίου πήγα στο Ηρώδειο στην έκθεση του Διονύση Καβαλλιεράτου και ειλικρινά είχα χάσει τα αυγά και τα πασχάλια με τη μάσκα – και ακόμα απορώ το πόσο πολύ τη συνήθισα- και εκεί τα πράγματα ήταν πολύ νορμάλ. Η αληθινή δοκιμασία μου ήταν όταν πήγα την πρώτη φορά στο Ηρώδειο στο γκαλά της Λυρικής. Δεν πέρασα καλά και δεν μπόρεσα να ξεχαστώ -η βραδιά ήταν υπέροχη- από το στρες που μου δημιουργούσε ο κόσμος που ήταν το ίδιο αμήχανος, άμαθος όπως εγώ. Θα πω όμως πως δεν είδα κανέναν να κάνει τη σαχλαμάρα του στην πόρτα, να μη φοράει μάσκα, να αντιδρά και γενικώς να σπάει νεύρα με τις θεωρίες του. Ήταν υποδειγματική η διοργάνωση προς τιμήν όλων και της Λυρικής που μπήκε πολύ απότομα στη μεγάλη αρένα των μέτρων. Το ίδιο μου είπε και ο «άνθρωπος του Ηρωδείου», η Καίτη Βαβαλέα. Ζορίστηκαν πολύ, κόπιασαν, αλλά όλα πήγαν ρολόι.

Tο κοινό σέβεται τον εαυτό του και αυτό για το οποίο πληρώνει για να δει περισσότερο από πριν

Με το καλοκαίρι να προελαύνει πιο επιθετικά, -επιδημιολογικά μιλώντας- όρεξη μεγάλη να πάω στα λιγοστά θεάματα που μπορούσαν να πραγματοποιηθούν δεν είχα, αλλά έπρεπε να βγω επιτέλους από το κουκούλι.

Οι παρατηρήσεις που έχω κάνει αφορούν πρώτα τον κόσμο, το κοινό και μετά τους καλλιτέχνες. Είδα τον κόσμο στην ταράτσα του Φοίβου. Που μας θερμομέτρησαν, που φορούσαμε μάσκες, που καθόμασταν στα τραπεζάκια μας και ούτε λόγος για πολλά-πολλά. Είδα τον κόσμο στο κάστρο της Καλαμάτας στην Οδύσσεια του Γιάννη Μαργαρίτη. Μας θερμομέτρησαν, αφήσαμε όνομα, τηλέφωνο και μειλ και ούτε λόγος να αλλάξουμε θέση. Είδα τον κόσμο στην Μποφίλιου, στην Τεχνόπολη, στον Πέτρο Κλαμπάνη στον κήπο του Μεγάρου, να μη βγάζει τη μάσκα σε όλη τη διάρκεια της βραδιάς και ούτε λόγος να μετακινήσει την καρέκλα του λίγο δεξιά ή λίγο αριστερά. Και εκτός από αυτά που είδα ρώτησα και φίλους μου που πήγαν εδώ και εκεί, και στην Επίδαυρο και στη συναυλία του Σάκη και σε παραστάσεις, σε πιάτσες της Αθήνας και σε θερινά σινεμά και σε θεάματα πολύ δημοφιλή και sold-out και ρώτησα και αυτούς που βγήκαν στην επαρχία και μου είπαν τα ίδια. Και ένα κατάλαβα. Από το θέαμα δεν κινδυνεύεις. Γιατί όσοι δουλεύουν στο θέαμα, πατάνε σαν τις γάτες και τρέμουν μη συμβεί κάτι και κλείσουν. Είναι πιο δύσκολα στα τρένα, στα καράβια και τα λεωφορεία, ακόμα και στα σούπερ μάρκετ που έχεις να αντιμετωπίσεις κάθε λογής ψυχισμό και απόψεις.

Petros Klampanis, “Irrationalities”. Κήπος του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών 12/09/2020

Όσοι πάνε στο θέατρο, σε μια συναυλία ξέρουν πριν ξεκινήσουν τον κανόνα. Και αυτό είναι το νέο κεφάλαιο που δημιούργησε το κοινό. Σέβεται τον εαυτό του και αυτό για το οποίο πληρώνει για να δει περισσότερο από πριν. Σέβεται περισσότερο και τον διπλανό του. Αφού τίποτα δεν είναι πια αυτονόητο, καλλιτέχνες και κοινό μετατοπίζονται σε καλύτερη περιοχή. Άκουσα τις προάλλες πως αν γίνει ένα λοκντάουν θα κλείσει πρώτα η εστίαση και τα θέατρα. Το άκουσα πολύ καλά το απόσπασμα και το έχω και κρατημένο για κάθε περίπτωση. Δε θέλω να κλείσει κανένας και για κανένα λόγο, αλλά δεν έχει καμία σχέση ένα μπαρ με ένα χώρο θεατρικό, μουσικό, ένα σινεμά ή μια γκαλερί.

Αυτό το κεφάλαιο του κοινού, που σκέφτομαι πολύ αυτές τις μέρες, που άνοιξαν τα σχολεία, είναι φθινόπωρο, κανένας δεν ξέρει πώς θα προχωρήσουμε, δεν πρέπει να χαθεί και με το να μην ξέρει κανένας τι θα γίνει, δεν τιμωρούνται οι καλλιτέχνες. Τιμωρούνται οι θεατές. Τιμωρείται ένας κόσμος που έχει λαχτάρα, λίγα χρήματα και είναι πολύ συνειδητοποιημένος για την επιλογή του. Εννοώ την κάθε επιλογή του.

Είναι εύκολο να δαιμονοποιήσεις τη συναυλία τη Νατάσας Θεοδωρίδου που αν προσέξει κάποιος τις φωτογραφίες με τις οποίες την κατακρίνουν, οι θέσεις ανά δύο έχουν κενό. Όμως αυτή η δαιμονοποίηση είναι και μια κοινωνική κατασκευή. Όπως τα μαύρα λεφτά των καλλιτεχνών που και αυτά μια κατασκευή είναι η οποία καλύπτει άλλου τύπου ανοργανωσιά και έλλειψη στρατηγικής και γνώσης, – γιατί αν υπήρχε τόσο μαύρο χρήμα δεν θα υπήρχαν και τόσο πολλοί ανασφάλιστοι.

Οπότε ας συνοψίσουμε: Υπουργείο και καλλιτέχνες δεν διανύουν καλή φάση στη σχέση τους, ίσως να είναι η χειρότερη στην ιστορία αυτής της σχέσης. Όμως το Υπουργείο -δεδομένων των συνθηκών- οφείλει να δείξει μεγαλύτερη μακροθυμία και λιγότερη επιθετικότητα, σαν αυτή ειδικά που διακρίνει όλες τις ανακοινώσεις του – ακόμα και όταν δεν υπάρχει λόγος. Για να το πω πιο χοντρά: αντιπολίτευση δεν κάνω και δεν την κάνω και καλά. Αλλά -πώς να το πω- το Υπουργείο είναι καλό να μιλήσει σήμερα σαν κληρικός σε κοινό αθέων. Και αυτό θέλει συγκεκριμένο τρόπο και αγάπη για τον πολιτισμό. Ούτε προχειρότητες, ούτε κουκουλώματα, ούτε άγνοια. Άλλο να μιλάς επιθετικά και άλλο να χαράζεις πολιτικές. Και αυτό ούτε συμβαίνει, ούτε υπάρχει. Οι άνθρωποι του πολιτισμού, ακόμα και σε αυτή τη συγκυρία, δε φωνάζουν μόνο για τα λεφτά. Φωνάζουν γιατί δε ρολάρει η δουλειά. Και μιλώ και για το θέατρο, για τον κινηματογράφο, τον χορό, τους εικαστικούς, τους μουσικούς.

Σε όλο αυτό το διάστημα, τις λιγοστές στιγμές που ένιωσα ότι κάτι μπορεί να γίνει, ότι δεν είμαστε «Μπανανία», ότι υπάρχουν άνθρωποι άγνωστοι δίπλα μου που θα ήθελα να γνωρίζω, τις λιγοστές στιγμές σύμπνοιας, κατανόησης, συλλογικότητας, ενσυναίσθησης και συγκίνησης τις έζησα μέσα σε θεάματα, παραστάσεις και συναυλίες.  Και τους παρακαλώ όλους να ρίξουν μια πιο τρυφερή ματιά στη συνθήκη που έχει δημιουργηθεί, να δουν πέρα από τα νούμερα και τα πρόσωπα. Γιατί αυτό που έχει συμβεί το θεωρώ καλύτερο από ό,τι συνέβαινε προηγουμένως. Και αυτό -επειδή δεν είμαι η μόνη που το νιώθει και δεν ανακάλυψα την Αμερική- δε θέλω να το χάσω. Φαντάζομαι ούτε κανένας άλλος. Ακόμα κι αν δε νοιάζεται κανένας για τους καλλιτέχνες είναι καιρός να ακούσετε πως νιώθουμε εμείς, οι θεατές.