Πριν λίγες μέρες, η εξαιρετική συνεργάτης του ελculture και φίλη Σοφία Ευτυχιάδου, με κάλεσε να παρακολουθήσω μία παράσταση στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου 2019, στην οποία συμμετείχε ως δραματολόγος, τα «Ερωτευμένα Άλογα», σε σκηνοθεσία Ελένης Ευθυμίου. Αντιγράφοντας τα λόγια της: «η ομάδα “Εν δυνάμει” είναι μια μεικτή ομάδα ανθρώπων με και χωρίς αναπηρία. Η παράσταση βασίζεται σε μια έρευνα που κάναμε σε ένα θέμα ταμπού, στο κατά πόσον έχουν πρόσβαση στον έρωτα και το σεξ άνθρωποι με αναπηρία, και μετά άνοιξε η εστίαση για να μιλήσουμε και για τον έρωτα ως αναπηρία που μας εξισώνει όλους».

Δέχτηκα αμέσως την πρόσκλησή της με χαρά, όσο για τις προσδοκίες μου δεν ήταν εντελώς απαλλαγμένες από μια ανησυχία: Τι είδους συγκίνηση ήταν «αντικειμενικά» πιθανότερο να προκαλέσει στον θεατή μια παράσταση με τέτοια θεματική; Μήπως, ανεξαρτήτως των καλλιτεχνικών προθέσεων, θα ήταν μια πατερναλιστική και από θέση ανωτερότητας και εν τέλει λύπησης συγκίνηση; Όχι ότι ο θεατής θα ομολογούσε ποτέ στον εαυτό του τα συστατικά της συγκίνησής του, όχι ότι δεν θα τα καμουφλάριζε κι ονομάτιζε αλλιώς, αλλά πάντως μήπως το βλέμμα του θα εστίαζε στην αναπηρία ως αναπηρία, χωρίς να μπορέσει να απεξαρτηθεί στα αλήθεια από την μπετοναρισμένα προδιαμορφωμένη εικόνα μας για αυτή και να απελευθερώσει μια άλλου τύπου συγκίνηση;

Η προσωπική μου γνώμη είναι, πως όσο περισσότερο η πολιτική ορθότητα -ή έστω το ευρύτερο πνεύμα της εποχής- σε καλεί να παραστήσεις σε επίπεδο διακηρύξεων και να αυταπατηθείς ότι είσαι εντελώς κουλ και τυφλός απέναντι στην αναπηρία (π.χ ότι παρακολουθώντας Παραολυμπιακούς βλέπεις μόνο αθλητές και ήρωες της ζωής και δεν σε καταλαμβάνει ποτέ κανένα συναίσθημα θλίψης για τη μη αρτιμέλεια), τόσο περισσότερο η αναπηρία μετατρέπεται μέσα σου σε ταμπού που σε μπλοκάρει.

Ο πρώτος θρίαμβος λοιπόν των «Ερωτευμένων Αλόγων» είναι πως δεν σε καλούν να πάρεις το βλέμμα σου από το ανάπηρο σώμα αλλά να κοιτάξεις το ανάπηρο σώμα. Να κοιτάξεις όμως το ανάπηρο σώμα όπως δεν το έχεις κοιτάξει ποτέ άλλοτε, να το κοιτάξεις όπως δεν το είχες φανταστεί ως τώρα. Να το κοιτάξεις ως σώμα γυμνό, ως σώμα ερωτικό, ως σώμα ποθητό.

Ο δεύτερος θρίαμβος είναι πως όπως μπαίνουν στη σκηνή όλοι μαζί, άνθρωποι με και άνθρωποι χωρίς αναπηρία, έτσι σε όλη τη διάρκεια της παράστασης παρακολουθούμε χωρίς διάκριση αυτό που δονεί και τους μεν και τους δε. Ο έρωτας δεν κάνει διακρίσεις, η σεξουαλική ορμή δεν κάνει διακρίσεις, απέναντι στον έρωτα και στη σεξουαλική ορμή είμαστε όλοι ίσοι, όλοι ίδιοι, όχι σε επίπεδο διακηρύξεων αλλά σε επίπεδο αλήθειας, όχι σε επίπεδο θεωριών αλλά σε επίπεδο σώματος και ψυχής.

Ο τρίτος θρίαμβος είναι πως πρόκειται συνολικά για μια παράσταση τόσο πλούσια σε υλικό, τόσο γόνιμη σε ιδέες, τόσο δονούμενη από ζωή και ερωτισμό, που σε περικυκλώνει, σε κατακλύζει, σε αφήνει μετά το τέλος της διαφορετικό από ό,τι σε παρέλαβε στην αρχή της. Το αποθεωτικό χειροκρότημα στο τέλος, δεν ήταν μόνο από τους θεατές προς τους συντελεστές, ήταν κι από τους συντελεστές προς τους θεατές, προς την παράσταση, προς την ερωτική χαρά της ζωής, προς την έκσταση που μπορεί να προσφέρει η τέχνη ως κατά πρόσωπο συνομιλία με τη ζωή, ως βροντερή κατάφασή της.