Κείμενο: Κωστής Καλογρούλης

Στην stand up κωμωδία στις Ηνωμένες Πολιτείες ανέκαθεν κυριαρχούσαν εβραϊκής καταγωγής κωμικοί. Από τους αδερφούς Μαρξ, τον Λένι Μπρους μέχρι τον Τζέρι Σάινφελντ, το ιδιόμορφο χιούμορ τον Eβραιο-αμερικάνων ήταν ιδιαίτερα δημοφιλές και διέρρευσε και στη λογοτεχνία. Από τον Τζόζεφ Χέλερ ως τον Φίλιπ Ροθ, το χιούμορ σε κάθε του μορφή αποτελούσε ουσιαστική συνιστώσα μερικών από τα σημαντικότερα μεταπολεμικά μυθιστορήματα. Η παράδοση του stand up δεν μπορεί κανείς να πει ότι είναι το ίδιο πλούσια και στο Ισραήλ, (η γλώσσα άλλωστε είναι διαφορετική και το stand up ουδέποτε έπιασε σε μη αγγλόφωνες χώρες) αν και ενδεχομένως ψήγματα μιας παρόμοιας αίσθησης του χιούμορ μπορούν να παρατηρηθούν και ίσως έχουν τις ρίζες τους στα κοινά τραυματικά βιώματα αυτού του λαού, με αποτέλεσμα μια βαθιά αυτοσαρκαστική κριτική ματιά, η οποία όμως χαρακτηρίζεται και από μια υποβόσκουσα παραδοχή του πόνου αλλά και από μια αξιοθαύμαστη ανθεκτικότητα.

Ο πολύ σημαντικός Ισραηλινός πεζογράφος Νταβίντ Γκρόσμαν λοιπόν, επιλέγει το stand up σαν τη βασική δομή του μυθιστορήματός του Ένα άλογο μπαίνει σ’ ένα μπαρ. Ένα μυθιστόρημα που αποτελεί έναν μικρό θρίαμβο και δικαίως βραβεύτηκε με το διεθνές βραβείο Man Booker International. Στην προκειμένη περίπτωση το stand up δεν είναι απλώς το θέμα και η βάση της υπόθεσης του έργου: ολόκληρο το μυθιστόρημα ουσιαστικά αποτελεί τον μονόλογο του Ντόβαλε Γκρίνσταϊν πάνω στη σκηνή του υπογείου ενός μπαρ. Μέσα από αυτόν τον μονόλογο ο κωμικός εξιστορεί την ιστορία της ζωής του, εξομολογείται τα πιο κρυφά μυστικά του και ουσιαστικά ανατέμνει τη σύγχρονη ιστορία του Ισραήλ. Είναι ένας μονόλογος που ρέει με ένταση και ρυθμό, κάτι που ο Γκρόσμαν σοφά επιλέγει να μην σπάσει επιλέγοντας να μη χωρίσει το μυθιστόρημα σε κεφάλαια. Ο Ντόβαλε ξεγυμνώνει την ψυχή του στη σκηνή, αλλά ο μονόλογος αυτός δεν είναι επικοινωνιακά μονόδρομος, ούτε και μονοδιάστατος. Καταρχάς η ίδια η φύση του κωμικού που μιλάει στη σκηνή προϋποθέτει μια αμφίδρομη, διαλεκτική επικοινωνία με το κοινό. Ο κωμικός ακολουθεί τις αντιδράσεις του κοινού, συχνά αυτοσχεδιάζει ανάλογα με το πώς διαβάζει την κατάσταση. Επίσης συχνά προβλέπει αυτές τις αντιδράσεις και μοιάζει σαν να βρίσκεται σε διάλογο με τον ίδιο του τον εαυτό.

Όμως στην προκειμένη περίπτωση υπάρχει και ένας δεύτερος λόγος που ο μονόλογος του Ντόβαλε ουσιαστικά είναι ένα είδος διαλόγου: ο Ντόβαλε έχει προσκαλέσει στην παράστασή του τον παλιό του συμμαθητή Αβισάι Λαζάρ, πρώην δικαστή, αν και δεν έχουν μιλήσει εδώ και σαράντα χρόνια. Ο Ντόβαλε ζητάει τη χάρη από τον Αβισάι να παρακολουθήσει την παράσταση και, πιστός στην ιδιότητά του ως δικαστής, να τον κρίνει, να του μεταφέρει με απλά λόγια την πεμπτουσία όπως εκείνος την αντιλαμβάνεται, χωρίς να του χαριστεί, χωρίς να δείξει επιείκεια. Κανείς βεβαίως δεν ξεγελιέται: εφ’ όσον ο Ντόβαλε ξεγυμνώνεται στη σκηνή, αποκαλύπτει τα πιο κρυφά και ντροπιαστικά του μυστικά σε μια προσπάθεια να ερμηνεύσει το γιατί ακολούθησε τον συγκεκριμένο δρόμο, εφ’ όσον αποκαλύπτει τα πάντα σε ένα κρεσέντο αυτοκριτικής και αυτοκακοποίησης, είναι προφανές ότι αυτό που ζητάει ο Ντόβαλε από τον Αβισάι είναι να κρίνει την ίδια του τη ζωή, την προσωπικότητά του, το είναι του, ιδιαίτερα σε σχέση με το πώς αυτό διαμορφώθηκε από συγκεκριμένες συνθήκες και γεγονότα.

Σαν αντίστιξη στον μονόλογο του Ντόβαλε, ο Γκρόσμαν μας φιλτράρει την αφήγηση μέσα από την οπτική γωνία του Αβισάι. Έτσι, η εξέλιξη της βραδιάς είναι απολύτως διαλογική. Από τη μία έχουμε τη λογοδιάρροια του Ντόβαλε και από την άλλη την ερμηνεία του Αβισάι, ο οποίος τη διανθίζει μέσα από προσωπικές του αναμνήσεις και σκέψεις που αναπόφευκτα παρεισφρέουν.  Ο ένας συμπληρώνει τον άλλον: ο κλόουν και ο αυστηρός, λακωνικός ερημίτης. Ο κωμικός που έζησε τη ζωή του εκτός συστήματος και ο εκπρόσωπος της δικαιοσύνης. Και οι δύο βρίσκονται υπό αμφισβήτηση, κατά κύριο λόγο από τον ίδιο τους τον εαυτό: ο Ντόβαλε νιώθει τη δημοτικότητά του να φθίνει και δεν διστάζει να προκαλέσει το κοινό που έχει έρθει να τον δει θίγοντας δύσκολα, επίπονα θέματα που απέχουν πολύ από τα κοινότοπα ανέκδοτα που περιμένουν να ακούσουν. Από την άλλη, ο Αβισάι έχει εξαναγκαστεί σε πρόωρη συνταξιοδότηση. Οι δικαστικές του κρίσεις και η ευρύτερη στάση του ως δικαστή τα τελευταία χρόνια χαρακτηρίζονταν από λιγότερη ανεκτικότητα, κάτι που δεν μπορούσε να γίνει δεκτό από τους ανωτέρους του. Ήταν λες και ο Αβισάι είχε χάσει πια την υπομονή με τους υπόδικους.

Έτσι, ο Γκρόσμαν στήνει δύο ανθρώπους σε υπαρξιακή κρίση τον ένα απέναντι στον άλλο. Ο ένας, πάνω στη σκηνή, είναι ο κινητήριος μοχλός που ξετυλίγει το κουβάρι της ιστορίας του. Ο άλλος, σε ένα τραπέζι από κάτω, είναι ο παρατηρητής, ο κριτής, αλλά η ερμηνεία του όσων ακούει μπολιάζεται με τα δικά του βιώματα, τις δικές του προσλαμβάνουσες. Επιπρόσθετα, τα βιώματα των δύο για ένα σύντομο χρονικό διάστημα έτυχε να είχαν διασταυρωθεί πριν από πολλά χρόνια. Ήταν μεν παιδιά και η περίοδος ήταν σύντομη, αλλά πυκνά σε σημαντικά και για τους δύο γεγονότα, γεγονότα που σημάδεψαν την πορεία τους.

Η λέξη «αριστούργημα» είναι υπερβολική και χρησιμοποιείται πιο συχνά απ’ ότι θα έπρεπε για έργα που δεν έχουν ακόμη αποδείξει την αξία τους σε βάθος χρόνου. Όμως νομίζω ότι είναι δίκαιο να χαρακτηρίσει κανείς το μυθιστόρημα του Γκρόσμαν ως ένα μικρό θρίαμβο, θεματικά όσο και στιλιστικά. Δομικά είναι σφικτό και συνεκτικό. Η πλοκή του είναι συγκινησιακά φορτισμένη χωρίς να θυσιάζει την αίσθηση του χιούμορ αλλά και το ερώτημα του τι είναι τελικά το χιούμορ και πόσο πολυποίκιλη μπορεί να είναι η χρήση του στην ανθρώπινη ζωή. Μέσα από την ιστορία του κρύβεται και μια άτυπη ιστορία των ηθών, των ιδεολογιών και των απόψεων που έχουν διαμορφώσει το σύγχρονο Ισραήλ. Αυτά νομίζω αρκούν για να οριοθετήσουν την επιτυχία του.

Info: Ένα άλογο μπαίνει σ’ ένα μπαρ, του Νταβίντ Γκρόσμαν από τις εκδόσεις Ψυχογιός