Αλέθουμε σκέψεις και λέξεις. Όλα παίρνουν νέα υπόσταση. Το σπίτι δεν μετριέται πλέον σε τετραγωνικά. παύει να έχει όρια και γίνεται ολόκληρη ζωή μας. Μετριέται σε στιγμές. Μετριέται με λέξεις και ανάσες.

Βρισκόμαστε μακριά από όλους τους αγαπημένους αλλά τους κρατάμε κοντά μας με τη γεύση των αγαπημένων πιάτων που θα γευόμασταν σε ένα υποθετικό παρόν, αν βρισκόμασταν όλοι μαζί. Τη γιαννιώτικη μπατσαριά που καμιά φορά συνοδεύαμε με γιαούρτι όταν βρισκόμασταν με τα ξαδέλφια στην Ήπειρο, το σάντουιτς με παστράμι και ψωμί σίκαλης, τις Κυριακές όταν καλούσαμε για brunch τη Μαρία και τον Χρήστο, και τους λουκουμάδες που ετοίμαζα τις Παρασκευές μετά το σχολείο, όταν ερχόντουσαν οι φίλες των κοριτσιών στο σπίτι για παιχνίδι.

Γυρίζουμε σελίδα και αλλάζουμε. Ξεφορμάρουμε τους πολυάσχολους εαυτούς μας και αναζητούμε τη χαμένη αθωότητα που σκονισμένη, αφήσαμε στα ντουλάπια του χρόνου. Ξαναβρίσκουμε τις καταχωνιασμένες συνταγές μας.

Διαλέγουμε με προσοχή το φαγητό της οικογένειας. Άλλωστε έχουμε άπλετο χρόνο για την προετοιμασία του αλλά και την απόλαυσή του. Απολαμβάνουμε το πρωινό μας με κέικ μήλου, το μεσημεριανό μας συντροφιά με τη δική μας χειροποίητη pizza και το απόγευμα χαλαρώνουμε με ένα αρωματικό τσάι συνοδευόμενο από μια τάρτα λεμόνι. Έτσι κάπως χωρίζουμε την ημέρα μας σε μεγάλα κεφάλαια και βουτάμε μέσα τους με όλο μας το είναι. Γιατί πολύ απλά τώρα μπορείς επιτέλους (ίσως) να «σκοτώσεις» τον χρόνο σου όπως ακριβώς όταν ήσουν παιδί και κυλούσε λιγότερο απαιτητικά.

Εικόνες από τις κενές πόλεις-φαντάσματα γεμίζουν τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και τις εφημερίδες και μας αγριεύουν. Τις ίδιες εκείνες πόλεις που κάποτε στους δρόμους τους αμέριμνοι περπατούσαμε. Με μια κρέπα στο χέρι, η  Saint Germain Des Pres γινόταν ένα απολαυστικό χαλί εικόνων και γεύσεων, η Νέα Υόρκη ξεδίπλωνε τα πολλά της πρόσωπα και μας έβρισκε στο Chelsea Market αγκαλιά με τα πρωινά με ένα cupcake με μύρτιλλα και έναν americano, ενώ η Μαδρίτη από απαγορευμένη πόλη, γίνεται και πάλι αγαπημένος κοντινός προορισμός μας και μας βρίσκει στην Puerta Del Sol να γευόμαστε ένα τραγανό churros.

Ζυμώνουμε τις δικές μας στιγμές άλλοτε άτσαλα, θυμωμένα και άλλοτε με την πεποίθηση πως το μέλλον θα είναι ο κριτής. Τις συσκευάζουμε σε μικρά ολάνθιστα κουτάκια και τα ονομάζουμε σοφία. Με αλάτι και μαγιά μιας δικής μας εσωστρέφειας καταπιεσμένης πλάθουμε νέα όνειρα περισσότερο προσγειωμένα και προσαρμοσμένα στις ολόδικές μας «φόρμες».

Ήταν ένα μεγάλο μάθημα ζωής, θα εξιστορούμε στις επόμενες γενιές. Μια μεγάλη παρένθεση που ήρθε και μπήκε για τα καλά ανάμεσα στα μεγάλα παγκόσμια ιστορικά κεφάλαια και έπληξε ανθρώπους εν καιρώ ειρήνης, αποδομώντας την πεποίθηση πως εμείς είμαστε οι αλώβητοι δημιουργοί των πάντων.

Θυμίζουμε στους εαυτούς μας ότι η απόσταση μάς ενώνει και τα τηλέφωνα παίρνουν φωτιά. Ωστόσο, η ανέπαφη «επαφή» μπορεί να διατηρεί τη σχέση, αλλά αλλάζει την υφή της. Το άγγιγμα, η σωματοποιημένη επικοινωνία θα παραμένει πάντα το θεμέλιο συστατικό στις ανθρώπινες σχέσεις. Όσο λοιπόν βρισκόμαστε μακριά από όλους τους αγαπημένους αλλά τους κρατάμε κοντά μας με τη συνταγή της αγαπημένης πίτας της γιαγιάς. Μιας τραχανόπιτας χωρίς το φύλλο. Κάπως σαν «δίπλα στη γιαγιά, χωρίς τη γιαγιά».

Ιδρωμένοι συχνά πεταγόμαστε το βράδυ στον ύπνο μας από έναν εφιάλτη. Με την πεποίθηση ότι αυτό που ζούμε ίσως και να μην είναι αλήθεια. Μια γρήγορη επίσκεψη στο ψυγείο για ένα δροσερό ποτήρι νερό, στέγνωσε το στόμα, το αγαπημένο βιβλίο σε θέση μάχης στην πολυθρόνα, χρειαζόμαστε ένα όνειρο και ένα μπισκότο «ζην» από τον πάγκο της κουζίνας, μια γλυκιά δόση ζωής, μας επαναφέρουν σύντομα στο τώρα. Συνεχίζουμε. Θα αποκοιμηθούμε σε λίγο.

Κοσκινίζουμε τη ζωή μας. Επαναπροσδιορίζουμε, ανασκαλεύουμε τυχόν λάθος στροφές και μονοπάτια. Η αφαίρεση δεν ταιριάζει εδώ. Μόνο η αξιολόγηση και η εξομάλυνση. Το κοσκίνισμα μεγάλο μυστικό ζωής όπως άλλωστε και στο αλεύρι που ανέκαθεν είχε ξεχωριστή θέση στη ζωή του ανθρώπου. Για την ενσωμάτωσή του στα γλυκά ή στα αλμυρά χρειάζεται να διαλυθούν τυχόν σβόλοι και να ενσωματώσουμε αέρα στη μάζα του ώστε να γίνει πιο αφράτο και φουσκωτό το γλυκό μας. Έτσι κάπως ό,τι δεν ταιριάζει πλέον, ό,τι «κλωτσάει», το μαλακώνουμε και το φέρνουμε στα νέα μας μέτρα.

Λιαζόμαστε στα μπαλκόνια τις λίγες στιγμές που μας κάνει τη χάρη ο μεγάλος ζεστός Θεός. Καλημερίζουμε τους γείτονες και μετά σιωπή. Τα καλοκαίρια μας περνούν εμπρός μας σαν ταινία απαγορευμένη. Άρωμα μιας άλλης Ελλάδας. Εκείνα και το κέικ με τη λιαστή ντομάτα και τη φέτα που μας συντροφεύει.

Μαγειρεύουμε όπως ποτέ άλλοτε. Αυξήθηκαν λέει οι πωλήσεις σε αλεύρι, αυγά, αλάτι και κρέμα γάλακτος. Δεν ξέρω αν είναι συνέπεια του μεσογειακού μας DNA αλλά σίγουρα η απασχόληση στην κουζίνα είναι λύτρωση. Αποτελεί διέξοδο, λύτρωση στο εγκλωβισμένο μας εαυτό. Ξαναθυμόμαστε τα σπιτικά υλικά, αναβιώνουμε τη στάση «με ό,τι υπάρχει στο σπίτι», δημιουργούμε απλές νοστιμιές με γρήγορες συνταγές και αναθαρρεύουμε. Πίτες, ψωμιά, τάρτες, muffins και αλμυρά. Η φτώχεια λέγαν θέλει καλοπέραση και η καραντίνα νοστιμιά θα προσθέσουμε εμείς.

Νοιαζόμαστε περισσότερο από ποτέ, ο ένας για τον άλλον. Μένουμε σπίτι με μια βαθιά κοινωνική ευθύνη και επίγνωση ότι είμαστε περιτριγυρισμένοι από ανθρώπους περισσότερο ευάλωτους από εμάς και χρειάζονται την αμέριστη φροντίδα μας.

Ξαναδοκιμάζουμε. Τις αντοχές μας που νομίζαμε απούσες. Τις σχέσεις μας με ανθρώπους που νιώθαμε παρατημένες. Τα ταλέντα και τις κλίσεις μας που νιώθαμε άφαντες. Τη συνταγή της λαδένιας που η κυρά Ελένη μας είχε δώσει πριν από δύο χρόνια στην Κίμωλο και την είχαμε κάπου παραπεταμένη. Τη σιωπή που κάποτε τη λατρεύαμε.

Ονειρευόμαστε για τη στιγμή που θα βρεθούμε ξανά στους δρόμους χωρίς περιορισμούς, χωρίς μέτρα ανάμεσά μας. Τη στιγμή που θα μοιραστούμε το φαί μας, το ψωμί μας, το φιλί μας.

Ποτίζουμε τα λουλούδια στα μπαλκόνια μας και αν δεν έχουμε τότε φυτεύουμε. Και μαζί με αυτά φροντίζουμε να φτιάξουμε και ένα μικρό μποστάνι με τα βασικά. Λίγο δεντρολίβανο, ρίγανη, μαϊντανό, θυμάρι. Έτσι έχουμε εύκολα διαθέσιμα όλα τα αρώματα μας για το γεμιστό ψωμί με πέστο. Αλλά το πιο σημαντικό: η στοργή για το μικρό αυτό κηπάκι μας θα μας γεμίσει ικανοποίηση και ζωντάνια δίχως προηγούμενο.

Ρεπό από την «κανονική» μας ζωή έχουμε πάρει. Ένα ρεπό επιβεβλημένο που επιβάλλει με τη σειρά του αναστοχασμό. Ας πάρουμε λίγο ρεπό λοιπόν και από τον κανονικό, επιβεβλημένο μας εαυτό, μήπως και λαχταρήσουμε για λίγο τον αθώο παιδικό μας εαυτό.

Συνυπάρχουμε μέσα σε σχέσεις εμπιστοσύνης που επαναπροσδιορίζουμε. Συμβιώνουμε μέσα σε σχέσεις που αν άτακτα και άτσαλα πριν από χρόνια διαμορφώσαμε, τώρα πονάνε και διχάζουν. Αν όμως με προσοχή, επιμέλεια, φροντίδα, και αμοιβαία αποδοχή είναι καμωμένες μέσα σε ένα μείγμα σύμπλευσης και ομόνοιας, τότε οι προσμίξεις αυτές, αναγκαστικές σήμερα και επιβεβλημένες, ανθίζουν και δημιουργούν θαύματα.

Ταυτιζόμαστε απόλυτα ο ένας με τον άλλον. Τα σύνορα έπεσαν και όλοι εμείς βρισκόμαστε για πρώτη φορά σε μια οικουμενική ισότητα. Μοιραζόμαστε τις ίδιες αγωνίες, τον ίδιο καημό και την ίδια επιθυμία. Για γρήγορη επανένωση.

Υπολογίζουμε με ακρίβεια τα χρήματα που θα διαθέσουμε στην επόμενη ηλεκτρονική αγορά από το super market. Τα βασικά και απαραίτητα. Άλλωστε μόνο αυτά χρειαζόμαστε. Τα υπόλοιπα, μουχλιάζουν τελικά στο ψυγείο ξεχασμένα ή απλώς θα μπορούσαμε να ζήσουμε και χωρίς αυτά. Αλεύρι μόνο, μαγιά, αυγά και γάλα μην ξεχάσουμε.

Φωλιάζουμε εκεί που πάντοτε νιώθαμε ασφαλείς. Ακόμα και οι πιο αεικίνητοι και ακούραστοι οδοιπόροι της ζωής, θα αναζητήσουν τη φωλιά τους, μακριά από τον φόβο της μόλυνσης, της μετάδοσης, της πάλης. Στο σπίτι. Στο γνώριμο σπίτι. Εκεί αν κλείναμε τα μάτια, κάποιες φορές ή μάλλον τις περισσότερες, θα θέλαμε να μυρίζει κανέλα. Μπισκότα κανέλας.  

Χαιρόμαστε με απλά πολύ απλά πράγματα. Με τον καφέ μας τον πρωινό διαβάζοντας τον Αρκά της ημέρας, με το σπουργίτι που τα μεσημέρια στις 14.00 ακριβώς θα μας χτυπήσει το τζάμι ζητώντας και αυτός μερικά ψίχουλα, με την οργάνωση του πρώτου συρταριού που καταφέραμε μετά από δύο ώρες να ολοκληρώσουμε, με τη νοστιμιά της κολοκυθόπιτας που επιτέλους φτιάξαμε, με το παζλ των 500σιων κομματιών με φόντο τη Σαντορίνη που ολοκληρώθηκε, με τη παιδική ζωγραφιά που κρεμάσαμε στον τοίχο, με το πρωινό ξύπνημα χωρίς ξυπνητήρι στις 10.00.

Ψάχνουμε το νόημα της ζωής μας και αναθεωρούμε όλες τις στιγμές που δέσμιοι ενός κόσμου όπου όλα έπρεπε να γίνουν γοργά, εμείς τρέχαμε πίσω από τους άλλους και εκείνοι πίσω από εμάς. Αφήνουμε τον χρόνο να αποσυμπιεστεί και η γενναιοδωρία του ζεστά να διεισδύσει μέσα μας και να μας χορτάσει μια τάρτα που σιγοψήνει και η θερμότητα περνάει αργά στο εσωτερικό της.

Ωριμάζουμε. Μέσα στα δρύινα βαρέλια της απομόνωσης για όσο χρόνο ορίζει η νέα επιταγή της υγείας, και όταν μετά από το πέρας της περιόδου καραντίνας απελευθερωθούμε θα είμαστε περισσότερο έτοιμοι από ποτέ. Με γεμάτα «σώματα» σε απόλυτη συμφωνία με το εγώ μας, την ανθρωπιά μας.