Φέτος οι ελληνικές ταινίες του 56ου Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης είναι αφενός πολυάριθμες, αφετέρου παρουσιάζουν ένα ετερόκλητο μωσαϊκό ανάμεσα σε θεματικές εξωστρεφείς ή πιο εσωτερικές, ιστορίες κρίσης πολιτικής, κοινωνικής ή προσωπικής, trafficking και ερωτικές ιστορίες, αναζήτηση της αλήθειας ή αναζήτηση ταυτότητας.

Στο διεθνές διαγωνιστικό τμήμα του φεστιβάλ συμμετέχουν δυο ελληνικές ταινίες: Το “Silent” του Γιώργου Γκικαπέππα και το “Interruption” του Γιώργου Ζώη.

Κάπου μεταξύ διαφόρων αεροδρομίων, μετά το Φεστιβάλ Βενετίας και στο δρόμο του Interruption για το κινηματογραφικό φεστιβάλ της Βομβάης, κατάφερα να μιλήσω με τον Γιώργο Ζώη, τον σκηνοθέτη που μας είχε εντυπωσιάσει όταν είχε πρωτοεμφανιστεί με την μικρού μήκους ταινία του, Casus Belli. Το Interruption είναι η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του και το σενάριό της με τον προσωρινό τίτλο “Stage fright” συμμετείχε στο Balkan Fund του 51ου Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης 2010. Η ταινία διαδραματίζεται εξολοκλήρου σε κλειστό θέατρο και εμπνέεται από την εισβολή οπλισμένων τσετσένων σε θέατρο της Μόσχας το 2002. Υπόθεση: Οι τελευταίοι θεατές παίρνουν τις θέσεις τους. Η παράσταση της Ορέστειας ξεκινάει. Ξαφνικά, τα φώτα σβήνουν και η σκηνή βυθίζεται στο σκοτάδι. Μια ομάδα αγοριών και κοριτσιών με όπλα στα χέρια ανεβαίνουν στη σκηνή. Ζητάνε συγγνώμη για τη διακοπή και προσκαλούν όσους θεατές επιθυμούν να ανέβουν στη σκηνή μαζί τους. Η παράσταση συνεχίζεται κανονικά με μια μόνο διαφορά: η ζωή μιμείται την τέχνη και όχι το αντίστροφο.


“Interruption” του Γιώργου Ζώη

Στην ερώτησή μου περί ρόλων, ο Ζώης σχολιάζει «Η ταινία είναι ένα κινηματογραφικό ταξίδι σε μια no mans land όπου η αλήθεια και το ψέμα, η λογική και το παράλογο, η πραγματικότητα και η φαντασία δύσκολα διαχωρίζονται. Κάπως σαν την ίδια την ζωή. Η ταινία αναφέρεται σε μια συνθήκη ομηρίας χωρίς όμως οι ίδιοι οι όμηροι να το αντιλαμβάνονται. Μιλάει για μια περίπτωση μαζικής αυθυποβολής ενός γοητευμένου κοινού και για τις προσωπικές αυταπάτες ενεργητικής συμμετοχής μερικών εθελοντών θεατών. Για τους ρόλους που μας δίνονται και τους εκτελούμε εις πέρας είτε αναγκαστικά με την χρήση βίας είτε εκούσια γοητευμένοι από την αρχή που μας τους προσφέρει. Η ταινία έχει ως θέμα την ομηρία του ίδιου του βλέμματος μας: βλέπουμε αυτό που περιμένουμε να δούμε». Ως προς τη δύναμη της εικόνας και την αμφίβολη κατανόηση της διαδραστικότητας της τέχνης: «Ένα από τα θέματα της ταινίας είναι η σχέση μεταξύ τέχνης και ζωής. Στην σημερινή εποχή της σύγχρονης τέχνης όπου εικαστικά έργα περνιούνται κατά λάθος για σκουπίδια και πετιούνται από τις καθαρίστριες ή σκηνοθετημένες performance ξεπετιούνται στον δρόμο για καλλιτεχνικούς ή διαφημιστικούς σκοπούς, όπου τίποτα δεν στέκεται ικανό να μας εκπλήξει πλέον, η πολυπλοκότητα και το απρόβλεπτο της ζωής φαίνεται να είναι το μόνο αντίδοτο. Σε αυτή την εποχή όπου η εικόνα και το storytelling ειναι το όπλο μιας εξουσίας που δημιουργεί έναν ωκεανό σύγχυσης και έναν πολιτισμό υποτέλειας στον οποίο αδυνατούμε να αντιδράσουμε, φαίνεται ότι το μόνο μας όπλο είναι η αμφισβήτηση της ίδιας της εικόνας. Και είναι μύθος το ότι βλέπουμε με τα μάτια μας».

Ο Δημήτρης Αθανίτης μετά τις «Τρεις μέρες ευτυχίας» επιστρέφει με το “Invisible“. Το φιλμ έχει ήδη αποσπάσει το βραβείο Καλύτερης Ταινίας, Καλύτερης Σκηνοθεσίας και Καλύτερου Α’ Ανδρικού ρόλου στο London Greek Film Festival 2015. Υπόθεση: Ο Άρης, ένας μοναχικός χωρισμένος 38άρης, δουλεύει σ’ ένα εργοστάσιο. Όταν ξαφνικά απολύεται χωρίς καμιά προειδοποίηση, αποφασίζει να αποδώσει δικαιοσύνη ο ίδιος, καθώς νιώθει θύμα μιας ακραίας αδικίας. Όμως ο Άρης δεν είναι μόνος του. Έχει μαζί του και τον εξάχρονο γιο του.


“Invisible” του Δημήτρη Αθανίτη

«Η ταινία είναι μια άμεση αναφορά στην κρίση», μας λέει ο Δημήτρης Αθανίτης. «Η στάση του ήρωα δείχνει μια εξαρχής ειλημμένη απόφαση. Ήρθα αντιμέτωπος και με την άποψη ότι μπορεί να είναι υπερβολική η τόσο ακραία στάση του, όμως ο ήρωας με εκφράζει σε μεγάλο βαθμό. Αντιδρά σε κάτι εντελώς παράλογο, να σου δίνουν μια θέση καταδίκης στον κόσμο, απ’ την οποία δεν μπορείς να βγεις και πρέπει ν’ αποδεχτείς. Γιατί δεν χάνεις απλά τη δουλειά σου, αλλά κινδυνεύεις να βρεθείς τελείως έξω απ’ το περιβάλλον σου, είσαι ένα μόλις βήμα πριν απ’ τον πλήρη εξοβελισμό σου απ’ την κοινωνία. Ο ήρωας δεν αποδέχεται αυτή την καταδίκη και αντιδρά σε αυτό που βιώνει ως αδικία με ναΐφ τρόπο, εξίσου ακραία». Η ταινία έχει γυριστεί στον Ασπρόπυργο και έχει χαρακτηριστεί ως ‘αστικό γουέστερν’. Το τρέιλερ μας ιντριγκάρει με την ατμόσφαιρά του. Μένει να δούμε αν ο ήρωας, που τον ερμηνεύει ο Γιάννης Στάνκογλου, στρέφει το θυμό του προς τους άλλους ή τον εαυτό του. Όμως, αν ο ήρωας εκφράζει τον σκηνοθέτη, σημαίνει ότι είναι τελικά κι ο ίδιος θυμωμένος; «Όχι, δεν είμαι θυμωμένος», μου απαντά. «Δεν αποδέχομαι όμως τον παραλογισμό γύρω μου. Για παράδειγμα, ο πόλεμος στη Συρία είναι ένας παραλογισμός! Έχουμε αποδεχτεί το γεγονός και γίνεται απλά μια μετατόπιση στη φιλανθρωπία. Τοποθετώ τον ήρωα της ταινίας απέναντι σε αυτή την διαρκή πρόκληση, ότι ανά πάσα στιγμή η ζωή σου τινάζεται στον αέρα. Γι’ αυτό και έχω δώσει στην ταινία τον τίτλο Invisible. Είναι αόρατος, τόσο ο άνθρωπος όσο και η όλη κατάσταση. Και επέλεξα να τοποθετήσω την ταινία στον Ασπρόπυργο, που αν και δίπλα στην Αθήνα, παραμένει ένας χώρος άγνωστος, ένας κόσμος σε μεγάλο βαθμό αόρατος».

Ο Αλέξης Τσάφας και ο Γιάννης Φώτου παρουσιάζουν σε παγκόσμια πρώτη την ταινία “Zenaida” με θέμα το trafficking. Υπόθεση: Στα δεκαεννέα της χρόνια, η Ζενάιντα έχει ήδη γνωρίσει το σκληρό πρόσωπο του ευρωπαϊκού ονείρου. Γεννημένη στην Αφρική, θύμα trafficking, εγκλωβισμένη σε μια αφιλόξενη μεγαλούπολη, απλώς επιβιώνει, μοιράζοντας την καθημερινότητά της ανάμεσα στους πελάτες ενός σύγχρονου οίκου ανοχής και τις παραισθήσεις ναρκωτικών ουσιών, που της προσφέρουν την απόδραση από το παρόν, αλλά που ζωντανεύουν και εφιάλτες από το παρελθόν. Παράλληλες εικόνες της ζωής της, στη μιζέρια της αφρικάνικης φαβέλας και στην ψυχοφθόρα ευρωπαϊκή μεγαλούπολη.


“Zenaida” των Αλέξη Τσάφα και Γιάννη Φώτου

Ο Αλέξης Τσάφας εξηγεί πώς ξεκίνησε η ιδέα: «Ζούσα στην Αφρική, στο Πράσινο Ακρωτήρι, εδώ και 13 χρόνια και έχω δουλέψει σε χώρες όπως η Βραζιλία, σε μέρη δηλαδή που ‘εξάγουν’ νέα κορίτσια προς την Ευρώπη και το trafficking είναι έντονο. Με τις τοπικές αρχές είχαμε συζητήσει τρόπους για να πλησιάσουμε το θέμα κι αυτό να λειτουργήσει θετικά για τις κοπέλες εκεί, αλλά και για το κοινό, ώστε να το δουν με άλλο μάτι και να βοηθήσουν τα θύματα όσο μπορούν. Για το λόγο αυτό η ταινία θα προβληθεί ευρύτερα, σε γειτονιές, σε φαβέλες και αλλού, ώστε να δει ο τοπικός πληθυσμός ότι αυτό που τους τάζουν ως ‘ευρωπαϊκό όνειρο’ εγκυμονεί πολύ σοβαρούς κινδύνους και μπορεί να είναι πολύ χειρότερο από το παρόν τους. Η πρόθεσή μας ήταν να καταλάβει ο θεατής τον ψυχισμό και τα αδιέξοδα μιας κοπέλας που είναι εγκλωβισμένη σε μια ευρωπαϊκή πόλη και τη μεταχειρίζονται ως σεξουαλικό αντικείμενο». Τα γυρίσματα έχουν γίνει στην Αθήνα και στο Πράσινο Ακρωτήρι. Στην ταινία πρωταγωνιστεί η Μαρία Στεφανίδου. «Η πρώτη σκέψη ήταν να δοθεί ο ρόλος σε ηθοποιό από το Πράσινο Ακρωτήρι, αλλά στάθηκε αδύνατο να εκδοθεί βίζα. Η Μαρία είναι ηθοποιός από τη Θεσσαλονίκη που κάνει τα πρώτα της βήματα και έχει εντυπωσιακή ομοιότητα με κρεολή, τόσο που έπεισε και τους συνεργάτες μας στο Ακρωτήρι! Ήταν ένας δύσκολος ρόλος γυναίκας σε καταστάσεις αβίωτες, που τον απέδωσε πολύ καλά συνδυάζοντας και τις χοροθεατρικές της γνώσεις”, λέει ο Γιάννης Φώτου. «Αποφύγαμε τα κλισέ για το trafficking και εμβαθύναμε στον ψυχικό και συναισθηματικό κόσμο του θύματος. Χρησιμοποιήσαμε φλας μπακ μεταξύ ονείρου και φαντασίας από την προηγούμενη ζωή της, για να αποδώσουμε την ιστορία μιας κοπέλας που φεύγει από ένα μέρος που δεν είναι καλά για να ζήσει σε κάποιο άλλο που αποδεικνύεται χειρότερο. Από την έρευνα που κάναμε για το θέμα είδαμε ότι αυτοί που φέρνουν τις κοπέλες εδώ, ξέρουν πολύ καλά τι κάνουν. Τις δέρνουν, τις βιάζουν, τους δίνουν ναρκωτικά για να μένουν αδύναμες και χωρίς διέξοδο. Προβληματιστήκαμε με το τέλος της ταινίας και τελικά το αφήνουμε στην κρίση του θεατή. Θα μπορούσε άλλωστε να είναι μια ταινία χωρίς αρχή και τέλος».

Καλές μας προβολές λοιπόν!

Info: Η 56η διοργάνωση του Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης επιστρέφει στην πόλη από τις 6 έως τις 15 Νοεμβρίου