Το χρειαζόμασταν λίγο ακόμη «δράμα» πριν τελειώσει η χρονιά. Λίγες μόλις εβδομάδες μετά την άστοχη πρόσκληση ενδιαφέροντος για εθελοντές, το ΚΘΒΕ απασχολεί και πάλι την επικαιρότητα, όχι για τα καλλιτεχνικά του επιτεύγματα, αλλά για ένα ζήτημα που φέρνει στο νου εκείνη την περίφημη ρήση του Μαρξ περί τραγωδίας και φάρσας στους κύκλους που κάνει η ιστορία. Αντιδρώντας στην ανακοίνωση του Σωματείου Ελλήνων Ηθοποιών στο ΚΘΒΕ για στάση εργασίας το περασμένο σαββατοκύριακο (και για πολλοστή φορά από την αρχή της σεζόν) με στόχο την άμεση καταβολή των δεδουλευμένων και την οριστική λύση των χρόνιων προβλημάτων του οργανισμού, και επικαλούμενος την προσωπική του αξιοπρέπεια και τον σεβασμό προς όλους τους εργαζόμενους του ΚΘΒΕ, ο Καλλιτεχνικός Διευθυντής του οργανισμού κ. Γιάννης Βούρος έθεσε για δεύτερη φορά από τον περασμένο Οκτώβρη την παραίτησή του στη διάθεση του Υπουργού Πολιτισμού.

Ατυχώς διατυπωμένη σε μια κακή συγκυρία πολιτικών εξελίξεων που δεν κόπτονται παρά για την αριθμητική των κουκιών της προεδρικής εκλογής, η κίνηση του κ. Βούρου, περισσότερο τακτικής για να τραβήξει την προσοχή στις κακοφορμισμένες πληγές του πολύπαθου ΚΘΒΕ παρά ουσιαστικής πολιτικής, φαίνεται να πέτυχε σε κάποιο βαθμό τον στόχο της, παρά το γεγονός ότι η επίσημη τοποθέτηση του Υπουργείου εξακολουθεί -οποία έκπληξις!- να εκκρεμεί μία εβδομάδα μετά. Οι τοποθετήσεις των κάθε λογής εμπλεκομένων στην υπόθεση που ακολούθησαν (και που έφτασαν μέχρι και στην κατάθεση σχετικών ερωτήσεων στη Βουλή, διαφορετικών για το ίδιο θέμα από βουλευτές διαφορετικών κομμάτων) στήνουν πολλαπλές αφηγήσεις ενός παραμυθιού που μπορεί να θυμίζει εκείνο τον μύθο του Αισώπου για τον βοσκό και τον λύκο, ξαναφέρνει όμως στην επιφάνεια πολλαπλές αλήθειες για τη «βόμβα» σε αναμονή που κρύβεται εδώ και χρόνια κάτω από τα θεμέλια του ΚΘΒΕ.

Τα χρόνια οικονομικά προβλήματα λόγω των χρεών της Όπερας Θεσσαλονίκης που μετά την κατάργηση και τη συγχώνευσή της με τον οργανισμό του ΚΘΒΕ μεταβιβάστηκαν στο δεύτερο, και των χρονίζοντων οφειλών από το Δημόσιο και τον Δήμο Θεσσαλονίκης καθώς και λόγω της συνεχώς μειούμενης κρατικής επιχορήγησης, η πλημμελής οικονομική διαχείριση από αρκετούς διευθυντές των τελευταίων δεκαετιών, οι χρόνιες παθογένειες στη διοικητική δομή και την ανθρωπογεωγραφία του πολυπληθούς οργανισμού με συγκρούσεις αρμοδιοτήτων και, συχνά και, σκοπιμοτήτων, οι υπερφιλόδοξοι και υπέρ του δέοντος πληθωρικοί προγραμματισμοί και σχεδιασμοί στρατηγικής με πολλές, και κάποτε ακριβές παραγωγές (να θυμίσω εδώ την πρόθεση του κ. Βούρου να δημιουργήσει και έκτη σκηνή του ΚΘΒΕ στην Αποθήκη 13 του Λιμανιού, ενώ οι ήδη υπάρχουσες πέντε σκηνές συντηρούνται με δυσκολία), η περιορισμένη συνεργασία με άλλους πολιτιστικούς οργανισμούς και ομάδες της πόλης (γιατί οι άδειες αίθουσες να μη φιλοξενούν την άστεγη ΚΟΘ, την Πειραματική Σκηνή ή άλλες θεατρικές ομάδες της πόλης;) και οι τραγελαφικές αγκυλώσεις ενός κρατικού συστήματος που απαιτεί από τον οργανισμό στον οποίο χρωστάει το ίδιο να καλύπτει τις άμεσες οφειλές του προς αυτό πριν προχωρήσει στην καταβολή των δεδουλευμένων στους εργαζόμενούς του, έχουν ανοίξει υπογείως συζητήσεις για «σενάρια τύπου ΕΡΤ» στον δεύτερο μεγαλύτερο κρατικό θεατρικό οργανισμό.

Κι ενώ οι φήμες δίνουν και παίρνουν για το εάν ο κ. Βούρος σκοπεύει να εμμείνει στην απόφασή του ή εάν ο κ. Τασούλας πρόκειται να κάνει δεκτή την παραίτηση, μήπως ήρθε η ώρα να επανεξετάσουμε την ισχύ και το τάιμινγκ της χρήσης των διαπραγματευτικών μας όπλων; Γιατί προφανώς η αδιαμφισβήτητη σημασία του ΚΘΒΕ για την πολιτιστική, κοινωνική και οικονομική ζωή της πόλης (και της χώρας), αλλά και για την επαγγελματική θεατρική δημιουργία γενικά καθιστά αναγκαία την εξεύρεση μιας μόνιμης και οριστικής λύσης -που δε θα αρκείται απλώς στο να μετακυλίει τα προβλήματα στο μέλλον ούτε θα βασίζεται στη λογική του ανέμπνευστα κρατικοδίαιτου πολιτισμού- και ένα ενδεχόμενο «σενάριο τύπου ΕΡΤ» εφιαλτικό (πέραν του αποδεδειγμένα αναποτελεσματικού), όμως το ποιος θα βρει τη λύση και το ποιος θα την εφαρμόσει δεν είναι καθόλου δεδομένο. Η ρευστότητα των καιρών μας και η πρωτοφανής αποφασιστικότητα που επιδεικνύει τελευταία το ΥΠΠΟ στη διευθέτηση διοικητικών εκκρεμοτήτων καθιστά μάλλον αβέβαιο το μέλλον κάθε λογής αυτόκλητων σωτήρων και «Παπών» που καταστρώνουν σχέδια στις σκακιέρες των πολιτιστικών οργανισμών, όποιον πολιτικό ή συντεχνιακό χώρο κι αν υπηρετούν.

Ψάχνοντας στα ηλεκτρονικά κιτάπια μου για να βάλω τις σκέψεις μου σε μια σειρά, έπεσα πάνω στις σημειώσεις μου από τη συνέντευξη τύπου για την παρουσίαση του πρώτου καλλιτεχνικού προγραμματισμού από τον κ. Βούρο: «Η νέα φιλοσοφία του οργανισμού, που, εμφορούμενη από το μπρεχτικό απόφθεγμα, εκκινεί από την πρόθεση να μην υποτιμάται η νοημοσύνη του θεατή, θέτει ως στόχο τη δημιουργία μιας κρατικής θεατρικής σκηνής που θα αφουγκράζεται και θα αντανακλά τις ανάγκες της κοινωνίας στην οποία απευθύνεται και θα δημιουργεί τις προϋποθέσεις για αύξηση του κοινού με ποσοτικούς αλλά και ποιοτικούς όρους».

Μήπως, τώρα που είμαστε ούτως ή άλλως με την πλάτη στον τοίχο να επανεξετάζαμε αυτή την αντανάκλαση των αναγκών της κοινωνίας; Γιατί το κοινό αίσθημα, γαλουχημένο στην καταστροφολογία και ερεθισμένο από τις κάθε είδους «σκανδαλώδεις διασώσεις» των τελευταίων χρόνων δε θέλει και πολύ να αρχίσει τα «εδώ ο κόσμος καίγεται…» και να μας αφήσει να ζούμε μόνοι μας το παραμύθι μας σε άδειες αίθουσες…