Ένας πίνακας της διάσημης Πορτογαλέζας ζωγράφου της Πόλα Ρέγκο μας θυμίζει την ιστορία των αδερφών Παπέν, των διαβόητων υπηρετριών που το 1933 σκότωσαν την κυρία τους και την κόρη της στο σπίτι που εργάζονταν στην πόλη Λε Μαν της Γαλλίας.

Η ιστορία τους δεν απασχόλησε μόνο τη γαλλική κοινή γνώμη αλλά πέρασε μέσα στην ιστορία του θεάτρου με το έργο του Ζαν Ζενέ «Οι Δούλες», ενώ με την ιστορία ασχολήθηκαν στοχαστές όπως ο Λακάν και ο Σαρτρ, κινηματογραφιστές, συνθέτες και ζωγράφοι.

Η Ρέγκο εμπνεύστηκε τον πίνακα διαβάζοντας τις Δούλες του Ζενέ. Την εντυπωσίασε τόσο η σχεδόν αφύσικη εγγύτητα των αδερφών Παπέν, της Λέα και της Κριστίν, όσο και η σχέση με την κυρία τους. Σε ένα δωμάτιο επιπλωμένο κλειστοφοβικά, πλανιέται η αβεβαιότητα, η σεξουαλικότητα αλλά και η ασάφεια και μια απειλητική ψύχωση.

Δυο αδερφές, δυο δολοφονίες και αναπάντητα μυστικά

Η Κριστίν και η Λέα Παπέν γεννήθηκαν σε ένα χωριό νότια του Λε Μαν. Πέρασαν μια φριχτή παιδική ηλικία με πατέρα αλκοολικό, σε ένα σπίτι βυθισμένο στη βία και τη φτώχεια και άρχισαν να δουλεύουν ως υπηρέτριες, πάντα μαζί. Το 1926 όταν τις προσέλαβε ο Ρενέ Λανσελέν, για να φροντίζουν το σπίτι και την οικογένειά του -τη σύζυγο και την κόρη του η Κριστίν ήταν 21 και η Λέα 15 ετών. Επτά χρόνια αργότερα, στις 2 Φεβρουαρίου του 1933 ο Λανσελέν περίμενε τη γυναίκα του και την κόρη του σε ένα δείπνο σε φιλικό σπίτι. Δεν έφτασαν ποτέ. Ανήσυχος, επέστρεψε στο σπίτι του που ήταν κλειδωμένο. Ειδοποίησε την αστυνομία και βρέθηκε μπροστά σε ένα φριχτό θέαμα. Μητέρα και κόρη κείτονταν στο πάτωμα, παραμορφωμένες από την κακοποίηση και με βγαλμένα μάτια, δολοφονημένες άγρια.

Η αστυνομία βρήκε τις αδερφές Παπέν ξαπλωμένες στο κρεβάτι τους γυμνές και απαθείς να περιμένουν την αστυνομία. Ομολόγησαν το έγκλημά τους και το μόνο που ζήτησαν ήταν να μοιραστούν το ίδιο κελί. Στην υπόθεση Παπέν πολλοί είδαν μια συνηθισμένη και απάνθρωπη κατάσταση των ανθρώπων που εργάζονται μέσα σε σπίτια ως υπηρέτες, χωρίς δικαιώματα, χωρίς στοιχειώδεις συνθήκες αξιοπρεπούς διαβίωσης. Είδαν και κάτι άλλο: την παράξενη σχέση που μπορεί να δημιουργηθεί ανάμεσα σε κυρίους και υπηρέτες.

Στη δίκη η Κριστίν καταδικάστηκε σε θάνατο, ποινή που μετατράπηκε αργότερα σε ισόβια και πέθανε λίγα χρόνια αργότερα έχοντας χάσει τα λογικά της. Η Λέα καταδικάστηκε σε δέκα χρόνια, αποφυλακίστηκε το 1943 και εξακολούθησε να δουλεύει ως καθαρίστρια σε ξενοδοχεία.

Όταν ο Ζενέ επέστρεφε από ένα ταξίδι του στο Μαρόκο διάβασε στην εφημερίδα την υπόθεση των αδερφών Παπέν και έγραψε επηρεασμένος από την ιστορία τους τις Δούλες. «Πρόκειται για μια αλληγορία», έλεγε όταν τον ρωτούσαν για το έργο του, στο οποίο η Κλαιρ και η Σολάνζ, οι ηρωίδες του, ονειρεύονται να σκοτώσουν την κυρία τους. Ο Ζενέ κάνει ένα ψυχογράφημα της σχέσης των τριών γυναικών με τις δυο υπηρέτριες να μισούν και να θαυμάζουν, να φθονούν τη ζωή της, την οικογένεια και την πολυτέλεια μέσα στην οποία ζει, αλλάζοντας ρόλους και υποδυόμενες την υπηρέτρια και την κυρία της, μέχρι να οδηγηθούν σε ένα τραγικό τέλος με την Κλαιρ, ντυμένη κυρία, να πίνει το δηλητηριασμένο τίλιο που προοριζόταν για εκείνη, επιτρέποντας στη Σολάνζ να αναλάβει τον ρόλο της φόνισσας. Η πρεμιέρα του έργου δόθηκε στις 19 Απριλίου του 1947 στο θέατρο Ατενέ, στο Παρίσι. Παρά τις αντικρουόμενες κριτικές όλοι μίλησαν για ένα πρωτοπόρο είδος θεάτρου.